Η δημόσια φόρτιση των ηλεκτρικών οχημάτων κινδυνεύει να εξελιχθεί στον αδύναμο κρίκο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ηλεκτροκίνηση. Νέα μελέτη που εκπονήθηκε για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προειδοποιεί ότι το υψηλό κόστος φόρτισης, οι μεγάλες αποκλίσεις τιμών και τα αδιαφανή τιμολόγια υπονομεύουν την οικονομική ελκυστικότητα των ηλεκτρικών οχημάτων, δημιουργώντας συνθήκες «ηλεκτροκίνησης δύο ταχυτήτων», μεταξύ όσων έχουν τη δυνατότητα να φορτίζουν στο σπίτι και όσων εξαρτώνται από δημόσιες υποδομές.
Το συμπέρασμα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει δισεκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη δικτύων φόρτισης και την επιτάχυνση της μετάβασης στις μεταφορές μηδενικών εκπομπών. Μέχρι σήμερα, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στον αριθμό των νέων φορτιστών που εγκαθίστανται σε αυτοκινητοδρόμους, πόλεις και χώρους στάθμευσης. Ωστόσο, η νέα έκθεση υποστηρίζει ότι η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο η διαθεσιμότητα των υποδομών, αλλά και το κατά πόσο αυτές παραμένουν οικονομικά προσιτές και κατανοητές για τον μέσο οδηγό.
Σύμφωνα με τη μελέτη «Pricing of E-Charging for Electric Cars and Onshore Power Supply in Ports», που εκπονήθηκε για την Επιτροπή Μεταφορών και Τουρισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η δημόσια φόρτιση στην Ευρώπη είναι σήμερα από δύο έως και σχεδόν τρεις φορές ακριβότερη από τη φόρτιση στο σπίτι ή στον χώρο εργασίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, το κόστος χρήσης ενός ηλεκτρικού οχήματος μέσω δημόσιων φορτιστών προσεγγίζει ή ακόμη και υπερβαίνει το κόστος μετακίνησης ενός συμβατικού οχήματος βενζίνης ή πετρελαίου, ακυρώνοντας ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά πλεονεκτήματα που συνοδεύουν την ηλεκτροκίνηση.
Αντί για μια ενιαία και εύκολα συγκρίσιμη τιμολόγηση, ο οδηγός έρχεται αντιμέτωπος με ένα σύνθετο σύστημα χρεώσεων, στο οποίο εμπλέκονται διαφορετικοί πάροχοι φόρτισης, εφαρμογές κινητών τηλεφώνων, συνδρομητικές υπηρεσίες, πλατφόρμες roaming και ενδιάμεσοι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτροκίνησης. Ως αποτέλεσμα, η τελική τιμή συχνά δεν είναι γνωστή πριν από την έναρξη της φόρτισης, ενώ μπορεί να περιλαμβάνει όχι μόνο την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και πρόσθετες χρεώσεις σύνδεσης, τέλη χρήσης, χρεώσεις χρόνου παραμονής ή ακόμη και επιβαρύνσεις αδράνειας όταν το όχημα παραμένει συνδεδεμένο μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν εξεταστούν οι πραγματικές διαφορές τιμών που καταγράφονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Για τη φόρτιση εναλλασσόμενου ρεύματος (AC), οι μέσες τιμές κυμαίνονται μεταξύ 0,27 και 0,65 ευρώ ανά κιλοβατώρα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρούνται χρεώσεις από 0,10 έως και 0,90 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Στους ταχυφορτιστές συνεχούς ρεύματος (DC), που χρησιμοποιούνται κυρίως για ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, το εύρος είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς οι τιμές κυμαίνονται από 0,15 έως και 1,35 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Πρόκειται για αποκλίσεις που, σύμφωνα με τη μελέτη, δύσκολα μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά από τις διαφορές στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας ή στις επενδύσεις των υποδομών.
Ενδεικτικό της πολυπλοκότητας που έχει διαμορφωθεί είναι το γεγονός ότι δύο οδηγοί μπορούν να φορτίσουν το ίδιο όχημα, στον ίδιο φορτιστή, την ίδια χρονική στιγμή και με ακριβώς την ίδια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά να λάβουν διαφορετικό λογαριασμό ανάλογα με την εφαρμογή που χρησιμοποιούν, το συμβόλαιο που διαθέτουν ή τον πάροχο μέσω του οποίου πραγματοποιείται η χρέωση. Για τους συντάκτες της έκθεσης, αυτή η έλλειψη διαφάνειας αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που περιορίζουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και δυσχεραίνουν την ευρύτερη υιοθέτηση της ηλεκτροκίνησης.
Το πρόβλημα των «τοπικών μονοπωλίων» και η περιορισμένη δυνατότητα επιλογής
Πέρα από το ζήτημα του κόστους, η έκθεση στρέφει την προσοχή της και στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς δημόσιας φόρτισης, επισημαίνοντας ότι σε πολλές περιπτώσεις οι οδηγοί δεν λειτουργούν ως πραγματικοί καταναλωτές σε μια ανταγωνιστική αγορά.
Σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν σε άλλες αγορές ενέργειας ή καυσίμων, όπου ο καταναλωτής μπορεί σχετικά εύκολα να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών προμηθευτών, η δημόσια φόρτιση χαρακτηρίζεται από έντονη γεωγραφική εξάρτηση. Ο οδηγός που χρειάζεται να φορτίσει το όχημά του σε μια συγκεκριμένη περιοχή είναι συνήθως αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει τον κοντινότερο διαθέσιμο φορτιστή, ανεξάρτητα από το κόστος ή τους όρους χρέωσης.
Η έκθεση σημειώνει ότι η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί συνθήκες περιορισμένου ανταγωνισμού και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μορφές τοπικής δεσπόζουσας θέσης. Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν ένας δήμος, ένας concessionaire ή ένας μεγάλος operator ελέγχει μεγάλο μέρος των διαθέσιμων υποδομών σε μια περιοχή.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν θεωρητικά υπάρχουν πολλοί πάροχοι στην αγορά, ο οδηγός δεν έχει πάντοτε τη δυνατότητα να συγκρίνει και να επιλέξει την οικονομικότερη λύση. Η επιλογή του καθορίζεται συχνά από τη γεωγραφία και όχι από τον ανταγωνισμό.
Ηλεκτρικά αυτοκίνητα: Η μεγάλη αντίθεση με την οικιακή φόρτιση
Το πρόβλημα γίνεται πιο εμφανές όταν συγκρίνεται η εμπειρία της δημόσιας φόρτισης με εκείνη της οικιακής.
Στο σπίτι, ο καταναλωτής γνωρίζει εκ των προτέρων την τιμή της κιλοβατώρας, μπορεί να επιλέξει τιμολογιακό πρόγραμμα, να αξιοποιήσει νυχτερινές χρεώσεις ή ακόμη και να συνδυάσει τη φόρτιση με φωτοβολταϊκό σύστημα αυτοπαραγωγής. Το τελικό κόστος είναι προβλέψιμο και εύκολα υπολογίσιμο.
Στη δημόσια φόρτιση, αντίθετα, η τελική δαπάνη συχνά διαμορφώνεται από μια σειρά παραγόντων που ο χρήστης δεν μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια εκ των προτέρων. Η τιμή μπορεί να εξαρτάται από την ισχύ του φορτιστή, τον χρόνο παραμονής, τον τρόπο πληρωμής, την εφαρμογή που χρησιμοποιείται ή ακόμη και από συμφωνίες roaming μεταξύ διαφορετικών παρόχων.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η έλλειψη σαφούς και άμεσα συγκρίσιμης πληροφόρησης δυσκολεύει τους καταναλωτές να γνωρίζουν το πραγματικό κόστος μιας διαδρομής και αυξάνει την αβεβαιότητα γύρω από τη χρήση ηλεκτρικών οχημάτων.
Γιατί το ζήτημα αφορά άμεσα την Ελλάδα
Οι διαπιστώσεις της μελέτης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική αγορά, καθώς η δομή της κατοικίας στη χώρα καθιστά τη δημόσια φόρτιση πολύ πιο κρίσιμο παράγοντα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με υψηλά ποσοστά κατοίκησης σε πολυκατοικίες, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Για χιλιάδες νοικοκυριά η εγκατάσταση ιδιωτικού φορτιστή δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση, είτε λόγω έλλειψης ιδιωτικής θέσης στάθμευσης είτε λόγω τεχνικών και ιδιοκτησιακών περιορισμών.
Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των σημερινών αλλά και των μελλοντικών χρηστών ηλεκτρικών οχημάτων θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από δημόσιες υποδομές φόρτισης. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα 9.336 σημεία φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Ο μεγαλύτερος αριθμός δημοσίως προσβάσιμων σταθμών εντοπίζεται στην Αττική, όπου λειτουργούν περισσότεροι από 1.000 σταθμοί φόρτισης. Στη Βόρεια Ελλάδα λειτουργούν περίπου 800 σταθμοί φόρτισης, ενώ στη Δυτική Ελλάδα υπάρχουν περίπου 100. Στην Κρήτη λειτουργούν περίπου 300 σημεία φόρτισης, γεγονός που δείχνει ότι η ανάπτυξη των υποδομών επεκτείνεται σταδιακά και στις νησιωτικές περιοχές της χώρας.
Διαβάστε επίσης στο energygame.gr
