Την πρώτη του περιουσία την απέκτησε μόλις στα 27 του χρόνια, πέντε χρόνια νωρίτερα από τον Γουόρεν Μπάφετ.
Σήμερα, ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της διαστημικής εταιρείας Voyager Technologies, Ντίλαν Τέιλορ, έχει μια ξεκάθαρη συμβουλή για τη Generation Z: μην περιορίζεστε στη διεκδίκηση μιας αύξησης — ζητήστε μερίδιο στην εταιρεία για την οποία εργάζεστε. Κοινώς, ζητήστε μετοχές.
«Είναι πολύ δύσκολο να βγάλεις πολλά χρήματα δουλεύοντας για κάποιον άλλο», δήλωσε ο Τέιλορ στο Fortune. Κατά τον ίδιο, υπάρχουν ουσιαστικά δύο δρόμοι για τη δημιουργία πλούτου: το εισόδημα και η συμμετοχή στην ιδιοκτησία μιας επιχείρησης.
Η δική του επιλογή ήταν ξεκάθαρη από νωρίς. Στις συμφωνίες που διαπραγματευόταν στην αρχή της καριέρας του προτιμούσε να λαμβάνει μετοχές ή δικαιώματα συμμετοχής αντί για υψηλότερο βασικό μισθό.
Όπως αποδείχθηκε, η στρατηγική αυτή τον δικαίωσε.
Από εκατομμυριούχος στα 27, σε δισεκατομμυριούχο
Ο Τέιλορ απέκτησε την πρώτη του περιουσία διοικώντας εισηγμένες εταιρείες στους κλάδους των ηλεκτρονικών, των χρηματοοικονομικών και της τραπεζικής, ενώ παράλληλα επένδυσε σε ακίνητα και επιχειρήσεις.
Μεταξύ των επενδύσεών του περιλαμβάνονται εταιρείες όπως η Robinhood, η Relativity Space και η Calm.
Οι αποδόσεις των επενδύσεων που ξεκίνησε από τα 20 του χρόνια, σε συνδυασμό με την εισαγωγή της Voyager Technologies στο χρηματιστήριο, τον οδήγησαν τελικά στο καθεστώς του δισεκατομμυριούχου. Το Fortune αναφέρει ότι εξέτασε περίληψη των οικονομικών του στοιχείων, η οποία επιβεβαιώνει την περιουσία του.
«Ζητήστε μικρότερο μισθό και μεγαλύτερο μερίδιο»
Η συμβουλή του, όπως τονίζει, δεν αφορά μόνο ιδρυτές ή υψηλόβαθμα στελέχη που έχουν ισχυρή διαπραγματευτική θέση.
Ακόμη και ένας εργαζόμενος 24 ετών, λίγα μόλις χρόνια μετά την έναρξη της επαγγελματικής του πορείας, μπορεί να θέσει το θέμα της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας.
Η λογική, σύμφωνα με τον Τέιλορ, είναι απλή: ο εργαζόμενος δείχνει ότι δεν ενδιαφέρεται μόνο για τον επόμενο μισθό του, αλλά θέλει να συνδεθεί οικονομικά με τη μακροπρόθεσμη επιτυχία της επιχείρησης.
Όπως υποστηρίζει, ένας εργαζόμενος που θα πει στον εργοδότη του ότι είναι διατεθειμένος να δεχθεί χαμηλότερες αποδοχές με αντάλλαγμα μεγαλύτερη συμμετοχή στην αξία που θα δημιουργήσει μαζί με την εταιρεία, μπορεί να βρει θετική ανταπόκριση.
Για την επιχείρηση, άλλωστε, η χορήγηση μετοχών ή δικαιωμάτων προαίρεσης συνδέει την ανταμοιβή με την επιτυχία της: η πραγματική αξία για τον εργαζόμενο δημιουργείται εφόσον η εταιρεία αναπτυχθεί.
Ο Τέιλορ αναγνωρίζει, βέβαια, ότι αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει σε όλους τους κλάδους. Σε μια παραδοσιακή βιομηχανική επιχείρηση, για παράδειγμα, η συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο μπορεί να μην αποτελεί ρεαλιστική επιλογή.
Στις εταιρείες τεχνολογίας, όμως, όπου οι μετοχές και τα stock options αποτελούν συνηθισμένο μέρος των πακέτων αμοιβών, θεωρεί ότι οι νέοι εργαζόμενοι δεν έχουν λόγο να μην το ζητήσουν.
Και ακόμη κι αν η απάντηση είναι αρνητική, συμβουλεύει να τεθεί η επόμενη ερώτηση: πότε θα μπορούσα να γίνω επιλέξιμος για συμμετοχή;
Μια τέτοια προσέγγιση, κατά τον ίδιο, αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει ο εργοδότης τον εργαζόμενο: ως κάποιον που ενδιαφέρεται να δημιουργήσει αξία και να συνδέσει την προσωπική του επιτυχία με την επιτυχία της εταιρείας.
Η επενδυτική στρατηγική «70-30»
Ο Τέιλορ έχει και μία ακόμη συμβουλή για τους νέους που θέλουν να χτίσουν περιουσία: μια επενδυτική στρατηγική με δύο άκρα.
Προτείνει το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων να τοποθετείται σε σχετικά ασφαλείς επενδύσεις, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό να κατευθύνεται σε επιλογές με υψηλότερο ρίσκο αλλά και μεγαλύτερη πιθανότητα απόδοσης.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει μια κατανομή 70% σε έναν μεγάλο χρηματιστηριακό δείκτη, όπως ο FTSE 100 ή S&P 500 και 30% στο Bitcoin.
Η προσέγγιση μπορεί να φαίνεται επιθετική, ιδιαίτερα λόγω της μεγάλης έκθεσης σε κρυπτονομίσματα, όμως ο ίδιος πιστεύει ότι ο συνδυασμός ενός σταθερότερου πυρήνα με ένα πιο ριψοκίνδυνο τμήμα μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα.
«Το κλειδί είναι η ιδιοκτησία»
Ο Τέιλορ δεν είναι ο μόνος επενδυτής που συμβουλεύει τη Generation Z να αναζητήσει συμμετοχή στην ιδιοκτησία αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στον μισθό.
Ο Μάρτιν Μινιό, από τους πρώτους επενδυτές της Deliveroo, έγινε επίσης εκατομμυριούχος πριν κλείσει τα 30. Στα πρώτα του επαγγελματικά χρόνια επένδυσε σε εταιρείες όπως οι Revolut, Trainline και Personio.
Σήμερα είναι εταίρος της Index Ventures, επενδυτικής εταιρείας που είχε πραγματοποιήσει πρώιμες επενδύσεις σε εταιρείες όπως οι Figma, Scale AI και Wiz.
Η δική του συμβουλή κινείται στην ίδια λογική: για τους νέους εργαζόμενους, η συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο μπορεί να αποτελέσει πολύ ισχυρότερο μοχλό δημιουργίας πλούτου από μια απλή αύξηση αποδοχών.
Κατά τον Μινιό, η ένταξη σε μια πολλά υποσχόμενη εταιρεία σε πρώιμο στάδιο — ακόμη και ως ο 100ός ή ο 200ός εργαζόμενος και όχι απαραίτητα ως συνιδρυτής — μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά προσοδοφόρα εφόσον η επιχείρηση αναπτυχθεί σημαντικά.
Για όσους δεν έχουν μετοχές: επενδύσεις και χρόνος
Για τους εργαζόμενους που δεν έχουν πρόσβαση σε stock options ή άλλες μορφές συμμετοχής στην εταιρεία τους, το Fortune παραθέτει και τη συμβουλή του Ράμιτ Σέθι, συγγραφέα και ειδικού στα προσωπικά οικονομικά.
Η πρότασή του είναι πολύ πιο απλή: αυτοματοποιημένες, σταθερές επενδύσεις σε ένα χαμηλού κόστους index fund και υπομονή.
Η βασική ιδέα είναι να ξεκινά κανείς όσο το δυνατόν νωρίτερα και να αφήνει τον χρόνο και τη δύναμη του ανατοκισμού να λειτουργήσουν.
Για τους νέους, άλλωστε, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα δεν είναι απαραίτητα το ύψος του πρώτου μισθού τους, αλλά ο χρόνος που έχουν μπροστά τους.
Ακόμη και μικρές, τακτικές επενδύσεις — για παράδειγμα 50 δολάρια τον μήνα — μπορούν, σύμφωνα με αυτή τη λογική, να αποκτήσουν σημαντική αξία σε βάθος δεκαετιών.
Το κοινό μήνυμα των συμβουλών είναι σαφές: ο μισθός προσφέρει εισόδημα, όμως η ιδιοκτησία και ο χρόνος μπορούν να δημιουργήσουν πλούτο.
