ΑΑΔΕ: Στο αρχείο χρέη 6 δισ. ευρώ, ξεπερνούν τα 41 δισ. οι οφειλές που δεν πρόκειται να εισπραχθούν ποτέ

Ανενεργές επιχειρήσεις και πτωχεύσεις πίσω από τα «χαμένα» δισ. Από τα 114,5 δισ. ευρώ χρεών, μόνο 27,4 δισ. έχουν πιθανότητες είσπραξης

Ληξιπρόθεσμες οφειλές©Magnific

Μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις «εκκαθάρισης» του τεράστιου αποθέματος ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο δρομολογεί η ΑΑΔΕ, επιχειρώντας να διαχωρίσει τα πραγματικά εισπράξιμα χρέη από εκείνα που έχουν ουσιαστικά χαθεί οριστικά. Στο πλαίσιο του σχεδιασμού για το 2026, η φορολογική διοίκηση προχωράει στον χαρακτηρισμό οφειλών ύψους 6 δισ. ευρώ ως ανεπίδεκτων είσπραξης, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για ποσά τα οποία, παρά τις πολυετείς προσπάθειες, δεν μπορούν πλέον να ανακτηθούν.

Η κίνηση αυτή ανεβάζει το συνολικό ύψος των χρεών που έχουν τεθεί εκτός ενεργού εισπρακτικής διαδικασίας πάνω από τα 41 δισ. ευρώ, αποκαλύπτοντας το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος που κρύβεται πίσω από το δυσθεώρητο ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο των 114,5 δισ. ευρώ. Πρόκειται για οφειλές που σε πολλές περιπτώσεις παραμένουν ανείσπρακτες επί δεκαετίες, χωρίς να υπάρχουν πλέον περιουσιακά στοιχεία ή νομικές δυνατότητες είσπραξης.

Τα χρέη που περνούν οριστικά στο αρχείο

Οι οφειλές που χαρακτηρίζονται ανεπίδεκτες είσπραξης αφορούν κυρίως επιχειρήσεις που έχουν διακόψει τη δραστηριότητά τους, πτωχευμένες εταιρείες, φορολογούμενους που έχουν αποβιώσει χωρίς οι κληρονόμοι τους να αποδεχθούν την κληρονομιά, αλλά και περιπτώσεις οφειλετών χωρίς εμφανή περιουσιακά στοιχεία ή με περιουσία που έχει μεταβιβαστεί, καθιστώντας αδύνατη την επιβολή κατασχέσεων. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ουσιαστικά μια παραδοχή ότι σημαντικό μέρος των ληξιπρόθεσμων χρεών που εμφανίζονται στους επίσημους καταλόγους του Δημοσίου δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθεί.

Στην κατηγορία των οφειλών που θεωρούνται πρακτικά χαμένες περιλαμβάνονται υποθέσεις που έχουν απασχολήσει επί δεκαετίες τη δημόσια ζωή και εξακολουθούν να διογκώνουν τεχνητά το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων χρεών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι οφειλές της Ακρόπολης Χρηματιστηριακής, οι οποίες μαζί με πρόστιμα και προσαυξήσεις φθάνουν τα 13,2 δισ. ευρώ, τα χρέη της παλαιάς Ολυμπιακής Αεροπορίας, που προσεγγίζουν τα 2,5 δισ. ευρώ, αλλά και οφειλές από τον παλαιό Ιππόδρομο. Πρόκειται για υποθέσεις που οι πιθανότητες είσπραξης είναι ουσιαστικά μηδενικές.

Παρά ταύτα, επί σειρά ετών οι συγκεκριμένες οφειλές παρέμεναν καταγεγραμμένες στο συνολικό χαρτοφυλάκιο του Δημοσίου, καθώς το πολιτικό κόστος μιας επίσημης παραδοχής ότι δεν πρόκειται να εισπραχθούν λειτουργούσε αποτρεπτικά. Ο φόβος περί κατηγοριών για «διαγραφή χρεών» ή για ενδεχόμενη ζημία του Δημοσίου είχε αποτέλεσμα να παραμένουν στα βιβλία της φορολογικής διοίκησης οφειλές που εδώ και πολλά χρόνια αποτελούν περισσότερο λογιστικά κατάλοιπα, παρά πραγματικές απαιτήσεις.

Στην πραγματικότητα, τόσο οι πολιτικές δυνάμεις όσο και οι υπηρεσίες γνωρίζουν ότι χρέη δεκάδων ετών, που αφορούν ανενεργές εταιρείες ή φυσικά πρόσωπα χωρίς περιουσία, δεν μπορούν να ανακτηθούν. Ωστόσο, για χρόνια παρέμεναν στους καταλόγους, δημιουργώντας μια στρεβλή εικόνα για το πραγματικό μέγεθος των εισπράξιμων οφειλών.

Τα ληξιπρόθεσμα χρέη ύψους 114 δισ. ευρώ και η πραγματικότητα

Από τα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη ύψους 114,5 δισ. ευρώ, η ΑΑΔΕ εκτιμά ότι το λεγόμενο «πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο» διαμορφώνεται στα 79,18 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, ακόμη και αυτό το ποσό δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ολοκλήρου εισπράξιμο. Σύμφωνα με την ανάλυση των στοιχείων, οι οφειλές που παρουσιάζουν ουσιαστικές πιθανότητες είσπραξης περιορίζονται στα 27,39 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου στο ένα τέταρτο του συνολικού χρέους προς το Δημόσιο.

Με άλλα λόγια, από τα 114,5 δισ. ευρώ που εμφανίζονται στα βιβλία της φορολογικής διοίκησης, μόλις το 25% θεωρείται σήμερα ρεαλιστικός στόχος για είσπραξη.

Η ανάλυση του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου των 79,18 δισ. ευρώ δείχνει ότι:

  • Το 66,32% ή 52,52 δισ. ευρώ αφορά φορολογικές οφειλές.
  • Το 22,22% ή 17,59 δισ. ευρώ προέρχεται από φορολογικά και μη φορολογικά πρόστιμα.
  • Το 11,46% ή 9,07 δισ. ευρώ αφορά μη φορολογικές οφειλές, όπως δάνεια, δικαστικά έξοδα και καταλογισμούς.

Από τις φορολογικές οφειλές, 8,13 δισ. ευρώ συνδέονται με αφερέγγυους οφειλέτες, ενώ επιπλέον 16,99 δισ. ευρώ αφορούν χρέη με ληξιπρόθεσμες δόσεις που ανάγονται σε διάστημα μεγαλύτερο της τελευταίας δεκαετίας.

Μετά την αφαίρεση αυτών των κατηγοριών, απομένουν 27,39 δισ. ευρώ οφειλών, από τα οποία προέρχεται σχεδόν το 90% των συνολικών εισπράξεων της φορολογικής διοίκησης. Ουσιαστικά, η συντριπτική πλειονότητα των εσόδων εισπράττεται από μόλις το 34,6% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.

Η περαιτέρω ανάλυση των φορολογικών οφειλών αποκαλύπτει ότι ο ΦΠΑ εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη δεξαμενή ληξιπρόθεσμων χρεών.

Συγκεκριμένα:

  • Οφειλές από ΦΠΑ: 24,79 δισ. ευρώ (47,21%).
  • Οφειλές από φόρο εισοδήματος: 42,31% του συνόλου.
  • Οφειλές από φόρους περιουσίας: 2,78 δισ. ευρώ ή 5,29%.

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι οι μεγαλύτερες δυσκολίες εντοπίζονται στους έμμεσους φόρους και κυρίως στον ΦΠΑ, όπου διαχρονικά καταγράφονται υψηλά ποσοστά συσσώρευσης ληξιπρόθεσμων οφειλών.