Με την εγχώρια κατασκευαστική δραστηριότητα να συνεχίζει την ανοδική της πορεία και τα μεγάλα έργα υποδομών να δημιουργούν ορατότητα πολλών ετών, η αγορά τσιμέντου φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αρκετά ισχυρότερη από τις αρχικές εκτιμήσεις των ίδιων των επιχειρήσεων του κλάδου. Η εικόνα που περιέγραψε η διοίκηση του Ομίλου ΗΡΑΚΛΗΣ κατά την ενημέρωση δημοσιογράφων στο Ελληνικό αποτυπώνει μια αγορά που έχει αφήσει οριστικά πίσω της τα χρόνια της κρίσης, με τη ζήτηση να ενισχύεται τόσο από τα μεγάλα δημόσια έργα όσο και από την ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα.
Όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου, Δημήτρης Χανής, η ελληνική αγορά τσιμέντου αναπτύσσεται φέτος με ρυθμό 7%-8%, υπερβαίνοντας αισθητά τον αρχικό στόχο για ανάπτυξη περίπου 5%, που είχε τεθεί στις αρχές του έτους. Η συνολική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα φθάσει τους 2,3 εκατ. τόνους, ενώ η Ηρακλής διατηρεί σταθερά μερίδιο αγοράς της τάξης του 47%-48%, παραμένοντας ο μεγαλύτερος παίκτης του κλάδου.
Παράλληλα, η εταιρεία υπενθυμίζει ότι τα τελευταία χρόνια έχει υλοποιήσει εξαγορές συνολικού ύψους περίπου 100 εκατ. ευρώ, ενισχύοντας σημαντικά την παρουσία της σε λατομεία, σκυρόδεμα και δραστηριότητες ανακύκλωσης. Η διοίκηση ξεκαθαρίζει ότι η στρατηγική αυτή θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, με στόχο τόσο την περαιτέρω γεωγραφική διεύρυνση του αποτυπώματος του Ομίλου στην ελληνική αγορά όσο και την ενίσχυση του χαρτοφυλακίου του με συμπληρωματικά προϊόντα και λύσεις για τον κατασκευαστικό κλάδο.
Οι όγκοι πωλήσεων της εταιρείας αναμένεται να κινηθούν μεταξύ 540.000 και 550.000 τόνων, ενώ οι εξαγωγές εκτιμώνται περίπου στους 600.000 τόνους. Το στοιχείο που ξεχωρίζει, σύμφωνα με τη διοίκηση, είναι η πλήρης αντιστροφή της εικόνας που επικρατούσε την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Πριν από μία δεκαετία περίπου τα δύο τρίτα της παραγωγής κατευθύνονταν στις διεθνείς αγορές, καθώς η εγχώρια κατασκευαστική δραστηριότητα είχε καταρρεύσει. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο, καθώς η ελληνική αγορά απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, αντανακλώντας την επανεκκίνηση των επενδύσεων και των κατασκευών.
Να σημειωθεί πως ο όμιλος κατέγραψε ακόμη υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Οι πωλήσεις σκυροδέματος αυξήθηκαν από περίπου 600 χιλιάδες κυβικά μέτρα το 2021 σε 1,76 εκατ. κυβικά μέτρα το 2025, γεγονός που αντιστοιχεί σε σχεδόν τριπλασιασμό του όγκου πωλήσεων μέσα σε μία πενταετία. Το δίκτυο παραγωγής επεκτάθηκε από 14 σε 45 μονάδες σε όλη τη χώρα.
Οι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης διαμορφώθηκαν διαδοχικά σε 30%, 46%, 25% και 24%, υπερβαίνοντας σημαντικά την πορεία της συνολικής αγοράς. Τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που στήριξαν αυτήν την πορεία. Ο πρώτος αφορά την επιτυχημένη ενσωμάτωση των εξαγορών που πραγματοποίησε ο όμιλος τα τελευταία χρόνια, με αιχμή το λατομείο της Μάνδρας και τις δύο μονάδες σκυροδέματος που αποκτήθηκαν από τη Χάλυψ το 2022, καθώς και την εξαγορά της Λαρσινός το 2023. Ο δεύτερος σχετίζεται με τη συνεργασία της εταιρείας με τους μεγαλύτερους κατασκευαστικούς ομίλους της χώρας στα μεγάλα έργα υποδομών. Ο τρίτος, όπως υπογράμμισε, είναι η ηγετική θέση που έχει αποκτήσει ο όμιλος στο Ελληνικό, το οποίο αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο ενιαίο κατασκευαστικό έργο της χώρας.
Νέες αυξήσεις τιμών λόγω κόστους παραγωγής
Η ανάκαμψη της ζήτησης συμπίπτει με μια νέα περίοδο αυξημένων πιέσεων στο κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με τον κ. Χανή, η εταιρεία προχώρησε τον Ιανουάριο σε ανατίμηση περίπου 8%, ενώ ακολούθησε νέα αύξηση ύψους 4-4,5 ευρώ ανά τόνο. Η τιμή του τσιμέντου διαμορφώνεται σήμερα στα επίπεδα των 126-127 ευρώ ανά τόνο. Η διοίκηση αποδίδει τις ανατιμήσεις στην άνοδο του κόστους στερεών καυσίμων, πρώτων υλών και εισαγόμενων υλικών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία. Παράλληλα, σημειώνει ότι στα μεγάλα έργα εφαρμόζονται συμβάσεις με συμφωνημένες τιμές για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μετά το πέρας του οποίου οι αυξήσεις ενσωματώνονται κανονικά στις συμβάσεις.
Η «πράσινη» στροφή του σκυροδέματος αποκτά εμπορική αξία
Παρά τις νέες προκλήσεις, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα που προκύπτουν από την αγορά είναι η σταδιακή διεύρυνση της ζήτησης για προϊόντα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος.
Μέχρι πρόσφατα τα συγκεκριμένα προϊόντα επιλέγονταν σχεδόν αποκλειστικά από μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους, που επιδίωκαν διεθνείς πιστοποιήσεις βιωσιμότητας, όπως η LEED. Πλέον, σύμφωνα με τη διοίκηση της ΗΡΑΚΛΗΣ, αντίστοιχο ενδιαφέρον εκδηλώνουν και επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους, γεγονός που υποδηλώνει ότι η περιβαλλοντική διάσταση εισέρχεται σταδιακά στον πυρήνα της αγοράς και όχι μόνο στα εμβληματικά έργα.
Η στροφή αυτή συνοδεύεται και από διαφορά τιμής. Ενδεικτικά, ένα σκυρόδεμα χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος μπορεί να κοστίζει περίπου 90 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, έναντι περίπου 80 ευρώ για ένα συμβατικό προϊόν, διαμορφώνοντας ένα premium το οποίο η αγορά δείχνει πλέον διατεθειμένη να αποδεχθεί.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr
