Μιλώντας στα Ποσειδώνια χτες Δευτέρα 1 Ιουνίου ο ιδρυτής και πρόεδρος της Capital Maritime & Trading Βαγγέλης Μαρινάκης σκιαγράφησε το στρατηγικό τοπίο της παγκόσμιας ναυτιλίας: από την κρίση στα Στενά του Ορμούζ, έως τον σκιώδη στόλο και τον πραγματικό αντίκτυπο των δυτικών κυρώσεων.
Εμφανίστηκε αισιόδοξος για τη έκβαση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, δηλώνοντας : «Είμαι αρκετά αισιόδοξος ότι, αν περιμένουμε ακόμα μερικές εβδομάδες ή μήνες, θα βρεθεί μια λύση. Και θα υπάρξει μεγάλη ζήτηση φορτίων, για την ανασύσταση των αποθεμάτων που έχουν αδειάσει». Πρόσθεσε ότι «είναι πολύ σημαντική — όχι μόνο για την περιοχή, αλλά για τα κράτη σε όλο τον κόσμο — η ενεργειακή σταθερότητα και η ενεργειακή επάρκεια» τονίζοντας «ότι αυτό είναι κάτι που μπορεί να παράσχει η ναυτιλία, και βλέπουμε ότι είναι πιο σημαντικό από ποτέ». Διευκρίνισε ότι «μπροστά μας βρίσκεται μια μοναδική ευκαιρία για τους πλοιοκτήτες που διαθέτουν έναν αριθμό πλοίων στον τομέα της ενέργειας, δεξαμενόπλοια, LPG και LNG, ώστε να μπορούμε να δημιουργήσουμε στρατηγικές συνεργασίες με κράτη και να διασφαλίσουμε ότι, όποτε χρειαστεί και όποτε προκύψει γεωπολιτικό ζήτημα, θα υπάρχει ένας αξιόπιστος εταίρος στο πλευρό τους – όχι ευκαιριακά, αλλά με μακροπρόθεσμη προοπτική». Και κατέληξε τονίζοντας «ότι παρατηρούμε μια ολοένα αυξανόμενη τάση προς τέτοιου είδους συνεργασίες και συμφωνίες, οι οποίες βοηθούν τον κλάδο μας να αναπτύσσεται συνεχώς».
Για το θέμα του σκιώδους στόλου, ο κ. Μαρινάκης ήταν ξεκάθαρος και ευθύς: «Πρώτα απ’ όλα, έχουμε δει ότι οι κυβερνήσεις που θα έπρεπε να είχαν ανησυχήσει πολύ για τον σκιώδη στόλο, θα έπρεπε να είχαν δράσει αμέσως και να είχαν απαγορεύσει την δραστηριότητα αυτών των πλοίων. Εξαρτάται από εκείνους να τον σταματήσουν, εάν το θέλουν. Όμως, αυτό δεν συνέβη. Και φυσικά αναλαμβάνουν ένα τεράστιο περιβαλλοντικό ρίσκο, ειδικά στη Μεσόγειο, που είναι επίσης πολύ σημαντική όχι μόνο για τη μεταφορά εμπορευμάτων, αλλά και για τον τουρισμό, για τους λαούς της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Γαλλίας…»
Η πρότασή του ήταν συγκεκριμένη: «Να τους επιτρέψουμε να αποσύρουν τα πλοία και να τους δώσουμε προθεσμία 60 ή 90 ημερών, ή και περισσότερο, ώστε να μπορέσουν να αποσύρουν τον σκιώδη στόλο. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούμε να τον μειώσουμε. Αν μετά το τέλος των πολέμων ο σκιώδης στόλος παραμείνει, επειδή προσφέρει στους ναυλωτές πολύ φθηνότερες τιμές, θα τον χρησιμοποιούν. Αυτό σημαίνει ότι όλοι μας, που έχουμε επενδύσει σε τεχνολογία για νέα πλοία και ενεργούμε σύμφωνα με τους κανονισμούς, θα νιώσουμε ότι όλες οι επενδύσεις μας θα βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο. Επομένως, πιστεύω ότι όλοι πρέπει να πιέσουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση και επίσης τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιτρέψουν και να ορίσουν μια προθεσμία ώστε να αρχίσει να κινείται η διαδικασία».
Κλείνοντας, ο κ. Βαγγέλης Μαρινάκης αναφέρθηκε και στο ευαίσθητο ζήτημα των κυρώσεων, επισημαίνοντας ότι η κριτική του θέση δεν αντιφάσκει με τη συμμόρφωση: «Είπα ότι διαφωνώ απόλυτα με τις κυρώσεις, διότι, κατά τη γνώμη μου, δεν έχουν κανένα νόημα. Και οι μόνοι που τιμωρήθηκαν από τις κυρώσεις ήταν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές. Δεν επιτρεπόταν στις ευρωπαϊκές χώρες να αγοράζουν πετρέλαιο από τη Ρωσία. Και είχαμε την Ινδία να αγοράζει πετρέλαιο με τεράστια έκπτωση, την Κίνα να αγοράζει πετρέλαιο με τεράστια έκπτωση. Ακόμη και η Σαουδική Αραβία αγόραζε πετρέλαιο με τεράστια έκπτωση. Και μετά είχαμε την Ευρωπαϊκή Ένωση να αγοράζει τα προϊόντα πετρελαίου από το διυλιστήριο σε εξωφρενικά υψηλές τιμές. Και τελικά, η Ρωσία εισέπραξε περισσότερα χρήματα από ό,τι πριν, ακόμη και με την έκπτωση που έδωσε στην Κίνα, στην Ινδία και στη Σαουδική Αραβία. Ο πόλεμος συνεχίζεται. Πού είναι λοιπόν ο αντίκτυπος των κυρώσεων; Όταν το είπαμε αυτό την πρώτη φορά, όλοι άρχισαν να λένε: “Όχι, δεν σέβεστε τις κυρώσεις”. Σεβόμαστε τις κυρώσεις. Και επειδή σεβόμαστε τις κυρώσεις, μπορούμε να εκφράσουμε τη γνώμη μας και να πούμε ποιος είναι ο πραγματικός αντίκτυπος αυτών των κυρώσεων».
