Τα smoke-free προϊόντα, η νέα μάχη κατά του καπνίσματος και το ευρωπαϊκό δίλημμα

Η Στοκχόλμη φιλοξένησε το Technovation Smoke-Free 2026, με επίκεντρο τη νέα πολιτική για τη νικοτίνη και τα προϊόντα χωρίς καύση

Η Agnieszka Wyszynska-Szulc, Διευθύντρια Ρυθμιστικής Πολιτικής, Προϊόντων και ESG της PMI © Philip Morris International

Η Στοκχόλμη, η πρωτεύουσα της Σουηδίας και ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής στη μάχη απέναντι στο κάπνισμα, μετατράπηκε στις 19 και 20 Μαΐου σε ένα «ζωντανό εργαστήρι». Στο συνέδριο Technovation Smoke-Free 2026 της Philip Morris International, η τεχνολογία, η επιστήμη και η ρυθμιστική πολιτική βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας συζήτησης που αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάρος διεθνώς.

Στους χώρους του Fotografiska Museum, εκεί όπου η Philip Morris International επέλεξε συμβολικά να παρουσιάσει το όραμά της για έναν κόσμο στον οποίο τα συμβατικά τσιγάρα θα αποτελούν πλέον «εκθέματα μουσείου» και όχι καθημερινή συνήθεια, επιστήμονες και στελέχη της αγοράς επιχείρησαν να επανατοποθετήσουν το ίδιο το debate, όχι ως μια μονοδιάστατη αντιπαράθεση υπέρ ή κατά του καπνού, αλλά ως μια σύνθετη πολιτική, επιστημονική και κοινωνική συζήτηση γύρω από τον πραγματικό βαθμό κινδύνου κάθε προϊόντος.

Αυτό ήταν και το βασικό μήνυμα που διαπέρασε τις τοποθετήσεις στο Technovation Smoke-Free 2026. Συγκεκριμένα, η διεθνής στρατηγική απέναντι στο κάπνισμα σχεδιάστηκε σε μια εποχή κατά την οποία η μοναδική διαθέσιμη επιλογή ήταν το συμβατικό τσιγάρο, ενώ πλέον καλείται να προσαρμοστεί σε μια νέα πραγματικότητα, όπου υπάρχουν τεχνολογίες και προϊόντα που σύμφωνα με τα στοιχεία και τις μελέτες που παρουσιάστηκαν διαφοροποιούνται ουσιαστικά ως προς τον βαθμό βλάβης. Η κοινή γραμμή των ομιλητών δεν ήταν ότι όλα τα εναλλακτικά προϊόντα είναι «ακίνδυνα», αλλά ότι η δημόσια υγεία και οι ρυθμιστικές αρχές δεν μπορούν να συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο προϊόντα που βασίζονται στην καύση και προϊόντα που λειτουργούν χωρίς καύση.

Ο προβληματισμός γύρω από το αν οι μέχρι σήμερα αντικαπνιστικές πολιτικές επαρκούν για να ανταποκριθούν σε μια αγορά όπου πλέον συνυπάρχουν το παραδοσιακό τσιγάρο και μια νέα γενιά προϊόντων νικοτίνης χωρίς καύση, με διαφορετικά τεχνολογικά και επιστημονικά χαρακτηριστικά, βρέθηκε στο επίκεντρο του συνεδρίου. Ο Αντιπρόεδρος Επικοινωνίας και Εταιρικής Πολιτικής της PMI, Τομάζο Ντι Τζιοβάνι, υποστήριξε ότι η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να αγνοεί τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις εναλλακτικές που απευθύνονται σε ενήλικους καπνιστές οι οποίοι διαφορετικά θα συνέχιζαν να καπνίζουν συμβατικά τσιγάρα. «Σχεδόν πάντα η καινοτομία συναντά αντίσταση και σκεπτικισμό. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτός ο σκεπτικισμός καθυστερεί την υιοθέτηση αλλαγών που μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά τη ζωή των ανθρώπων», ανέφερε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να συνδέσει τη συζήτηση γύρω από τα smoke-free προϊόντα με μια ευρύτερη λογική τεχνολογικής και κοινωνικής μετάβασης.

Ο Αντιπρόεδρος Επικοινωνίας και Εταιρικής Πολιτικής της PMI, Τομάζο Ντι Τζιοβάνι © Philip Morris International

Ο Αντιπρόεδρος Επικοινωνίας και Εταιρικής Πολιτικής της PMI, Τομάζο Ντι Τζιοβάνι © Philip Morris International

Τι ανέφερε μιλώντας στο powergame.gr η Agnieszka Wyszynska-Szulc

Και καθώς οι Βρυξέλλες προετοιμάζονται για την επόμενη αναθεώρηση του ρυθμιστικού πλαισίου για τα προϊόντα καπνού και νικοτίνης, ένα ακόμα στοίχημα για την αγορά είναι αν η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει όλα τα προϊόντα νικοτίνης μέσα από την ίδια λογική περιορισμών ή αν θα περάσει σε ένα πιο «αναλογικό» μοντέλο ρύθμισης.

Η Agnieszka Wyszynska-Szulc, Διευθύντρια Ρυθμιστικής Πολιτικής, Προϊόντων και ESG της PMI, έθεσε στο επίκεντρο του συνεδρίου την ανάγκη οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τη νικοτίνη να περάσουν από τη λογική της οριζόντιας απαγόρευσης σε ένα μοντέλο ρύθμισης που θα βασίζεται στον πραγματικό βαθμό κινδύνου κάθε προϊόντος. Όπως υποστήριξε, η σημερινή ευρωπαϊκή προσέγγιση εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τα συμβατικά τσιγάρα και τα εναλλακτικά προϊόντα χωρίς καύση, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με την ίδια υπάρχουν πλέον επαρκή επιστημονικά δεδομένα που αποτυπώνουν διαφορετικά επίπεδα βλάβης.

«Αν υπάρχουν προϊόντα με διαφορετικό προφίλ κινδύνου, τότε και η ρύθμιση πρέπει να το αντανακλά», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι ο στόχος της δημόσιας πολιτικής θα πρέπει να είναι η ενθάρρυνση μιας αλλαγής συμπεριφοράς προς «λιγότερο επιβλαβείς επιλογές» για τους ενήλικους καπνιστές που διαφορετικά θα συνέχιζαν να καπνίζουν συμβατικά τσιγάρα.

Στο ίδιο πλαίσιο, συνέδεσε τη συζήτηση γύρω από τα προϊόντα χωρίς καύση με τη γενικότερη ευρωπαϊκή αρχή της «τεκμηριωμένης νομοθέτησης», υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις πολιτικής θα πρέπει να βασίζονται στην επιστήμη, στην αξιολόγηση επιπτώσεων και σε πραγματικά δεδομένα και όχι όπως είπε σε «παραδοχές» ή γενικεύσεις. Για να εξηγήσει τη λογική της «αναλογικής ρύθμισης», χρησιμοποίησε το παράδειγμα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, σημειώνοντας ότι οι κυβερνήσεις παρέχουν διαφορετικά κίνητρα σε τεχνολογίες με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και ότι αντίστοιχη λογική θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στα προϊόντα νικοτίνης.

«Στο επίκεντρο η προστασία ανηλίκων»

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο θέμα της προστασίας των ανηλίκων, ξεκαθαρίζοντας ότι κατά τη θέση της PMI θα πρέπει να υπάρχει «μηδενική ανοχή» στην πρόσβαση ανηλίκων σε προϊόντα νικοτίνης. Όπως ανέφερε, η φιλοσοφία της «μείωσης βλάβης» αφορά αποκλειστικά ενήλικους καπνιστές και όχι τη δημιουργία νέων χρηστών νικοτίνης. Για αυτό, όπως είπε, απαιτείται κοινή ευθύνη από τη βιομηχανία, τις ρυθμιστικές αρχές, τα σημεία πώλησης και τους μηχανισμούς ελέγχου, με αυστηρούς κανόνες εμπορικής προώθησης και αποτελεσματικά εργαλεία επαλήθευσης ηλικίας.

Αναφερόμενη στην Ελλάδα, η Agnieszka Wyszynska-Szulc χαρακτήρισε στο powergame.gr τη χώρα παράδειγμα μιας πιο «ανοιχτής» και τεχνολογικά προσανατολισμένης προσέγγισης στη ρύθμιση των προϊόντων νικοτίνης, σημειώνοντας ότι η αξιοποίηση νέων εργαλείων, όπως το ευρωπαϊκό ψηφιακό πορτοφόλι ταυτότητας μπορεί να λειτουργήσει ως αποτελεσματικός μηχανισμός ελέγχου ηλικίας και περιορισμού της πρόσβασης ανηλίκων. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν κινηθεί προς ένα πιο οργανωμένο πλαίσιο ρύθμισης όλων των κατηγοριών smoke-free προϊόντων, επιτρέποντας παράλληλα υπό προϋποθέσεις την επικοινωνία επιστημονικά τεκμηριωμένων πληροφοριών προς τους ενήλικους καταναλωτές μέσω ειδικών ανεξάρτητων επιστημονικών επιτροπών.

Στο ίδιο πλαίσιο, συνέδεσε τη συζήτηση που ανοίγει στις Βρυξέλλες για την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας με την ανάγκη οι νέες πολιτικές να αξιολογούνται με βάση το πραγματικό αποτέλεσμα στη μείωση του καπνίσματος και όχι αποκλειστικά με βάση τον αριθμό νέων περιορισμών ή απαγορεύσεων. «Η επιτυχία της πολιτικής δεν πρέπει να μετριέται από το πόσους νέους περιορισμούς θα επιβάλει η Ευρώπη, αλλά από το πόσο λιγότεροι καπνιστές θα υπάρχουν τα επόμενα χρόνια», ανέφερε χαρακτηριστικά, δίνοντας ουσιαστικά το στίγμα της PMI υπέρ μιας περισσότερο “αναλογικής” και βασισμένης στην επιστήμη ρυθμιστικής προσέγγισης για τα προϊόντα χωρίς καύση.

PMI: 16 δισ. δολάρια επενδύθηκαν στην έρευνα και ανάπτυξη smoke-free προϊόντων από το 2008

Σημειώνεται πως η PMI από το 2008 έχει επενδύσει περισσότερα από 16 δισ. δολάρια στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D) προϊόντων χωρίς καύση, στο πλαίσιο της στρατηγικής μετασχηματισμού της προς ένα «smoke-free» επιχειρηματικό μοντέλο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Technovation Smoke-Free 2026, περίπου 43,5 εκατ. ενήλικοι καταναλωτές χρησιμοποιούν σήμερα τις smoke-free εναλλακτικές της εταιρείας, ενώ σχεδόν το 70% αυτών έχει εγκαταλείψει το συμβατικό τσιγάρο. Παράλληλα, η PMI υποστηρίζει ότι περίπου το 41,5% των καθαρών εσόδων της προέρχεται πλέον από τη νέα αυτή στρατηγική, στοιχείο που όπως επισημάνθηκε στο συνέδριο αποτυπώνει τον ευρύτερο μετασχηματισμό του επιχειρηματικού της μοντέλου.

Η σουηδική εμπειρία και η «συζήτηση που κλείνει πριν ανοίξει»

Κεντρικό σημείο αναφοράς σχεδόν σε όλες τις παρεμβάσεις αποτέλεσε η Σουηδία, η οποία παρουσιάστηκε ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που πέτυχε δραστική μείωση του καπνίσματος ακολουθώντας διαφορετική ρυθμιστική προσέγγιση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, το ποσοστό καπνιστών στη χώρα έχει υποχωρήσει πλέον στο 5,4%, το χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Group Chief Corporate Affairs Officer της PMI, Χρήστος Χαρπαντίδης, υποστήριξε ότι η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί «τυχαίο αποτέλεσμα», αλλά προϊόν συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων, πρόσβασης σε εναλλακτικά προϊόντα και διαφορετικής αντίληψης γύρω από τη διαχείριση του κινδύνου. «Η Σουηδία αποδεικνύει ότι η πολιτική επιλογή έχει απτό αποτέλεσμα», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι η τεχνολογία «δούλεψε» και ότι εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πλέον απομακρυνθεί από το συμβατικό τσιγάρο.

Ο ίδιος άφησε αιχμές και για τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η δημόσια συζήτηση γύρω από τα smoke-free προϊόντα, υποστηρίζοντας ότι «ο διάλογος πολλές φορές κλείνει πριν καν ανοίξει», παρά το γεγονός ότι όπως είπε υπάρχουν πλέον πραγματικά δεδομένα, επιστημονικές μελέτες και συγκεκριμένα παραδείγματα χωρών που δείχνουν διαφορετικά αποτελέσματα στη μείωση του καπνίσματος. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε τόσο στη Σουηδία όσο και στην Ιαπωνία ως περιπτώσεις όπου η μετάβαση των καπνιστών προς εναλλακτικές χωρίς καύση επιταχύνθηκε σημαντικά.

Ο Φινλανδός Mats Löfström, χρησιμοποίησε τη σκανδιναβική εμπειρία για να δείξει πώς οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών πολιτικών μπορούν να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις της αγοράς και ανάπτυξη παράλληλων δικτύων διακίνησης. Όπως υποστήριξε, όταν υπάρχει σταθερή καταναλωτική ζήτηση για ένα προϊόν, η πλήρης απαγόρευση δεν εξαφανίζει την αγορά, αλλά συχνά τη μεταφέρει στην παρανομία. «Είναι δύσκολο να εξηγήσεις στους πολίτες γιατί επιτρέπονται τα τσιγάρα και το παθητικό κάπνισμα, αλλά περιορίζονται προϊόντα που θεωρούνται λιγότερο επιβλαβή», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τη δυσαρέσκεια που όπως είπε υπάρχει σε μεγάλο μέρος της σκανδιναβικής κοινωνίας απέναντι στη σημερινή ευρωπαϊκή προσέγγιση.

Η δημόσια υγεία, η νικοτίνη και η «συνέχεια κινδύνου»

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα που προέκυψαν από τις επιστημονικές και ιατρικές παρεμβάσεις του συνεδρίου ήταν ότι μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης γύρω από τη νικοτίνη εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σύγχυση, υπεραπλούστευση και έλλειμμα ενημέρωσης. Η διάκριση ανάμεσα στη νικοτίνη ως ουσία και στο κάπνισμα ως πρακτική επανήλθε σχεδόν σε κάθε πάνελ, με αρκετούς ομιλητές να υποστηρίζουν ότι η δημόσια πολιτική εξακολουθεί να αντιμετωπίζει όλα τα προϊόντα νικοτίνης ως ενιαία κατηγορία, παρά τις σημαντικές διαφορές που όπως είπαν υπάρχουν ως προς τον βαθμό κινδύνου.

Ο Todd Prochnau, κλινικός φαρμακοποιός και σύμβουλος δημόσιας υγείας από τον Καναδά, παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία μόλις το 20% των Καναδών θεωρεί ότι το vaping είναι λιγότερο επιβλαβές από το κάπνισμα. Χαρακτήρισε το εύρημα «εξαιρετικά ανησυχητικό», υποστηρίζοντας ότι η εσφαλμένη αντίληψη πως «όλα είναι το ίδιο» οδηγεί τελικά πολλούς καπνιστές στο να συνεχίζουν το συμβατικό τσιγάρο. Σύμφωνα με τον ίδιο, η δημόσια υγεία θα πρέπει να επικοινωνεί πιο καθαρά ότι υπάρχει μια «συνέχεια κινδύνου» ανάμεσα στα διαφορετικά προϊόντα νικοτίνης και ότι η νικοτίνη δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το κάπνισμα και την καύση.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρώην υπουργός Υγείας των ΗΠΑ, Dr. Tom Price, ο οποίος μίλησε ανοιχτά για σοβαρό έλλειμμα ενημέρωσης ακόμη και μέσα στην ιατρική κοινότητα. Όπως ανέφερε, πολλοί γιατροί και επαγγελματίες υγείας εξακολουθούν να θεωρούν λανθασμένα ότι η νικοτίνη είναι η βασική αιτία των ασθενειών που σχετίζονται με το κάπνισμα, γεγονός που κατά τον ίδιο επηρεάζει αρνητικά ακόμη και τις συμβουλές που λαμβάνουν οι καπνιστές όταν προσπαθούν να διακόψουν το κάπνισμα.

Ο Price περιέγραψε τη Σουηδία, την Ιαπωνία και τη Νέα Ζηλανδία ως «ζωντανά εργαστήρια» πολιτικών μείωσης βλάβης, επισημαίνοντας ότι στις χώρες όπου μειώθηκε ταχύτερα το ποσοστό καπνίσματος καταγράφηκε παράλληλα και μείωση των ασθενειών και των θανάτων που σχετίζονται με αυτό. Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα που κυριάρχησε ήταν ότι η επόμενη φάση της αντικαπνιστικής πολιτικής ενδέχεται να κριθεί λιγότερο από τον αριθμό των νέων απαγορεύσεων και περισσότερο από το κατά πόσο οι κυβερνήσεις θα καταφέρουν να μειώσουν τη χρήση των πιο επιβλαβών μορφών κατανάλωσης νικοτίνης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από το δίλημμα «υπέρ ή κατά της νικοτίνης» σε ένα ευρύτερο πολιτικό και επιστημονικό debate γύρω από τη διαχείριση του κινδύνου, τη μείωση της βλάβης και τα όρια της κρατικής παρέμβασης.