Η Εφορία “βλέπει” επιχειρηματικές συναλλαγές πίσω από τα posts των influencers

Η φορολογική διοίκηση αξιοποιεί τα ψηφιακά ίχνη των influencers για να εντοπίσει αδήλωτα εισοδήματα και συνεργασίες που δεν τιμολογούνται

influencers, εφορία ©Magnific

Σε νέο πεδίο μάχης κατά της φοροδιαφυγής εξελίσσονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς η ΑΑΔΕ εντείνει τους ελέγχους στους influencers που αποκομίζουν σημαντικά εισοδήματα από διαφημιστικές συνεργασίες, χορηγίες και ανταλλαγές προϊόντων. Με τη χρήση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων και εξειδικευμένων ελεγκτικών ομάδων, η φορολογική διοίκηση «σαρώνει» Facebook, Instagram και TikTok, αναζητώντας αδήλωτα έσοδα, εικονικές ή ατιμολόγητες συνεργασίες και συναλλαγές που παραμένουν εκτός φορολογικής εικόνας. Κάθε οικονομικό όφελος που προκύπτει από την ψηφιακή δραστηριότητα, είτε καταβάλλεται σε χρήμα είτε σε είδος, αποτελεί αντικείμενο φορολογικού ελέγχου και πρέπει να δηλώνεται.

Στο στόχαστρο του φοροελεγκτικού μηχανισμού έχουν μπει οι influencers, με την Εφορία να «ξεσκονίζει» μία σειρά από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook, το Instagram και το TikTok, αναζητώντας «σκιώδεις» συναλλαγές και αδήλωτα εισοδήματα. Η εκρηκτική ανάπτυξη του social media marketing έχει οδηγήσει την ΑΑΔΕ σε πιο στοχευμένους και αυστηρούς ελέγχους, καθώς διαπιστώνεται ότι σημαντικό μέρος των σχετικών εσόδων εξακολουθεί να κινείται στην παραοικονομία. Η φορολογική διοίκηση επισημαίνει ότι η πλήρης συμμόρφωση με το σύστημα myDATA και η ορθή καταγραφή όλων των εσόδων, ακόμη και των προϊόντων ή υπηρεσιών που παρέχονται ως «δώρα» στο πλαίσιο εμπορικών συνεργασιών, αποτελεί μονόδρομο για την αποφυγή υψηλών φόρων και προστίμων.

Οι influencers φορολογούνται στην Ελλάδα ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή ατομικές επιχειρήσεις, δηλώνοντας τα έσοδά τους ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτό σημαίνει ότι υποχρεούνται να τηρούν λογιστικά βιβλία, να εκδίδουν τα προβλεπόμενα φορολογικά παραστατικά (τιμολόγια ή αποδείξεις) για κάθε έσοδο που προκύπτει από χορηγίες, διαφημιστικές καμπάνιες, εμπορικές συνεργασίες ή παροχές προϊόντων και υπηρεσιών και να διαβιβάζουν όλα τα σχετικά στοιχεία υποχρεωτικά στην πλατφόρμα myDATA.

Σημειώνεται ότι η ΑΑΔΕ έχει δημιουργήσει ειδικό ελεγκτικό τμήμα με αποκλειστικό αντικείμενο τον εντοπισμό influencers που, μέσω της δραστηριότητάς τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποκρύπτουν φορολογητέα ύλη ή προβαίνουν σε εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Οι έλεγχοι δεν περιορίζονται μόνο στις δημοσιεύσεις των ίδιων των ελεγχόμενων. Οι ελεγκτές εξετάζουν ακόμη και τα σχόλια κάτω από τις αναρτήσεις, τους λογαριασμούς με τους οποίους αλληλεπιδρούν, καθώς και το ευρύτερο ψηφιακό τους αποτύπωμα, αναζητώντας ενδείξεις που μπορεί να οδηγήσουν στην αποκάλυψη αδήλωτων συνεργασιών και εισοδημάτων.

Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 1966/2026 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία έκρινε ότι οι αναρτήσεις σε επαγγελματικό λογαριασμό Instagram με hashtags και tags διαφημιζόμενων επιχειρήσεων δεν μπορούν να θεωρηθούν προσωπικές δημοσιεύσεις, αλλά συνιστούν συστηματική επιχειρηματική δραστηριότητα, υποκείμενη τόσο σε φόρο εισοδήματος όσο και σε ΦΠΑ. Η ίδια απόφαση ξεκαθαρίζει ότι ακόμη και οι συνεργασίες με ανταλλαγή προϊόντων (barter), τα giveaways, καθώς και οι αναρτήσεις προβολής χωρίς έκδοση τιμολογίου, αποτελούν φορολογητέες συναλλαγές, ανεξάρτητα από το εάν υπήρξε χρηματική αμοιβή.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε επαγγελματία influencer, για την οποία η φορολογική αρχή πραγματοποίησε εκτεταμένο και αναλυτικό έλεγχο του περιεχομένου που είχε δημοσιεύσει στον επαγγελματικό λογαριασμό της στο Instagram. Οι ελεγκτές εξέτασαν αναρτήσεις στις οποίες προβάλλονταν προϊόντα και υπηρεσίες επιχειρήσεων, αλλά και συνεργασίες που δεν είχαν συνοδευθεί από την έκδοση των αντίστοιχων φορολογικών παραστατικών.

Ειδικότερα, από τον φορολογικό έλεγχο προέκυψε ότι κατά το 2019 η συγκεκριμένη influencer πραγματοποίησε συνολικά 322 αναρτήσεις. Ένα σημαντικό μέρος αυτών είχε ήδη τιμολογηθεί κανονικά. Ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι 54 αναρτήσεις δεν συνοδεύονταν από τα προβλεπόμενα φορολογικά στοιχεία, παρά το γεγονός ότι αφορούσαν την προβολή προϊόντων και υπηρεσιών μέσω hashtags και tags επιχειρήσεων. Οι συγκεκριμένες δημοσιεύσεις περιελάμβαναν συνεργασίες barter, giveaways, καθώς και προώθηση ειδών ένδυσης, υποδημάτων, κοσμημάτων, καλλυντικών, προϊόντων τεχνολογίας και τροφίμων, ενώ παράλληλα διαφημίζονταν υπηρεσίες όπως εστιατόρια, ξενοδοχεία, κομμωτήρια, γυμναστήρια και κέντρα αισθητικής.

Η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι αρκετές από τις δημοσιεύσεις της είχαν προσωπικό χαρακτήρα και δεν αποτελούσαν προϊόν διαφημιστικών συνεργασιών. Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, όμως, αξιολόγησε το πραγματικό περιεχόμενο των αναρτήσεων και διαπίστωσε ότι αυτές προέβαλλαν συγκεκριμένα προϊόντα, εμπορικά σήματα και επιχειρήσεις, εξυπηρετώντας σαφώς την επαγγελματική και επιχειρηματική δραστηριότητα της προσφεύγουσας.

Κατά συνέπεια, απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι οι επίμαχες δημοσιεύσεις αποτελούσαν οργανωμένη διαφημιστική δραστηριότητα με προφανή οικονομικό σκοπό και όχι απλές προσωπικές αναρτήσεις. Παράλληλα, έκρινε ότι ακόμη και οι συνεργασίες χωρίς χρηματική αμοιβή, όταν πραγματοποιούνται έναντι παροχής προϊόντων ή άλλου ανταλλάγματος, συνιστούν επιχειρηματικές συναλλαγές που πρέπει να τιμολογούνται. Έτσι, διατήρησε στο σύνολό τους τους φορολογικούς καταλογισμούς, επιβάλλοντας πρόστιμο 9.780 ευρώ για τη μη έκδοση 54 φορολογικών στοιχείων, φόρο εισοδήματος και πρόστιμο συνολικού ύψους 42.125,28 ευρώ, καθώς και επιπλέον ΦΠΑ ύψους 19.560 ευρώ.

Καθοριστική σημασία στον συγκεκριμένο φορολογικό έλεγχο είχαν τα ψηφιακά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία πλέον αποτελούν βασικό εργαλείο της φορολογικής διοίκησης. Οι αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να αξιοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και τη δημιουργία φορολογητέου εισοδήματος.

Η ύπαρξη φωτογραφιών, βίντεο, hashtags, αναφορών σε επιχειρήσεις, προωθητικών κωδικών, επαναλαμβανόμενων συνεργασιών ή κάθε άλλου στοιχείου που υποδηλώνει εμπορική σχέση συνεκτιμάται με τραπεζικά δεδομένα, συμβάσεις, ηλεκτρονική αλληλογραφία και κάθε άλλο διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχουν παρασχεθεί υπηρεσίες χωρίς την έκδοση των αντίστοιχων φορολογικών παραστατικών.