Η παγκόσμια αγορά τροφίμων βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν επικίνδυνο συνδυασμό πιέσεων ενόψει του χειμώνα, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι διαταραχές στις θαλάσσιες εφοδιαστικές αλυσίδες, η άνοδος του κόστους λιπασμάτων και οι ακραίες καιρικές συνθήκες απειλούν να περιορίσουν την παραγωγή, να μειώσουν περαιτέρω την παγκόσμια προσφορά και να επιβαρύνουν περαιτέρω τους αγρότες.
Η νέα αναταραχή στις εξαγωγές σιτηρών από Ρωσία και Ουκρανία εκτοξεύει τις τιμές σιταριού και καλαμποκιού, ενισχύοντας τους φόβους για τον πληθωρισμό τροφίμων.
Νέα πίεση στα τρόφιμα
Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων από Ρωσία και Ουκρανία έχουν μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς οι δύο πλευρές εντείνουν τις επιθέσεις σε λιμάνια και πλοία που μεταφέρουν σιτηρά. Η εξέλιξη έχει οδηγήσει τις τιμές σιταριού και καλαμποκιού σε υψηλά πολλών ετών.
Οι δύο χώρες αντιπροσωπεύουν πάνω από το ένα τέταρτο των παγκόσμιων εξαγωγών σιταριού και τροφοδοτούν μεγάλες αγορές, από την Αίγυπτο και το Μπανγκλαντές έως φτωχότερα κράτη της υποσαχάριας Αφρικής.
Οι επιθέσεις στα λιμάνια της Οδησσού έχουν σχεδόν παραλύσει τις εξαγωγές σιτηρών της Ουκρανίας, πλήττοντας έναν κλάδο κρίσιμο για την οικονομία της, ενώ η διαταραχή απειλεί παράλληλα τις παγκόσμιες προμήθειες τροφίμων, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Περίπου το 90% των εξαγωγών σιτηρών περνά συνήθως από τα συγκεκριμένα λιμάνια, όμως οι ροές έχουν σχεδόν διακοπεί. Η κλιμάκωση στη Μαύρη Θάλασσα είχε ήδη οδηγήσει την τιμή του σιταριού σε υψηλό δύο ετών.
Η Ρωσία ανακοίνωσε πριν μερικές ημέρες ότι έπληξε δύο φορτηγά πλοία νοτιοανατολικά της Οδησσού, ενώ τουλάχιστον πέντε πλοία σιτηρών δέχθηκαν επιθέσεις κοντά στα ρωσικά λιμάνια Νοβοροσίσκ και Τουάπσε.

Οι εξαγωγές σιτηρών της Ουκρανίας μειώνονται καθώς κλιμακώνονται οι εντάσεις στη Μαύρη Θάλασσα. Οι εβδομαδιαίες εξαγωγές έχουν μειωθεί περισσότερο από 90% από τις αρχές Ιουλίου ©Kpler/Bloomberg
Από τις αρχές Αυγούστου η Ουκρανία έχει εξαγάγει μόλις 500.000 τόνους σιτηρών, περίπου το ένα πέμπτο των δυνατοτήτων της. Ο αγροτικός τομέας αντιπροσωπεύει πάνω από το μισό των εξαγωγικών εσόδων της χώρας, ενώ πριν από τη ρωσική εισβολή απασχολούσε περισσότερους από 2 εκατ. ανθρώπους.
Η Oxford Economics εκτιμά ότι οι απώλειες μπορεί να φτάσουν το 1,8% του ΑΕΠ φέτος και το 2,1% το 2027. Σε περίπτωση παρατεταμένης σοβαρής διαταραχής, η επιβάρυνση θα μπορούσε να ανέλθει στο 5,3% του ΑΕΠ το 2027.
Οι παραγωγοί καλούνται πλέον είτε να αποθηκεύσουν τη σοδειά τους είτε να την πουλήσουν με μεγάλη ζημιά στην ήδη πιεσμένη εσωτερική αγορά. Καθώς οι πωλήσεις της συγκομιδής χρηματοδοτούν τις καθημερινές ανάγκες των αγροτικών επιχειρήσεων, η κατάσταση γίνεται ολοένα πιο κρίσιμη.

Η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας κυριαρχεί στο παγκόσμιο εμπόριο σιταριού ©USDA/Bloomberg
Τρόφιμα και επισιτιστική ασφάλεια
Παρότι οι διεθνείς τιμές παραμένουν χαμηλότερα από τα ιστορικά επίπεδα του 2022, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε σοκ στις αγορές, οι σημερινές συνθήκες θεωρούνται πιο επισφαλείς. Οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν επηρεάσει πλέον και τις ρωσικές προμήθειες, οδηγώντας τη Μόσχα στην εξέταση μέτρων στήριξης των αγροτών.
Ο δείκτης του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) ενισχύθηκαν σε υψηλό τριμήνου τον Ιούλιο σημειώνοντας άνοδο 0,6% σε μηνιαία βάση, με πρωταγωνιστές τα σιτηρά, τη ζάχαρη και τα φυτικά έλαια. Οι τιμές του σιταριού αυξήθηκαν 5,8%, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 10% σε σχέση με πέρυσι, ενώ το καλαμπόκι ενισχύθηκε 3,6%.
Οι αγορές παρακολουθούν πλέον στενά τον καιρό στις μεγάλες παραγωγικές περιοχές, αλλά και τις εμπορικές διαδρομές, την ενέργεια και τα logistics.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από τον πόλεμο στο Ιράν, που αυξάνει το κόστος καυσίμων και λιπασμάτων, αλλά και από τα κύματα καύσωνα και την ξηρασία σε Ευρώπη και ΗΠΑ, τα οποία έχουν πλήξει τις σοδειές. Παράλληλα, η πιθανότητα ενός ισχυρού Ελ Νίνιο αυξάνει τον κίνδυνο νέων περιορισμών στις εξαγωγές.

Ενισχύθηκαν σιτάρι, καλαμπόκι, σόγια και ζάχαρη, υποχώρησαν χυμός πορτοκαλιού και ρύζι © freepik.com
Τρόφιμα: Ο κίνδυνος για την προσφορά
Το αυξημένο κόστος των λιπασμάτων έχει πλέον αποκτήσει «διαρθρωτικά» χαρακτηριστικά, σύμφωνα με την επικεφαλής οικονομολόγο της CoBank, Jacqui Fatka, καθώς βασικές χημικές πρώτες ύλες παραμένουν σε περιορισμένη προσφορά εξαιτίας των αναταράξεων στη Μέση Ανατολή.
Το πρόβλημα για τους παραγωγούς είναι ότι η χρήση μικρότερων ποσοτήτων λιπάσματος μπορεί να περιορίσει την παραγωγικότητα των καλλιεργειών και τελικά να αποδειχθεί ακόμη ακριβότερη από την αγορά των εισροών σε υψηλές τιμές.
Ταυτόχρονα, όμως, η ρευστότητα των αγροτών στενεύει. Το υψηλότερο κόστος για λιπάσματα, ντίζελ και εργατικά συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους, δυσκολεύοντας αρκετούς παραγωγούς να χρηματοδοτήσουν εγκαίρως την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.
Η CoBank έχει προειδοποιήσει ότι οι τιμές των λιπασμάτων πιθανότατα θα παραμείνουν πάνω από τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από τη σύγκρουση στο Ιράν έως και το 2028, εξαιτίας των προβλημάτων στην προσφορά και των γεωπολιτικών αναταράξεων.
Αυτό δημιουργεί έναν νέο κίνδυνο για την προσφορά τροφίμων του 2027: οι αγρότες μπορεί να περιορίσουν τις εκτάσεις που θα σπείρουν τον χειμώνα εάν θεωρήσουν ότι οι καλλιέργειες δεν είναι πλέον οικονομικά βιώσιμες ή εάν δεν καταφέρουν να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη χρηματοδότηση.
«Πολλά πράγματα θα συμπέσουν και θα επηρεάσουν σοβαρά τις καλλιέργειες την επόμενη χρονιά», δήλωσε στο CNBC ο αναλυτής εμπορίου και αγροτικών προϊόντων Noel Fryer.
Τρόφιμα: Νέα πίεση στην παγκόσμια αγορά ζάχαρης
Την ίδια ώρα, η αγορά ζάχαρης βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες πιέσεις, καθώς η κλιματική αστάθεια και οι μειωμένες καλλιέργειες απειλούν την παγκόσμια προσφορά. Στην Ευρώπη, η παραγωγή οδεύει προς χαμηλό δεκαετίας, ενισχύοντας τους φόβους για υψηλότερες τιμές.
Οι τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης ζάχαρης στις ΗΠΑ κινούνται πάνω από τα 17 σεντς ανά λίβρα, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2025. Οι αναλυτές αυξάνουν τις εκτιμήσεις για το παγκόσμιο έλλειμμα την περίοδο 2026/27, ενώ η εικόνα ενδέχεται να επιδεινωθεί το 2027/28.
Το Ελ Νίνιο απειλεί βασικούς παραγωγούς, όπως η Ινδία, η Ταϊλάνδη και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, η άνοδος του πετρελαίου ενδέχεται να οδηγήσει τη Βραζιλία να κατευθύνει περισσότερο ζαχαροκάλαμο στην αιθανόλη. Η αύξηση του υποχρεωτικού μείγματος στο 32% περιορίζει δυνητικά τις διαθέσιμες ποσότητες ζάχαρης.

Ζάχαρη © Unsplash
Παραγωγή ζάχαρης σε χαμηλό δεκαετίας στην Ευρώπη
Στην ΕΕ, η παραγωγή αναμένεται να υποχωρήσει στα 14,1 εκατ. τόνους, κάτω από το όριο των 15 εκατ. για πρώτη φορά από το 2015. Η MARS μείωσε παράλληλα την πρόβλεψη για την απόδοση των ζαχαρότευτλων κατά 7%, στους 76 τόνους ανά εκτάριο, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών.
Οι ευρωπαϊκές τιμές έχουν αυξηθεί έως 9% από τον Ιούνιο, ενώ οι περιορισμένες εξαγωγές ενισχύουν την πίεση στην αγορά. Η Ινδία αναζητά εισαγωγές για να αυξήσει την προσφορά και να συγκρατήσει τις τιμές, εξέλιξη που ενδέχεται να εντείνει τον ανταγωνισμό για το διαθέσιμο προϊόν.
Συνολικά η κατάσταση στην αγορά τροφίμων δημιουργεί συνθήκες διαρκής πίεσης στον πληθωρισμό με τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας να προσθέτει συνεχώς νέα προβλήματα στις διεθνείς ροές.
Η εμπειρία του 2010, όταν η Ρωσία απαγόρευσε τις εξαγωγές σιταριού μετά τις πυρκαγιές, δείχνει πόσο γρήγορα μια διαταραχή στην αγορά μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική κρίση. Ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι για τις ευάλωτες κοινωνίες, η έλλειψη τροφής μπορεί να οδηγήσει σε μετανάστευση και κοινωνικές εξεγέρσεις.
