Σημαντική μεταστροφή στις προσδοκίες για την πορεία των αμερικανικών επιτοκίων καταγράφει η τελευταία έρευνα του CNBC, με την πλειονότητα των αναλυτών να προβλέπει πλέον ότι η Federal Reserve δεν θα περιοριστεί σε μία μόνο αύξηση, αλλά θα προχωρήσει σε τουλάχιστον δύο μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Η αλλαγή αυτή στις εκτιμήσεις έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις επανειλημμένες πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τη Fed για όσο το δυνατόν χαμηλότερα επιτόκια.
Σύμφωνα με το CNBC Fed Survey, το 86% των συμμετεχόντων εκτιμά πλέον ότι η Fed θα αυξήσει τα επιτόκια, από μόλις 46% έναν μήνα νωρίτερα. Ακόμη πιο ενδεικτικό της αλλαγής του κλίματος είναι ότι το 55% προβλέπει περισσότερες από μία αυξήσεις, ενώ περίπου ένας στους τρεις αναμένει τρεις ή και περισσότερες.
Η μεταβολή των εκτιμήσεων έρχεται μετά από έναν μήνα κατά τον οποίο συσσωρεύτηκαν νέα πληθωριστικά ρίσκα: οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν, ο πληθωρισμός δεν υποχώρησε όσο αναμενόταν και ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, υιοθέτησε σαφώς πιο αυστηρό τόνο στην ομιλία του στο Jackson Hole.
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι οι αναλυτές δεν θεωρούν πλέον τον πληθωρισμό αποκλειστικά ενεργειακό φαινόμενο.
Περίπου τα τρία τέταρτα των 29 οικονομολόγων, διαχειριστών κεφαλαίων και στρατηγικών αναλυτών που συμμετείχαν στην έρευνα εκτιμούν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν εξαπλωθεί πέρα από τις τιμές της ενέργειας.
Πετρέλαιο και Ορμούζ αλλάζουν τις προβλέψεις
Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών. Η πλειονότητα των ερωτηθέντων στο CNBC θεωρεί ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν κλειστά για τουλάχιστον ακόμη έναν μήνα και ότι οι αυξημένες τιμές του πετρελαίου θα διατηρηθούν για περισσότερο από έξι μήνες.
Η Kathy Bostjancic, επικεφαλής οικονομολόγος για τις ΗΠΑ στη Nationwide, σημειώνει ότι η νέα άνοδος στις τιμές πετρελαίου, βενζίνης και ντίζελ ενισχύει τον φόβο ότι το ενεργειακό σοκ θα περάσει και στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών, επηρεάζοντας παράλληλα τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω τόσο για το 2026 όσο και για το 2027. Η μέση εκτίμηση των συμμετεχόντων τοποθετεί πλέον τον πληθωρισμό κοντά στο 3,5% για φέτος, πριν υποχωρήσει στο 2,85% το 2027.
Ο Neil Dutta, επικεφαλής οικονομικής έρευνας στη Renaissance Macro Research, υποστηρίζει ότι τα σημερινά δεδομένα δεν προσφέρουν ενδείξεις πως ο πληθωρισμός θα επιστρέψει σύντομα στον στόχο της Fed.
Το δίλημμα της Fed
Η κατάσταση δημιουργεί, ωστόσο, ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα για την αμερικανική κεντρική τράπεζα. Ορισμένοι αναλυτές αμφισβητούν κατά πόσο οι αυξήσεις επιτοκίων μπορούν πράγματι να αντιμετωπίσουν έναν πληθωρισμό που ξεκινά από την πλευρά της προσφοράς και ειδικότερα από την ενέργεια.
Ο Douglas Gordon της Russell Investments επισημαίνει ότι η Fed καλείται να αποδείξει την αξιοπιστία της απέναντι στον πληθωρισμό, παρότι το βασικό εργαλείο της —τα επιτόκια— έχει περιορισμένη δυνατότητα να αντιμετωπίσει αυξήσεις τιμών που προκαλούνται από προβλήματα στην προσφορά.
Η Fed αποφασίζει για τα επιτόκια την Τετάρτη, με την ολοκλήρωση της διήμερης συνεδρίασης της FOMC.
Παρά την αισθητή μετατόπιση προς περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων, οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη δεν έχουν μεταβληθεί σημαντικά.
Η πιθανότητα ύφεσης τους επόμενους 12 μήνες τοποθετείται κατά μέσο όρο στο 29%, λίγο υψηλότερα από τα συνηθισμένα επίπεδα, ενώ η ανάπτυξη του ΑΕΠ προβλέπεται περίπου στο 2,25% τόσο φέτος όσο και το 2027. Η ανεργία εκτιμάται ότι θα παραμείνει κοντά στο 4,25%.
Το παράδοξο με ανάπτυξη, πληθωρισμό και επιτόκια
Αυτό ακριβώς δημιουργεί ένα από τα βασικά ερωτήματα της έρευνας: κατά πόσο μπορούν όλες αυτές οι προβλέψεις να επιβεβαιωθούν ταυτόχρονα.
Παραδοσιακά, για να περιορίσει τον πληθωρισμό, η Fed πρέπει να επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα. Αυτό συνήθως σημαίνει ότι η ανάπτυξη πρέπει να κινηθεί χαμηλότερα από το δυνητικό της επίπεδο.
Ο Guy LeBas, επικεφαλής στρατηγικής σταθερού εισοδήματος της Janney Montgomery Scott, εκτιμά ότι οι σημερινές οικονομικές συνθήκες στις ΗΠΑ δεν συμβαδίζουν με το υπάρχον επίπεδο των επιτοκίων.
Κατά τον ίδιο, «κάτι πρέπει να υποχωρήσει»: είτε ο πληθωρισμός θα πρέπει να μειωθεί είτε η Fed θα πρέπει να αυξήσει τα επιτόκια. Διαφορετικά, οι πιέσεις στο μακροπρόθεσμο σκέλος της αγοράς αμερικανικών ομολόγων ενδέχεται να συνεχιστούν.
Θετική εικόνα για τον Γουόρς
Η έρευνα του CNBC καταγράφει παράλληλα σχετικά θετική αξιολόγηση για τον τρόπο με τον οποίο ο Κέβιν Γουόρς επικοινωνεί τη νομισματική πολιτική.
Το 59% θεωρεί ότι έχει δώσει επαρκείς πληροφορίες για τις οικονομικές του εκτιμήσεις και τη στάση του απέναντι στα επιτόκια, ενώ το 66% εκτιμά ότι ασκεί τη νομισματική πολιτική με μεγάλη ή αρκετή ανεξαρτησία.
Παράλληλα, το 69% θεωρεί ότι οι πιέσεις της κυβέρνησης για χαμηλότερα επιτόκια δεν θα επηρεάσουν την απόφαση της Fed στην τρέχουσα συνεδρίαση.
Στην κορυφή των κινδύνων για την αμερικανική οικονομία παραμένουν ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός, ο πόλεμος με το Ιράν και οι υψηλές τιμές του πετρελαίου.
Το μήνυμα της έρευνας είναι, τελικά, σαφές: η αγορά έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό το σενάριο μιας μεμονωμένης αύξησης επιτοκίων και προετοιμάζεται πλέον για έναν νέο κύκλο νομισματικής σύσφιγξης, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις δεν αρχίσουν να αποκλιμακώνονται.
