Σημάδια ουσιαστικής ανάκαμψης εμφανίζει η γερμανική βιομηχανία, με τη μεταποιητική δραστηριότητα να καταγράφει τον Αύγουστο την ισχυρότερη επίδοσή της εδώ και περισσότερα από τέσσερα χρόνια, αντισταθμίζοντας τη συνεχιζόμενη αδυναμία στον κλάδο των υπηρεσιών.
Όπως μεταδίδει το Reuters, ο προκαταρκτικός σύνθετος δείκτης PMI της S&P Global για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης διαμορφώθηκε στις 51 μονάδες τον Αύγουστο, από 51,3 τον Ιούλιο. Παρά τη μικρή υποχώρηση, παρέμεινε πάνω από το όριο των 50 μονάδων που διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση, σηματοδοτώντας δεύτερο συνεχόμενο μήνα επέκτασης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Η μεγάλη έκπληξη ήρθε από τη μεταποίηση, όπου ο σχετικός PMI εκτινάχθηκε στις 54,1 μονάδες από 52,2 τον Ιούλιο, ξεπερνώντας τις προβλέψεις των αναλυτών και καταγράφοντας την υψηλότερη ένδειξη των τελευταίων 51 μηνών.
Η εικόνα ήταν αντίθετη στις υπηρεσίες. Ο δείκτης PMI του κλάδου υποχώρησε στις 48,5 μονάδες από 49,8, παραμένοντας για πέμπτο διαδοχικό μήνα σε περιοχή συρρίκνωσης και καταγράφοντας τον ταχύτερο ρυθμό υποχώρησης από τον Μάιο.
Η μεταποίηση παίρνει ξανά μπροστά
«Η ανάκαμψη στον μεταποιητικό τομέα έχει ανακτήσει τη δυναμική της, αφού είχε δείξει σημάδια κόπωσης στο δεύτερο τρίμηνο», ανέφερε ο Phil Smith της S&P Global Market Intelligence.
Παρότι προειδοποίησε ότι μένει να φανεί εάν ο σημερινός ρυθμός ανάπτυξης μπορεί να διατηρηθεί, δεδομένων και των συνεχιζόμενων κινδύνων στην προσφορά, σημείωσε ότι η σαφής βελτίωση των προσδοκιών των βιομηχανιών για τη μελλοντική παραγωγή αποτελεί ένδειξη ότι η ανάκαμψη μπορεί να έχει διάρκεια.
Τα στοιχεία ενισχύουν την εικόνα ότι η γερμανική οικονομία αρχίζει σταδιακά να βγαίνει από μια πολυετή περίοδο στασιμότητας. Παρά τις πιέσεις από τον πόλεμο στο Ιράν, τις υψηλές τιμές της ενέργειας, την υποχώρηση τμημάτων της παραδοσιακής βιομηχανικής βάσης και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα, αρκετοί δείκτες έχουν αρχίσει να κινούνται σε πιο θετική κατεύθυνση.
Η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 0,2% στο δεύτερο τρίμηνο, με το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας να επισημαίνει ότι η εξέλιξη ήταν καλύτερη από ό,τι αναμενόταν, καθώς το εξωτερικό εμπόριο και ειδικά οι ενεργοβόρες βιομηχανίες επωφελήθηκαν από ισχυρότερη διεθνή ζήτηση.
Παράλληλα, οι επιχειρηματικές προσδοκίες του PMI αυξήθηκαν στο υψηλότερο επίπεδο από την περίοδο πριν από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν τον Φεβρουάριο και πέρασαν ελαφρώς πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο.
Θετικό μήνυμα προήλθε και από την απασχόληση. Ο συνολικός αριθμός εργαζομένων παρέμεινε αμετάβλητος, έπειτα από 26 συνεχόμενους μήνες μείωσης, καθώς η αύξηση των προσλήψεων στις υπηρεσίες συνέπεσε με τον ηπιότερο ρυθμό περικοπών θέσεων εργασίας στη βιομηχανία εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο.
Τα επιτόκια παραμένουν κίνδυνος
Η βελτίωση δεν σημαίνει, πάντως, ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαφανιστεί. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις, ενώ η άνοδος του κόστους δανεισμού μπορεί να αποτελέσει νέο εμπόδιο για την ανάκαμψη.
Οι επενδυτές παρακολουθούν παράλληλα τις επόμενες κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις που συνδέονται με την ενεργειακή κρίση και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή έχουν ενισχύσει τις προσδοκίες για περαιτέρω σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ισχυρή επίδοση της μεταποίησης αποτελεί ένα από τα πιο ενθαρρυντικά σημάδια των τελευταίων ετών για τη γερμανική οικονομία. Το μεγάλο ερώτημα είναι πλέον εάν η βιομηχανική ανάκαμψη θα αποκτήσει διάρκεια και θα καταφέρει να παρασύρει και τον ασθενέστερο κλάδο των υπηρεσιών σε σταθερότερη ανάπτυξη.
