Νέα αναταραχή προκαλεί στις διεθνείς αγορές σιτηρών η κλιμάκωση των επιθέσεων σε λιμάνια και πλοία στη Μαύρη Θάλασσα, περιορίζοντας τις εξαγωγές από Ρωσία και Ουκρανία και αυξάνοντας τους φόβους για ελλείψεις σε μεγάλες εισαγωγικές χώρες.
Σύμφωνα με το Reuters, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης σιταριού στο Σικάγο έχουν ενισχυθεί περισσότερο από 17% από τις αρχές Ιουλίου, καθώς η μείωση των φορτίων από τη Μαύρη Θάλασσα έχει περιορίσει την προσφορά. Την ίδια ώρα, ανοδικά κινούνται και οι φυσικές τιμές σε ανταγωνιστικούς εξαγωγείς, όπως η Αργεντινή, η Αυστραλία και οι ΗΠΑ.
Οι αμοιβαίες επιθέσεις Ρωσίας και Ουκρανίας σε λιμενικές εγκαταστάσεις και εμπορικά πλοία τις τελευταίες εβδομάδες έχουν θέσει εκτός λειτουργίας τερματικούς σταθμούς και έχουν οδηγήσει σε καθυστερήσεις ή ακυρώσεις δεκάδων φορτώσεων, και μάλιστα στην κορύφωση της εξαγωγικής περιόδου.
Σύμφωνα με τους Financial Times, η σημασία της Μαύρης Θάλασσας για την παγκόσμια αγορά σιταριού είναι καθοριστική, καθώς Ρωσία και Ουκρανία καλύπτουν μαζί περίπου το 30% των παγκόσμιων εξαγωγών. Η Oxford Economics εκτιμά ότι η συνεχιζόμενη διαταραχή θα μπορούσε να αφαιρέσει έως και 86 εκατ. τόνους σιτηρών από το διεθνές εμπόριο, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 17% των παγκόσμιων εξαγωγών δημητριακών. Παράλληλα, οι εναλλακτικές διαδρομές μέσω Δούναβη και σιδηροδρόμου μπορούν να απορροφήσουν μόνο περιορισμένο μέρος των φορτίων, αφήνοντας εκτεθειμένες τις χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από τις προμήθειες της περιοχής.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η ανησυχία στην Ασία. Οι εταιρείες επεξεργασίας σιτηρών έχουν κλείσει περίπου 2 έως 2,5 εκατ. τόνους σιταριού από τη Μαύρη Θάλασσα για παράδοση μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου, ποσότητα που καλύπτει περίπου το 30%-50% των εισαγωγικών αναγκών τους. Ωστόσο, αυξάνονται οι φόβοι ότι αρκετά από αυτά τα φορτία δεν θα φτάσουν εγκαίρως.
Αίγυπτος και Ινδονησία αναζητούν εναλλακτικές
Στην πρώτη γραμμή της ανησυχίας βρίσκεται η Αίγυπτος, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σιταριού στον κόσμο. Περισσότερο από το 82% των εισαγωγών της στο πρώτο εξάμηνο του 2026 προήλθε από τη Ρωσία και την Ουκρανία.
Οι ισχυρότερες εγχώριες σοδειές έχουν περιορίσει προς το παρόν τον αντίκτυπο, ωστόσο μεγαλύτερη πίεση δέχεται ο ιδιωτικός τομέας, ο οποίος καλύπτει μέσω εισαγωγών πάνω από το μισό των αναγκών του και διατηρεί μικρότερα αποθέματα.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει η Ινδονησία, η οποία έχει συμβασιοποιήσει περίπου 600.000 τόνους για αποστολή από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στο διάστημα Ιουλίου-Σεπτεμβρίου. Οι εισαγωγείς εξετάζουν πλέον προμήθειες από Βουλγαρία, Ρουμανία, Αυστραλία και Αργεντινή για να αντικαταστήσουν φορτία που ενδέχεται να μην αναχωρήσουν από ρωσικά και ουκρανικά λιμάνια.
Σημαντική εξάρτηση από τη Μαύρη Θάλασσα έχουν επίσης η Αλγερία, το Μπανγκλαντές, η Ιορδανία, η Ταϊλάνδη, η Τυνησία και το Βιετνάμ. Η Ιορδανία ακύρωσε μέσα στον Αύγουστο δύο διαγωνισμούς για σιτάρι και δύο για κριθάρι, καθώς οι προσφορές ήταν περιορισμένες και το κόστος μεταφοράς είχε αυξηθεί.
Ακριβότερο το σιτάρι από άλλες αγορές
Η στροφή σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού έχει σημαντικό κόστος. Το αυστραλιανό Premium White σιτάρι προσφέρεται περίπου στα 315-320 δολάρια ανά τόνο, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών προς την Ασία, ενώ το φθηνότερο αμερικανικό σιτάρι διαμορφώνεται κοντά στα 305 δολάρια.
Αντίθετα, τα φορτία από τη Μαύρη Θάλασσα κοστίζουν περίπου 260-280 δολάρια ανά τόνο, γεγονός που εξηγεί γιατί οι μεγάλες εισαγωγικές χώρες δυσκολεύονται να τα αντικαταστήσουν χωρίς σημαντική αύξηση του κόστους.
Την ίδια στιγμή, ολοένα λιγότεροι πλοιοκτήτες εμφανίζονται διατεθειμένοι να προσεγγίσουν λιμάνια της Ρωσίας και της Ουκρανίας λόγω του αυξημένου κινδύνου.
Η ένταση έχει αυξηθεί θεαματικά. Σύμφωνα με το ουκρανικό υπουργείο Υποδομών, μόνο τον Ιούλιο καταγράφηκαν 35 επιθέσεις σε πλοία εντός λιμένων, 22 σε πλοία εν πλω και 67 επιθέσεις σε λιμενικές εγκαταστάσεις. Για σύγκριση, σε ολόκληρο το 2025 είχαν καταγραφεί μόλις 14 αντίστοιχα περιστατικά.
Η νέα διαταραχή στη Μαύρη Θάλασσα μετατρέπεται έτσι σε έναν ακόμη παράγοντα πίεσης για τις παγκόσμιες τιμές τροφίμων, με τους μεγάλους αγοραστές να καλούνται να εξασφαλίσουν εναλλακτικές προμήθειες σε αισθητά υψηλότερο κόστος.
