Η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ιράν εισέρχεται σε νέα και περισσότερο επικίνδυνη φάση, με την Τεχεράνη να διαμηνύει ότι είναι έτοιμη για έναν παρατεταμένο και εντονότερο πόλεμο, ενώ οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια και πολεμικά πλοία επαναφέρουν στο επίκεντρο τον κίνδυνο για τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Το νέο κύμα στρατιωτικών χτυπημάτων έχει ήδη ισχυρό αντίκτυπο στις αγορές. Το Brent ξεπέρασε την Τετάρτη τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Ιούλιο, με την άνοδό του από την αρχή του έτους να φτάνει περίπου το 65%, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν αυξημένο κίνδυνο για τις προμήθειες πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή.
Ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε στο Bloomberg ότι η Τεχεράνη δεν προτίθεται να υποχωρήσει απέναντι στον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό και στις επιθέσεις κατά των πετρελαιοφόρων της. Παρά την αυξανόμενη οικονομική πίεση στο εσωτερικό, η ιρανική ηγεσία αντιμετωπίζει, σύμφωνα με τον ίδιο, τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ ως υπαρξιακή απειλή και εκτιμά ότι δεν έχει άλλη επιλογή από τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η ίδια πηγή ανέφερε ότι το Ιράν ανασυγκροτεί τις στρατιωτικές του δυνατότητες μετά την ιδιαίτερα έντονη φάση των συγκρούσεων που ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο και διαθέτει επαρκές πυραυλικό απόθεμα για να αντέξει έναν μακροχρόνιο πόλεμο.
Η μεγαλύτερη επίθεση στη ναυτιλία από την έναρξη του πολέμου – Οι ροές μέσω Ορμούζ βυθίζονται
Η προειδοποίηση της Τεχεράνης συνέπεσε με τη μεγαλύτερη έως τώρα εκατέρωθεν κλιμάκωση εναντίον εμπορικών πλοίων. Σύμφωνα με το Reuters, το Ιράν ανακοίνωσε ότι επιτέθηκε σε δέκα πλοία κοντά στα Στενά του Ορμούζ, μετά την καταστροφή πέντε ιρανικών πετρελαιοφόρων από τις αμερικανικές δυνάμεις. Πρόκειται για το μεγαλύτερο κύμα επιθέσεων στη ναυτιλία από τότε που άρχισε ο πόλεμος.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι έπληξε τα πέντε ιρανικά τάνκερ ως απάντηση σε δύο απόπειρες των Φρουρών της Επανάστασης να πλήξουν αμερικανικό πολεμικό πλοίο με βαλλιστικούς πυραύλους. Η Ουάσιγκτον έχει πλέον υιοθετήσει πολιτική αντιποίνων κατά ιρανικών δεξαμενόπλοιων όταν αμερικανικά πολεμικά πλοία βρίσκονται στο στόχαστρο, έχοντας χτυπήσει συνολικά δέκα μέσα σε μία εβδομάδα.
Η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις εναντίον δύο αμερικανικών πλοίων και οκτώ εμπορικών δεξαμενόπλοιων. Παράλληλα εκτόξευσε περίπου 20 βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον αμερικανικής βάσης στην Ιορδανία. Οι ιορδανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι αναχαίτισαν τους 18, ενώ οι άλλοι δύο έπεσαν σε ακατοίκητες περιοχές.
Οι επιθέσεις είχαν και ανθρώπινο κόστος. Ένας ναυτικός σκοτώθηκε στο δεξαμενόπλοιο μεταφοράς πετρελαϊκών προϊόντων Hercules Star, το οποίο βρισκόταν αγκυροβολημένο ανοικτά του Ντουμπάι, ενώ ακόμη ένα μέλος του πληρώματος αγνοείται. Το New Andros, που μετέφερε περίπου 2 εκατ. βαρέλια fuel oil, έπιασε φωτιά έπειτα από επίθεση drone σε ιρακινά ύδατα, χωρίς να αναφερθούν τραυματισμοί μεταξύ των 22 μελών του πληρώματος.
Η βρετανική υπηρεσία ναυτικής ασφάλειας UKMTO έκανε λόγο για αρκετά εμπορικά πλοία που επλήγησαν στον βόρειο Κόλπο και στον Κόλπο του Ομάν, ενώ αναφέρθηκαν ζημιές και σε LNG carrier στο λιμάνι Khor Fakkan των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Οι νέες επιθέσεις ανατρέπουν την εικόνα σχετικής αποκλιμάκωσης που είχε διαμορφωθεί τις προηγούμενες εβδομάδες και περιορίζουν εκ νέου τη ναυσιπλοΐα μέσω μιας οδού από την οποία, πριν από τον πόλεμο, περνούσε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Ο Claudio Galimberti, επικεφαλής οικονομολόγος της Rystad Energy, δήλωσε στο Reuters ότι οι ροές μέσω των Στενών έχουν υποχωρήσει έως τα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Μόλις την εβδομάδα πριν επαναληφθούν οι έντονες συγκρούσεις στις 30 Αυγούστου είχαν φτάσει τα 8 έως 9 εκατ. βαρέλια την ημέρα.
Το κόστος γίνεται ακόμη πιο αισθητό στα διυλισμένα προϊόντα. Στις ΗΠΑ η μέση λιανική τιμή του diesel έφτασε σε ιστορικό υψηλό, πάνω από τα 5,94 δολάρια ανά γαλόνι. Σύμφωνα με στοιχεία της AAA που επικαλείται το CNN, η μέση τιμή της βενζίνης αυξήθηκε κατά 7,3 σεντς μέσα σε μία ημέρα, στα 4,22 δολάρια ανά γαλόνι.
Ο Τραμπ βλέπει τέλος μετά τις εκλογές
Η ενεργειακή ακρίβεια αυξάνει παράλληλα την πολιτική πίεση στον Ντόναλντ Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι το Ιράν επιχειρεί να παρατείνει τη σύγκρουση προκειμένου να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα και εκτίμησε ότι ο πόλεμος θα τερματιστεί αμέσως μετά τις κάλπες, επειδή, όπως είπε, η Τεχεράνη «δεν μπορεί να αντέξει άλλο».
Μιλώντας σε δημοσιογράφους, παραδέχθηκε επίσης ότι η αποκλιμάκωση των τιμών καυσίμων πιθανότατα θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο και θα έρθει μετά τις εκλογές. Το CNN σημειώνει ότι η κυβέρνηση είχε αρχικά εκτιμήσει πως ο πόλεμος θα διαρκούσε μόλις τέσσερις έως έξι εβδομάδες, πρόβλεψη που διαψεύστηκε καθώς το Ιράν κατόρθωσε να περιορίσει δραστικά την κίνηση στο Ορμούζ.
Την ίδια ώρα, πάντως, στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης υπάρχουν πολύ πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις. Η Wall Street Journal ανέφερε ότι υψηλόβαθμα στελέχη, μεταξύ των οποίων ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανςκαι ο υπουργός Εξωτερικών Μαρκ Ρούμπιο, έχουν προειδοποιήσει ότι το Ιράν ενδέχεται να μην υποχωρήσει υπό την αυξανόμενη πίεση και ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να παραταθεί ακόμη και μέχρι το τέλος της προεδρικής θητείας Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2029.
Το Ιράν αλλάζει δόγμα
Τα μηνύματα από την ιρανική πλευρά δείχνουν επίσης σκλήρυνση της στάσης. Ο νέος επικεφαλής ασφαλείας του Ιράν, Mohsen Rezaee, δήλωσε ότι η στρατιωτική προσέγγιση απέναντι σε αμερικανικά πλοία και βάσεις έχει «θεμελιωδώς αναπροσαρμοστεί».
Ακόμη πιο σαφής ήταν ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου και βασικός διαπραγματευτής στις προηγούμενες συνομιλίες κατάπαυσης του πυρός, Mohammad Bagher Ghalibaf, ο οποίος προειδοποίησε ότι η περίοδος των «αναλογικών απαντήσεων» έχει τελειώσει.
Το Ιράν εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι έχει δικαίωμα να ελέγχει την κίνηση μέσω των Στενών του Ορμούζ και στοχοποιεί πλοία που περνούν χωρίς την έγκρισή του. Η αμερικανική πλευρά, από την άλλη, επιχειρεί να αποφύγει επιστροφή στην πολεμική ένταση του Μαρτίου και των αρχών Απριλίου, στρέφοντας το βάρος στον οικονομικό αποκλεισμό και στις κυρώσεις προς χώρες και εταιρείες που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Η πίεση στην ιρανική οικονομία είναι ήδη μεγάλη. Με τις εξαγωγές πετρελαίου και τις εισαγωγές βασικών αγαθών να έχουν περιοριστεί δραστικά, ο πληθωρισμός έχει επιταχυνθεί κοντά στο 90%, ενώ το ριάλ υποχωρεί με ταχύ ρυθμό.
Παρά τις εσωτερικές πιέσεις και τις φωνές, μεταξύ των οποίων και εκείνη του προέδρου Masoud Pezeshkian, που τάσσονται υπέρ επανάληψης των διαπραγματεύσεων, η ιρανική ηγεσία δεν δείχνει πρόθυμη να κάνει το πρώτο βήμα. Βασική απαίτηση παραμένει η άρση του ναυτικού αποκλεισμού και η επιστροφή στους όρους της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός που υπεγράφη τον Ιούνιο αλλά κατέρρευσε γρήγορα.
Όπως σημειώνει η Dina Esfandiary του Bloomberg Economics, στο ιρανικό κατεστημένο βρίσκεται σε εξέλιξη συζήτηση για το εάν η χώρα πρέπει να κλιμακώσει περαιτέρω ή απλώς να αντέξει την αμερικανική πίεση. Η κατεύθυνση, ωστόσο, είναι σαφής: η Τεχεράνη επιχειρεί να αποκτήσει ταχύτερες και αποτελεσματικότερες επιλογές αντιποίνων, αυξάνοντας το κόστος για τις ΗΠΑ.
Με τις διαπραγματεύσεις παγωμένες, τις ροές πετρελαίου μέσω Ορμούζ δραστικά μειωμένες και τα πλήγματα κατά της ναυτιλίας να επανέρχονται, ο κίνδυνος ενός νέου φαύλου κύκλου κλιμάκωσης παραμένει πλέον το βασικό σενάριο που τιμολογούν οι ενεργειακές αγορές.
