Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει δύο βασικά μοντέλα φορολόγησης των κρυπτονομισμάτων, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο παρεμβάσεων σε μια αγορά που μέχρι σήμερα κινείται σε μεγάλο βαθμό εκτός ενιαίου φορολογικού πλαισίου. Οι Βρυξέλλες επιχειρούν να μετατρέψουν την εκρηκτική ανάπτυξη των crypto-assets σε μια νέα πηγή κοινοτικών εσόδων, την ώρα που η αγορά των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων αποκτά ολοένα μεγαλύτερο οικονομικό και γεωπολιτικό βάρος.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η δημιουργία ενός νέου «ίδιου πόρου» της ΕΕ, δηλαδή ενός αυτόνομου μηχανισμού χρηματοδότησης του κοινοτικού προϋπολογισμού, ο οποίος θα μπορούσε να βασιστεί άμεσα στη φορολόγηση δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τα κρυπτονομίσματα. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που συνδέεται όχι μόνο με την ανάγκη αύξησης των ευρωπαϊκών εσόδων, αλλά και με την προσπάθεια επιβολής μεγαλύτερης διαφάνειας σε μια αγορά που παραμένει δύσκολα ελέγξιμη.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αγορά των κρυπτονομισμάτων αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς, προσελκύοντας επενδυτές, εταιρείες και χρηματοοικονομικές πλατφόρμες σε παγκόσμιο επίπεδο. Παράλληλα, όμως, η απουσία ενιαίου φορολογικού πλαισίου στην Ευρώπη δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις τόσο για τις εθνικές φορολογικές αρχές όσο και για τη διαφάνεια των συναλλαγών.
Σύμφωνα με το υπό εξέταση σχέδιο που παρουσιάζει το powergame.gr, η ΕΕ εξετάζει δύο βασικά μοντέλα φορολόγησης των κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων. Το πρώτο αφορά την επιβολή φόρου επί των συναλλαγών cryptos, ενώ το δεύτερο βασίζεται στη φορολόγηση των κεφαλαιακών κερδών που προκύπτουν από την πώληση ή αξιοποίηση κρυπτονομισμάτων.
Το σενάριο της φορολόγησης συναλλαγών προβλέπει έναν ενιαίο ευρωπαϊκό φόρο επί της αξίας των crypto συναλλαγών, με ενδεικτικό συντελεστή 0,1%. Οι συναλλαγές θα δηλώνονται μέσω των αδειοδοτημένων παρόχων υπηρεσιών κρυπτονομισμάτων, όπως ανταλλακτήρια και πλατφόρμες trading, τα οποία ήδη υποχρεώνονται να καταγράφουν και να αναφέρουν δεδομένα στις φορολογικές αρχές μέσω του νέου κανονιστικού πλαισίου MiCA και της οδηγίας DAC8.
Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι το συγκεκριμένο μοντέλο θα μπορούσε να αποφέρει στον κοινοτικό προϋπολογισμό από 3 έως 4 δισ. ευρώ ετησίως, εφόσον εφαρμοστεί σε επίπεδο ΕΕ. Τα έσοδα αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών πολιτικών ή την αποπληρωμή κοινού χρέους που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Η δεύτερη επιλογή αφορά τη φορολόγηση των κεφαλαιακών κερδών από crypto-assets, δηλαδή των κερδών που αποκομίζουν οι επενδυτές όταν πωλούν κρυπτονομίσματα σε υψηλότερη τιμή από αυτήν αγοράς. Ωστόσο, εδώ ανακύπτει ένα σημαντικό πρόβλημα. Σήμερα δεν υπάρχει ενιαίο καθεστώς φορολόγησης κεφαλαιακών κερδών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάθε κράτος-μέλος εφαρμόζει διαφορετικούς κανόνες, συντελεστές και εξαιρέσεις.
Για τον λόγο αυτόν, μια πανευρωπαϊκή φορολογία crypto κερδών θα απαιτούσε βαθιά εναρμόνιση των εθνικών φορολογικών συστημάτων, κάτι που πολιτικά θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς απαιτεί ομοφωνία μεταξύ όλων των κρατών-μελών.
Το βασικό επιχείρημα υπέρ της νέας φορολόγησης είναι ότι η αγορά κρυπτονομισμάτων έχει πλέον αποκτήσει τεράστιο οικονομικό αποτύπωμα χωρίς να συμμετέχει αναλογικά στα δημόσια έσοδα. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί υποστηρίζουν ότι η αυξημένη διαφάνεια και η φορολόγηση των crypto συναλλαγών θα μπορούσαν να περιορίσουν τη φοροδιαφυγή, το ξέπλυμα χρήματος και την αδιαφάνεια που χαρακτηρίζει μέρος της αγοράς.
Παράλληλα όμως, οι ίδιες οι ευρωπαϊκές εκθέσεις αναγνωρίζουν τους σοβαρούς κινδύνους που ενδέχεται να προκαλέσει μια αυστηρή φορολογική προσέγγιση. Η υψηλή μεταβλητότητα των κρυπτονομισμάτων καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την πρόβλεψη σταθερών φορολογικών εσόδων, ενώ υπάρχει και ο φόβος μεταφοράς δραστηριότητας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά τη φύση της αποκεντρωμένης χρηματοδότησης. Πολλές συναλλαγές πραγματοποιούνται εκτός οργανωμένων πλατφορμών, μέσω ιδιωτικών ψηφιακών πορτοφολιών και αποκεντρωμένων εφαρμογών που είναι δύσκολο να παρακολουθηθούν από τις φορολογικές αρχές. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν θεσπιστεί ευρωπαϊκός φόρος, η εφαρμογή και ο έλεγχός του θα αποτελέσουν μεγάλη πρόκληση.
Η ΕΕ επιχειρεί ήδη να δημιουργήσει το ρυθμιστικό υπόβαθρο μέσω του κανονισμού MiCA, ο οποίος επιβάλλει αδειοδότηση και εποπτεία στις εταιρείες crypto που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά. Παράλληλα, η οδηγία DAC8 θεσπίζει υποχρεωτική ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών μεταξύ κρατών-μελών για συναλλαγές κρυπτονομισμάτων.
Ωστόσο, ούτε το MiCA ούτε η DAC8 προβλέπουν σήμερα συγκεκριμένη φορολόγηση των crypto-assets. Το νέο σχέδιο της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελεί ουσιαστικά το επόμενο βήμα: τη μετατροπή της εποπτείας και της καταγραφής συναλλαγών σε έναν πραγματικό ευρωπαϊκό φορολογικό μηχανισμό.
Σημειώνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει έτοιμο σχέδιο νόμου για τη φορολόγηση των κερδών από κρυπτονομίσματα. Πληροφορίες αναφέρουν ότι θα αναγνωρισθούν και οι αγοραπωλησίες της τελευταίας πενταετίας.
