Η Γερμανία εισέρχεται σε έναν κρίσιμο πολιτικά Σεπτέμβριο, με τρεις περιφερειακές εκλογές μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες. Τα αποτελέσματα μπορούν να ενισχύσουν το ακροδεξιό κόμμα AfD, να πιέσουν τον Φρίντριχ Μερτς και να επηρεάσουν την πορεία των οικονομικών μεταρρυθμίσεων.
Οι εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου και στη συνέχεια στις 20 Σεπτεμβρίου στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο, αφορούν περίπου 5,4 εκατ. ψηφοφόρους, δηλαδή περίπου το 8% του εκλογικού σώματος της χώρας. Παρά το περιφερειακό τους χαρακτήρα, τα αποτελέσματα αναμένεται να επηρεάσουν το πολιτικό κλίμα στο Βερολίνο για τα υπόλοιπα τρία χρόνια της κοινοβουλευτικής περιόδου και, υπό προϋποθέσεις, ακόμη και τη διάρκεια του κυβερνητικού συνασπισμού.
Οι περιφερειακές εκλογές έχουν διπλή σημασία για την ομοσπονδιακή πολιτική στη Γερμανία, εξηγούν διεθνείς αναλυτές. Αφενός, τα κρατίδια συμμετέχουν μέσω του Bundesrat (Ομοσπονδιακό Συμβούλιο) στη νομοθετική διαδικασία και μπορούν να μπλοκάρουν νομοθετήματα που αφορούν τις αρμοδιότητές τους. Αφετέρου, αποτελούν βαρόμετρο για τη δημοτικότητα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και μπορούν να πυροδοτήσουν εσωκομματικές ανακατατάξεις.
Το Bundesrat είναι ένα από τα σημαντικότερα συνταγματικά όργανα της Γερμανίας, το οποίο λειτουργεί στην πράξη ως η Άνω Βουλή (κάτι αντίστοιχο με μια Γερουσία). Αντιπροσωπεύει τα 16 ομόσπονδα κρατίδια της χώρας σε εθνικό επίπεδο και αποτελεί το όργανο μέσω του οποίου τα κρατίδια συμμετέχουν άμεσα στη νομοθεσία, τη διοίκηση και σε ζητήματα ευρωπαϊκής πολιτικής της Γερμανίας.
Οι πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις της χρονιάς άφησαν ήδη σημάδια. Στη Βάδη-Βυρτεμβέργη οι Πράσινοι διατήρησαν την πρωτιά με οριακή διαφορά από το CDU, ενώ στη Ρηνανία-Παλατινάτο το CDU έβαλε τέλος σε 35 χρόνια διακυβέρνησης από το SPD. Ωστόσο, οι Χριστιανοδημοκράτες δεν βγήκαν αλώβητοι και το SPD συνέχισε την καθοδική του πορεία.

Ο Φρίντριχ Μερτς © EPA/CLEMENS BILAN
Το AfD προελαύνει στη Γερμανία: Κρίσιμη μάχη στη Σαξονία
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τον Μερτς. Ο καγκελάριος καταγράφει εξαιρετικά χαμηλή δημοτικότητα, ενώ το CDU κινείται περίπου στο 21% στις εθνικές δημοσκοπήσεις, έναντι 12% του SPD και 29% του AfD. Την ίδια ώρα, η γερμανική οικονομία δυσκολεύεται να ξεφύγει από μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας, σημειώνει ανάλυση της ING. Η κυβέρνηση καλείται να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και να αντιμετωπίσει βαθύτερες διαρθρωτικές προκλήσεις, από τη δημογραφική γήρανση έως τη μεταβαλλόμενη οικονομική σχέση με την Κίνα.
Το CDU και το SPD συμφώνησαν σε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων λίγο πριν από το καλοκαίρι, όμως η εφαρμογή του αποδεικνύεται δύσκολη και δεν έχει την πλήρη στήριξη στο εσωτερικό των δύο κομμάτων. Το ακροδεξιό AfD αξιοποιεί αυτή την αδυναμία, προβάλλοντας την αδυναμία της κυβέρνησης να κινηθεί γρήγορα, αλλά και το πολιτικό κόστος των μεταρρυθμίσεων.
Η πιο κρίσιμη αναμέτρηση θεωρείται εκείνη στη Σαξονία-Άνχαλτ. Το AfD συγκεντρώνει ποσοστό άνω του 42% και έχει τη δυνατότητα, για πρώτη φορά στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, να αναδείξει πρωθυπουργό κρατιδίου.
Σε περίπτωση απόλυτης πλειοψηφίας, το αποτέλεσμα θα είναι ξεκάθαρο. Εάν όμως κατακτήσει την πρώτη θέση χωρίς αυτοδυναμία, το πολιτικό τοπίο θα γίνει ακόμη πιο περίπλοκο, καθώς τα υπόλοιπα κόμματα θα πρέπει να σχηματίσουν έναν εξαιρετικά δύσκολο συνασπισμό ή να δεχθούν το AfD ως κυβερνητικό εταίρο.
Το CDU βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Ο Σβεν Σούλτσε ανέλαβε την πρωθυπουργία μόλις τον Ιανουάριο, διαδεχόμενος τον Ράινερ Χάζελοφ, ο οποίος παρέμεινε 15 χρόνια στην εξουσία. Ο συνασπισμός CDU-SPD-FDP έχει χάσει περίπου το ένα τέταρτο της εκλογικής του δύναμης.
Με βάση τις δημοσκοπήσεις, η μοναδική πλειοψηφία χωρίς το AfD θα απαιτούσε συνεργασία CDU, Die Linke και SPD, με οριακή διαφορά μόλις μίας έδρας. Μια τέτοια λύση θα έφερνε, ωστόσο, το CDU σε σύγκρουση με την ομοσπονδιακή κομματική απόφαση που αποκλείει συνεργασία με την Αριστερά.

Ο Ούλριχ Ζίγκμουντ © EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Σύνδεση του υποψηφίου Ούλριχ Ζίγκμουντ με νεοναζί
Ωστόσο, δεν αποκλείεται και το σενάριο της απαγόρευσης βαδίζοντας προς τις εθικές κάλπες του 2029, καθώς υπάρχουν συγκοινωνούντα δοχεία με νεοναζιστικές ομάδες και πρόσωπα. Μια γενιά μετά την απαγόρευση στη Γερμανία της νεοναζιστικής οργάνωσης HDJ, τέσσερα πρώην μέλη της κατέχουν σήμερα επιρροή γύρω από τον Ούλριχ Ζίγκμουντ, υποψήφιο του ακροδεξιού κόμματος AfD για πρωθυπουργός του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ.
Ο Ζίγκμουντ διεκδικεί να γίνει ο πρώτος ακροδεξιός πρωθυπουργός κρατιδίου από την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1949. Από τους τέσσερις άνδρες που είναι συνεργάτες του Ζίγκμουντ, δύο συγκαταλέγονται στους στενότερους συμβούλους του, ενώ δύο συμμετείχαν στη σύνταξη του προεκλογικού προγράμματος της AfD.
Σύμφωνα με έρευνα της WELT, και οι τέσσερις είχαν εμπλακεί στην Heimattreue Deutsche Jugend (HDJ), μια οργάνωση που είχε ως πρότυπο, μεταξύ άλλων, τη Χιτλερική Νεολαία και απαγορεύτηκε από τη γερμανική κυβέρνηση το 2009. Η ομοσπονδιακή απόφαση απαγόρευσης ανέφερε ότι στόχος της ήταν η εκπαίδευση μιας «νεοναζιστικής ελίτ» με βαθιές αναφορές στην εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία.
Η AfD περιλαμβάνει την HDJ —το όνομα της οποίας αποδίδεται περίπου ως «Γερμανική Νεολαία Πιστή στην Πατρίδα»— στον κατάλογο οργανώσεων των οποίων τα πρώην μέλη δεν επιτρέπεται να ενταχθούν στο κόμμα, αναφέρει το Politico.
Το γερμανικό Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο επικύρωσε την απαγόρευση το 2010, κρίνοντας ότι η HDJ υιοθετούσε την ιδεολογία του «αίματος και του εδάφους» και τη φυλετική θεωρία των εθνικοσοσιαλιστών, ενώ διέδιδε αντισημιτικές αντιλήψεις. Το δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η οργάνωση διατηρούσε συνολικά «μαχητικά επιθετική στάση» απέναντι στη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη.
Οι εκλογικές εξισώσεις σε Μεκλεμβούργο και Βερολίνο
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το AfD προηγείται με 36%, με επικεφαλής τον Λάιφ-Έρικ Χολμ, όμως το SPD της Μανουέλα Σβέζιχ συγκεντρώνει 29% – εντυπωσιακή επίδοση για ένα κόμμα που σε εθνικό επίπεδο βρίσκεται στο 12%. Στην ερώτηση ποιον θέλουν για πρωθυπουργό του κρατιδίου, οι ψηφοφόροι προτιμούν τη Σβέζιχ με 47%, έναντι 27% του Χολμ.
Παρά την προσωπική της δημοφιλία, η κυβέρνηση της Σβέζιχ με τη Die Linke χάνει την πλειοψηφία. Η πιθανότερη λύση είναι ένας συνασπισμός SPD, Die Linke και CDU. Έτσι, το CDU θα μπορούσε να βρεθεί ως τέταρτη πολιτική δύναμη σε μια κυβέρνηση με επικεφαλής το SPD και συμμετοχή της Αριστεράς. Το ίδιο ενδεχόμενο συνεργασίας CDU και Die Linke ενδέχεται να προκύψει και στη Σαξονία-Άνχαλτ, δημιουργώντας σοβαρό εσωκομματικό πρόβλημα για τους Χριστιανοδημοκράτες.
Στο Βερολίνο η εικόνα είναι διαφορετική. Περίπου 2,4 εκατ. ψηφοφόροι καλούνται στις κάλπες, ενώ το AfD βρίσκεται στο 17%, σχεδόν διπλάσια από την επίδοσή της το 2023, χωρίς όμως να απειλεί άμεσα την πρωτιά. Το βασικό πρόβλημα είναι ο κατακερματισμός: Die Linke, CDU, AfD, Πράσινοι και SPD βρίσκονται σε απόσταση μόλις έξι ποσοστιαίων μονάδων, ενώ κάθε πιθανή πλειοψηφία απαιτεί τη συνεργασία τριών κομμάτων.
Η αποχώρηση του Κάι Βέγκνερ από την υποψηφιότητα για δήμαρχος τον Ιούλιο, μετά από μήνες κριτικής για τον χειρισμό του μπλακάουτ του Ιανουαρίου, αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο το CDU. Ο Στέφαν Έβερς ανέλαβε την υποψηφιότητα και την προσωρινή ηγεσία του κόμματος, ενώ η Die Linke, με την Ελίφ Εράλπ, έχει περάσει στην πρώτη θέση, προβάλλοντας κυρίως ζητήματα ενοικίων και απαλλοτριώσεων.

Η πρόεδρος του γερμανικού ακροδεξιού κόμματος AfD Άλις Βάιντελ © EPA/SOEREN STACHE
Η οικονομική ατζέντα του AfD για τη Γερμανία
Πέρα από τις εκλογικές αριθμητικές, η άνοδος του AfD έχει ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία και τις επιχειρήσεις. Το κόμμα εμφανίζεται πλέον ως η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της Γερμανίας στις εθνικές δημοσκοπήσεις, όμως η οικονομική του ατζέντα παραμένει ασαφής και γεμάτη αντιφάσεις.
Το ομοσπονδιακό πρόγραμμα του 2025 περιλάμβανε την έξοδο από το ευρώ, την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, την επαναφορά του χρυσού στη χώρα και τη «νομισματοποίηση» των απαιτήσεων Target-2, ενώ προέβλεπε και υψηλότερες συντάξεις. Το ZEW είχε υπολογίσει ότι το πρόγραμμα του AfD παρουσίαζε το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό κενό μεταξύ όλων των κομμάτων.
Ωστόσο, σε πρόσφατο κείμενο της κοινοβουλευτικής της ομάδας, το AfD αφαίρεσε από την οικονομική της ατζέντα σχεδόν ολόκληρο το συγκεκριμένο πακέτο: έξοδο από το ευρώ, επιστροφή στο μάρκο, χρυσό, Target-2 και Bitcoin. Αντίθετα, υιοθέτησε φορολογικές προτάσεις που παραπέμπουν στον Πολ Κίρχοφ και υπερασπίστηκε ως απαραβίαστο το συνταγματικό «φρένο χρέους».
Η οικονομική βιωσιμότητα των προτάσεων αποτελεί επίσης ζήτημα. Μελέτη του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών της Χάλε κοστολόγησε το πρόγραμμα το AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ και υπολόγισε ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες περίπου 2,5 δισ. ευρώ. Απέναντι σε αυτές βρίσκονται μόλις 243 εκατ. ευρώ από τεκμηριωμένες εξοικονομήσεις. Δηλαδή, λιγότερο από 10 σεντς για κάθε ευρώ των εξαγγελιών καλύπτεται από εξοικονομήσεις, αφήνοντας κενό τουλάχιστον 2,2 δισ. ευρώ.
Παρά τα ερωτήματα αυτά, η δημοσκοπική δυναμική του AfD δεν έχει ανακοπεί. Η Αλίς Βάιντελ, σε συνέντευξή της στο ZDF, επανέλαβε την κριτική της στο ευρώ, χωρίς να δηλώσει ξεκάθαρα ότι μια ακροδεξιά κυβέρνηση του AfD θα οδηγούσε τη Γερμανία εκτός Ευρωζώνης. Για τη Συνθήκη Σένγκεν, ωστόσο, ήταν σαφέστερη, υποστηρίζοντας την ακύρωσή της.
Τρεις εκλογικές μάχες με εθνικές συνέπειες
Οι ίδιες οι εκλογές του Σεπτεμβρίου δεν αναμένεται να έχουν άμεση και σημαντική επίδραση στη γερμανική οικονομία, σύμφωνα με τους αναλυτές της ING. Θα μπορούσαν, όμως, να επηρεάσουν την εφαρμογή του ομοσπονδιακού μεταρρυθμιστικού προγράμματος και να αυξήσουν την πολιτική αβεβαιότητα. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αντίδραση των επενδυτών, αλλά και οι εσωκομματικές εξελίξεις που μπορεί να προκύψουν μετά τις κάλπες.
- Πρώτο ζήτημα είναι το λεγόμενο «τείχος προστασίας» απέναντι στο AfD. Ο Μερτς εξακολουθεί να αποκλείει τη συνεργασία με το κόμμα, όμως εάν στη Σαξονία-Άνχαλτ και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία οι μοναδικές πλειοψηφίες χωρίς το AfD απαιτούν συνεργασία CDU και Die Linke, οι Χριστιανοδημοκράτες θα βρεθούν μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: ποιο πολιτικό ταμπού θα πρέπει να διατηρήσουν, αυτό απέναντι στο AfD ή εκείνο που απαγορεύει κυβερνητικές συνεργασίες με την Αριστερά;
- Δεύτερο ζήτημα είναι η ηγεσία του Μερτς. Η χαμηλή δημοτικότητά του, η αλλαγή στάσης για το «φρένο χρέους» και τη δημοσιονομική τόνωση, η αργή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και οι επικρίσεις για τη στελέχωση της κυβέρνησης έχουν δημιουργήσει εσωκομματική δυσαρέσκεια. Ήδη έχουν κυκλοφορήσει σενάρια αντικατάστασής του μετά τις εκλογές, αν και μια τέτοια εξέλιξη παραμένει δύσκολη.
- Τρίτο μέτωπο είναι το SPD. Στη Σαξονία-Άνχαλτ κινδυνεύει ακόμη και να μείνει εκτός κοινοβουλίου, εάν δεν ξεπεράσει το όριο του 5%. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε τις εσωτερικές πιέσεις για αλλαγή στρατηγικής, με το κόμμα να καλείται να επιλέξει ανάμεσα στη συνέχιση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας της κυβέρνησης και σε μια πιο επιθετική, κοινωνικά προσανατολισμένη οικονομική πολιτική.
Για τη γερμανική οικονομία, επομένως, οι κάλπες του Σεπτεμβρίου δεν αλλάζουν άμεσα τα δεδομένα. Αυτό που μπορούν να αλλάξουν είναι το πολιτικό κόστος των μεταρρυθμίσεων, η ταχύτητα με την οποία θα προωθηθούν και, τελικά, ο χρόνος που θα έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση Μερτς για να τις υλοποιήσει.
