Η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί, το αυξημένο κόστος στέγασης και ενέργειας, αλλά και η συνολική πίεση που δέχονται τα εισοδήματα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οδηγούν ολοένα και περισσότερους φορολογούμενους σε αδυναμία πληρωμής φόρων και υποχρεώσεων προς το Δημόσιο. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ανησυχητική τάση διόγκωσης των ληξιπρόθεσμων οφειλών, η οποία γίνεται εντονότερη από το 2024 και μετά, παραπέμποντας σε περιόδους μεγάλης οικονομικής πίεσης. Είναι ενδεικτικό ότι στο πρώτο τρίμηνο του έτους οι απλήρωτοι φόροι ανήλθαν στα περίπου 3 δις. ευρώ.
Τα στοιχεία δείχνουν σαφή επιδείνωση της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, καθώς τα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο. Συγκεκριμένα, το 2023 τα νέα χρέη προς την εφορία είχαν διαμορφωθεί στα 7,2 δισ. ευρώ, το 2024 εκτινάχθηκαν στα 8,4 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 ξεπέρασαν τα 9,85 δισ. ευρώ. Η εικόνα αυτή θυμίζει πλέον τις δύσκολες εποχές των Μνημονίων, όταν η οικονομική ασφυξία και η υπερφορολόγηση είχαν οδηγήσει σε έκρηξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2014 δημιουργήθηκαν νέα χρέη ύψους 13,7 δισ. ευρώ και το 2015 επιπλέον 13,4 δισ. ευρώ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, περισσότεροι από 1,1 εκατ. φορολογούμενοι προστέθηκαν μέσα σε μόλις έναν μήνα στη λίστα των οφειλετών του Δημοσίου (αυξήθηκαν από 3.681.752 σε 4.797.755), ενώ τα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη που δημιουργήθηκαν το πρώτο τρίμηνο του έτους άγγιξαν τα 3 δισ. ευρώ. Σε διάστημα ενός μήνα οι οφειλέτες του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 30,3%, με τη φορολογική διοίκηση να αποδίδει μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης στην αδυναμία πληρωμής της πρώτης δόσης του ΕΝΦΙΑ. Σύμφωνα με τα στοιχεία, περίπου το 32,5% των υπόχρεων δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα τον φόρο ακινήτων, επιλέγοντας να τον εντάξει σε ρύθμιση. Αλλά και το γεγονός αυτό θα πρέπει να προκαλεί ανησυχία.
Η επιδείνωση του κόστους ζωής και η συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος οδηγούν ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε στάση πληρωμών απέναντι στην εφορία. Για μεγάλο μέρος των φορολογουμένων, η κάλυψη βασικών καθημερινών αναγκών. όπως τρόφιμα, ενοίκιο, ενέργεια και δανειακές υποχρεώσεις, απορροφά πλέον σχεδόν το σύνολο του εισοδήματος, με αποτέλεσμα οι φορολογικές υποχρεώσεις να μεταφέρονται χρονικά ή να παραμένουν απλήρωτες.
Το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος προς την εφορία, παλαιό και νέο, ανέρχεται πλέον στα 114,5 δισ. ευρώ. Ωστόσο, από αυτό το ποσό τα 35,26 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονται ανεπίδεκτα είσπραξης, με αποτέλεσμα το πραγματικό εισπράξιμο χρέος να διαμορφώνεται στα 79,25 δισ. ευρώ.
Η κατανομή των οφειλών δείχνει ότι τα φυσικά πρόσωπα συγκεντρώνουν το 38,01% του συνολικού χρέους, δηλαδή περίπου 43,5 δισ. ευρώ, ενώ τα νομικά πρόσωπα κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό με 61,9% ή 70,9 δισ. ευρώ. Στις μικρές οφειλές κυριαρχούν κυρίως τα φυσικά πρόσωπα, καθώς σχεδόν το 98% των χρεών κάτω των 50 ευρώ και το 88% των οφειλών έως 10.000 ευρώ προέρχονται από ιδιώτες. Αντίθετα, όσο αυξάνεται το ύψος της οφειλής τόσο μεγαλύτερη γίνεται η συμμετοχή των επιχειρήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ, πάνω από το 70% του χρέους αφορά νομικά πρόσωπα.
Περιορισμένη παραμένει η ένταξη των οφειλετών σε ρυθμίσεις αποπληρωμής. Μόλις το 6,65% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους βρίσκεται σήμερα σε καθεστώς ρύθμισης, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 5,26 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών εντοπίζεται στις οφειλές από 10.000 έως 100.000 ευρώ, ενώ ειδικά στην κατηγορία 20.001 έως 50.000 ευρώ σχεδόν δύο στους δέκα οφειλέτες έχουν ενταχθεί σε ρύθμιση.
Από τα ίδια τα στοιχεία της ΑΑΔΕ προκύπτει ότι περίπου το 17% των τρεχόντων φόρων δεν πληρώνεται εμπρόθεσμα και είτε ρυθμίζεται είτε προστίθεται στον όγκο των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Αναλυτικότερα, στο πρώτο τρίμηνο του έτους:
-Το ποσοστό των εμπρόθεσμων πληρωμών ΦΠΑ ανήλθε στο 85,81%.
-Το ποσοστό των εμπρόθεσμων πληρωμών φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων διαμορφώθηκε στο 69,72%.
-Το ποσοστό των εμπρόθεσμων πληρωμών φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων ήταν υψηλότερο, στο 93,92%.
-Το ποσοστό των εμπρόθεσμων πληρωμών ΕΝΦΙΑ διαμορφώθηκε στο 67,40%.
Το συνολικό ποσοστό εμπρόθεσμων πληρωμών για το σύνολο των βασικών φόρων διαμορφώθηκε στο 82,88%, στοιχείο που δείχνει ότι σχεδόν ένας στους πέντε φόρους δεν καταβάλλεται στην ώρα του.
