Πώς θα γίνει η φορολόγηση των κρυπτονομισμάτων – Τι θα ισχύσει για όσους έχουν ήδη επενδύσεις και κέρδη

Στη Βουλή έως το τέλος του εξαμήνου το νομοσχέδιο για τη φορολόγηση των κρυπτονομισμάτων. Τα cryptos σε καθεστώς ελέγχου και διαφάνειας

Κρυπτονομίσματα © Unsplash

Στα τέλη του πρώτου εξαμήνου αναμένεται να κατατεθεί στη Bουλή το σχέδιο νόμου του υπουργείου Οικονομικών για τη φορολόγηση των κρυπτονομισμάτων. Οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου βρίσκονται στην τελική επεξεργασία των διατάξεων του σχεδίου, το οποίο ουσιαστικά θα φέρει έσοδα στο ελληνικό Δημόσιο από τις υπεραξίες που προκύπτουν, αλλά κυρίως θα οδηγήσει στη νομιμοποίηση των κερδών όσων έχουν επενδύσει σε αυτά.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο σχεδιασμός του οικονομικού επιτελείου θα προβλέπει σύμφωνα με το επικρατέστερο σενάριο την επιβολή φόρου υπεραξίας με έναν συντελεστή μεταξύ 15% και 20% στα κέρδη από τα κρυπτονομίσματα, προκειμένου τα κεφάλαια που έχουν επενδυθεί να αναγνωρίζονται, καθώς σήμερα τα κέρδη από τα  κρυπτονομίσματα είναι αόρατα για την Εφορία. Μάλιστα, ο νόμος θα έχει αναδρομική ισχύ, δηλαδή όσοι έχουν κερδίσει από την πώληση κρυπτονομισμάτων να μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν επισήμως. Βέβαια, για να γίνουν αποδεκτά θα πρέπει να υπάρχουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά και αποδεικτικά, καθώς σε διαφορετική περίπτωση δεν θα αναγνωρίζονται από την Εφορία.

Ο νέος νόμος εστιάζει στους εξής άξονες:

  1. Δημιουργία κανονιστικού πλαισίου για τη λειτουργία και την παρακολούθηση των κρυπτονομισμάτων και των άλλων ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων.
  2. Θέσπιση φορολογικού πλαισίου για τη φορολογική μεταχείριση των κρυπτονομισμάτων, που είναι μια μορφή επένδυσης, λαμβάνοντας υπόψη βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.
  3. Ανάπτυξη του πλαισίου ελέγχου των κρυπτονομισμάτων και της καταπολέμησης της χρήσης τους για παράνομες δραστηριότητες.

Σήμερα πολλοί νέοι ηλικίας 30 χρονών ασχολούνται με τα κρυπτονομίσματα, όπως αναφέρουν λογιστές και φοροτεχνικοί.  Ωστόσο, η απουσία φορολογικού πλαισίου καθιστά αδύνατη τη χρήση των κερδών επισήμως από τους επενδυτές. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για να αγοράσουν, για παράδειγμα, οτιδήποτε μεγάλης αξίας που πληρώνεται μέσω καρτών ή τραπεζικού συστήματος.

Δηλαδή, εάν κάποιος χρησιμοποιήσει τα κέρδη για την αγορά ενός ακινήτου, η φορολογική διοίκηση δεν θα αναγνωρίσει την προέλευση των χρημάτων και αυτομάτως θα ενεργοποιηθούν τα τεκμήρια. Εφόσον δεν καλύπτονται τα τεκμήρια από άλλα περιουσιακά στοιχεία, θα καταβληθεί έξτρα φόρος για την αγορά του ακινήτου. Επί της ουσίας, τα κέρδη μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για συναλλαγές κατά βάση εκτός τραπεζικού συστήματος.

Σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη επιβληθεί ή προβλέπεται να επιβληθεί φορολογία στα κρυπτονομίσματα, κυρίως στα κέρδη που προκύπτουν από πωλήσεις ή άλλες συναλλαγές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ένα ενιαίο φορολογικό καθεστώς για όλα τα κράτη-μέλη, ωστόσο τα περισσότερα έχουν θεσπίσει σχετικούς νόμους ή προωθούν κανονιστικά πλαίσια.

Για παράδειγμα, στη Γαλλία επιβάλλεται ενιαίος (flat) φόρος 30% στα κέρδη από πώληση κρυπτονομισμάτων για ιδιώτες. Στην Ιταλία εφαρμόζεται φόρος κεφαλαιουχικών κερδών 26% για κέρδη από cryptos που υπερβαίνουν συγκεκριμένο όριο. Στην Ισπανία τα κέρδη φορολογούνται με προοδευτικό συντελεστή κεφαλαιουχικών κερδών, περίπου από 19% έως 28%. Στη Δανία τα κέρδη αντιμετωπίζονται ως εισόδημα και φορολογούνται με υψηλούς συντελεστές, ενώ έχουν υπάρξει και προτάσεις για φορολόγηση ακόμη και ανείσπρακτων κερδών. Στη Σουηδία εφαρμόζεται συντελεστής 30% στα κέρδη από κρυπτονομίσματα.

Υπάρχουν, ωστόσο, και πιο ευνοϊκές ή διαφοροποιημένες περιπτώσεις. Στη Γερμανία δεν επιβάλλεται φόρος στα κέρδη εφόσον τα κρυπτονομίσματα διακρατηθούν για περισσότερο από ένα έτος. Αν πωληθούν εντός 12 μηνών, φορολογούνται ως εισόδημα με βάση τους ισχύοντες συντελεστές. Στην Πορτογαλία τα κέρδη από πώληση cryptos εντός 12 μηνών φορολογούνται περίπου με 28.

Συνολικά, σε πολλές χώρες της ΕΕ τα κέρδη από κρυπτονομίσματα φορολογούνται ήδη είτε ως κεφαλαιουχικά κέρδη είτε ως εισόδημα, με συντελεστές που κυμαίνονται περίπου από 15% έως και πάνω από 30%. Σε ορισμένα κράτη προβλέπονται εξαιρέσεις ή ελαφρύνσεις, όπως φορολόγηση μόνο εφόσον η πώληση γίνει μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.