Την ώρα που ο Ισπανός Πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ προκήρυσσε πρόωρες εκλογές στις 29 Νοεμβρίου, μια δημοσκόπηση (RTVE) έδινε την τελευταία εκτίμηση για τον προσεχή κοινοβουλευτικό συσχετισμό. Το Λαϊκό Κόμμα (PP) εμφανίζεται πρώτο με 137 έδρες και το Σοσιαλιστικό (PSOE) δεύτερο με διαφορά στις 104 έδρες. Ως τρίτο κόμμα εμφανίζεται το ανερχόμενο ακροδεξιό VOX με 65 έδρες. Ο συνασπισμός της Αριστεράς (SUMAR), αποδυναμωμένος με 10 μόλις έδρες. Απροσδιόριστη-αλλά με καθοδικές τάσεις- είναι τόσο το PODEMOS, όσο και τα αυτονομιστικά κόμματα.
Ο Σάντσεθ προσφεύγει στις εκλογές επιδιώκοντας μια ανατροπή εξαιρετικά δύσκολη με τα σημερινά δεδομένα. Το μέγεθος της όποιας ανατροπής επιδιώκει, ξεπερνά τα όρια του κόμματός του και αφορά στη δυνατότητα δημιουργίας μιας ευρύτερης συμμαχίας. Μιας συνεργασίας δηλαδή που στην μέχρι τώρα διακυβέρνηση της χώρας πέρασε από σαράντα κύματα. Άλλωστε, στην καταψήφιση των δύο νομοσχεδίων για το στεγαστικό, εκτός από το PP και το VOX, συμμετείχε και το αυτονομιστικό κόμμα της Καταλονίας, που ως τώρα στήριζε την κυβέρνηση Σάντσεθ. Ο Ισπανός πρωθυπουργός επιχειρεί να μετατρέψει μια κοινοβουλευτική ήττα σε αφετηρία νέας νομιμοποίησης. Αν πετύχει, θα έχει ανακτήσει την πρωτοβουλία. Αν αποτύχει, θα έχει επισπεύσει την παράδοση της εξουσίας σε μια πιθανή συνεργασία της συντηρητικής Δεξιάς με την ακροδεξιά.
Η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει ήταν η κορύφωση της στεγαστικής κρίσης. Αφορμή για το τελευταίο κύμα διαδηλώσεων έγινε η έξωση της 87χρονης Μαρία ντελ Κάρμεν Αμπασκάλ από διαμέρισμα στη Μαδρίτη, όπου ζούσε επί περίπου 70 χρόνια. Τα δύο νομοσχέδια που κατατέθηκαν στο «παρά πέντε» ήταν μια προσπάθεια προστασίας των ενοικιαστών, επιβολής πλαφόν και περιορισμών στα Airbnb. Όμως η κρίση κλιμακώθηκε επί της κυβέρνησης Σάντσεθ, επομένως χρεώθηκε το πολιτικό κόστος της κρίσης. Ίσως, λένε αναλυτές, τα μέτρα ήρθαν πολύ αργά και επιπλέον ήταν ανεπαρκή. Το στεγαστικό από δυνητικά ισχυρό χαρτί μετατρέπεται στη μεγαλύτερη πρόκληση της στρατηγικής Σάντσεθ. Η αγανάκτηση για τα ενοίκια και τις εξώσεις μπορεί να κινητοποιήσει πολίτες που αισθάνονται ότι η ανάπτυξη τους προσπερνά.
Κρίση αξιοπιστίας
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα της κυβερνητικής ευθύνης. Ένας πρωθυπουργός που βρίσκεται στην εξουσία από το 2018 δυσκολεύεται να εμφανιστεί αποκλειστικά ως εκφραστής της διαμαρτυρίας. Οφείλει να εξηγήσει γιατί η κατοικία έγινε τόσο απρόσιτη και γιατί οι προηγούμενες παρεμβάσεις δεν αρκούσαν. Η κοινωνική κινητοποίηση μπορεί να τον βοηθήσει εάν οι πολίτες πιστέψουν ότι διαθέτει εφαρμόσιμη λύση. Μπορεί να τον βλάψει εάν εκλάβουν την προκήρυξη ως προσπάθεια να μεταφέρει αλλού την ευθύνη
Απέναντι σε αυτή την αδυναμία, ο Σάντσεθ αντιτάσσει, τις οικονομικές επιδόσεις της χώρας του, τη διεύρυνση κοινωνικών παροχών, τις επενδύσεις μέσω των ευρωπαϊκών πόρων και την ενεργειακή μετάβαση. Αυτά συνθέτουν το θετικό αφήγημά του: ότι μια προοδευτική κυβέρνηση μπορεί να συνδυάζει οικονομικό δυναμισμό και κοινωνική προστασία. Όμως όταν η ανάπτυξη δεν εξασφαλίζει κατοικία, οικογενειακή αυτονομία και αίσθηση προοπτικής, η επιτυχία των μακροοικονομικών δεικτών χάνει πολιτική αποτελεσματικότητα. Η επίκληση των μεταρρυθμίσεων είναι χρήσιμη, αλλά ανεπαρκής εάν συνοδεύεται από την εντύπωση ότι η κυβέρνηση κατανοεί καλύτερα τους αριθμούς παρά την κοινωνική πίεση.
Οι υποθέσεις διαφθοράς στο πολιτικό και προσωπικό περιβάλλον του επιβαρύνουν αυτή τη δυσπιστία. Οι καταγγελίες και οι δικαστικές διαδικασίες δεν ισοδυναμούν με αποδεδειγμένη ενοχή, έχουν όμως αυτοτελές πολιτικό κόστος. Υπονομεύουν ιδιαίτερα έναν ηγέτη που προβάλλει την κοινωνική δικαιοσύνη και αντιπαρατίθεται στις προνομιούχες ελίτ.
Βαρόμετρο για τη στρατηγική Σάντσεθ θα αποτελέσει προφανώς και το μεταναστευτικό. Η κρίση στο θύλακα της Θέουτα ανέδειξε με εκρηκτικό τρόπο το πρόβλημα καθώς και θέματα μη αποτελεσματικής διαχείρισης της κρίσης, κάτι που εκμεταλλεύονται τόσο το Λαϊκό Κόμμα όσο και το VOX ήδη από τα πρώτα 24ωρα της προεκλογικής καμπάνιας. Επιπλέον ο Σάντσεθ ήδη επικαλείται τον κίνδυνο της ακροδεξιάς και το σενάριο μετεκλογικής συνεργασίας PP-VOX για να συσπειρώσει την εκλογική του βάση.
Τελικά, η προκήρυξη πρόωρων εκλογών είναι δίκοπο μαχαίρι για τον Σάντσεθ. Το πραγματικό στοίχημα είναι μια αλυσίδα μετατροπών: της κοινωνικής αγανάκτησης σε ψήφους, των ψήφων σε έδρες και των εδρών σε βιώσιμη κυβερνητική πλειοψηφία. Αν σπάσει ένας κρίκος, ακόμη και μια αξιοσημείωτη ανάκαμψη του PSOE μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά ανεπαρκής.
Πολιτική αντιπαράθεση και στην Ελλάδα
Δεν είναι τυχαίο πως οι εξελίξεις για το στεγαστικό μπήκαν και στην ατζέντα της εγχώριας πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εμμέσως άσκησε κριτική στο ΠΑΣΟΚ μιας και η «σοσιαλιστική κυβέρνηση» Σάντσεθ, όπως είπε, απέτυχε να λύσει το πρόβλημα. Έριξε μάλιστα την ιδέα να υπάρξει αύξηση της δόμηση κατά δύο ορόφους, για την ενίσχυση της προσφοράς κατοικίας. Ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έκανε λόγο για λύση που στηρίζεται στη «μπίζνα» με εργολάβους, ενώ ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ, Κώστας Τσουκαλάς δήλωσε ότι το κόμμα του δικαιώνεται δεκαέξι χρόναι μετά… «Ο κόσμος στην Ισπανία διαδηλώνει όχι γιατί δεν θέλει τις αλλαγές οι οποίες προτείνονται από την κυβέρνηση της Ισπανίας. Διαδηλώνει γιατί η Ισπανία μέσα στη δική της τραπεζική κρίση την προηγούμενη δεκαετία, δεν επέλεξε πολιτικές όπως εκείνες του ΠΑΣΟΚ, που με την κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου νομοθέτησε την προστασία της πρώτης κατοικίας το 2010». Μάλιστα πρόβλεψε ότι το στεγαστικό θα είναι κεντρικό ζήτημα στις εκλογές της χώρας μας το 2027. Ο Αλέξης Τσίπρας άσκησε κριτική στην κυβέρνηση για τη μη αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης στην επίλυση του στεγαστικού. Ας σημειωθεί πάντως ότι πληθωρισμό του Σεπτεμβρίου το κόστος της στέγασης εκτινάχθηκε κατά 14,7%.
