Ένα ποσό 620.323,34 ευρώ, δύο τραπεζικά εμβάσματα και μια φορολογική διαμάχη που αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τη «γκρίζα ζώνη» στην οποία κινούνταν μέχρι σήμερα τα κρυπτονομίσματα στην Ελλάδα.
Η υπόθεση αφορά φορολογούμενο ο οποίος, στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2024, δήλωσε στον κωδικό 659 (δηλώνονται εισοδήματα που απαλλάσσονται από τον φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο) το ποσό των 620.323 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι προέρχεται από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων και συγκεκριμένα Bitcoin. Το ποσό αντιστοιχεί, σύμφωνα με τον ίδιο, σε δύο εμβάσματα που πιστώθηκαν στον λογαριασμό του: 357.643,64 ευρώ στις 23 Ιουλίου 2024 και 262.679,70 ευρώ στις 2 Σεπτεμβρίου 2024. Η φορολογική διοίκηση, ωστόσο, δεν αποδέχθηκε την εγγραφή.
Ο φορολογούμενος υποστήριξε στην ενδικοφανή προσφυγή του ότι τα 620.323,34 ευρώ αποτελούν εισόδημα από μεταβίβαση Bitcoin και ζήτησε να αναγνωριστούν φορολογικά. Όπως αναφέρει στην προσφυγή του, κατά την ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης εμφανίστηκε μήνυμα με το οποίο ζητούνταν η προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών για την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης του κωδικού 659. Στις 4 Ιουλίου 2025 προσκόμισε στο ΚΕΦΟΔΕ Αττικής, μεταξύ άλλων, αντίγραφο της δήλωσης, τα ειδοποιητήρια των εισερχόμενων εμβασμάτων και βεβαίωση εταιρείας που αφορούσε τις συγκεκριμένες συναλλαγές. Το αίτημά του ήταν συγκεκριμένο. Να αναγνωριστεί για το φορολογικό έτος 2024 το ποσό των 620.323,34 ευρώ ως εισόδημα από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων.
Το ΚΕΦΟΔΕ Αττικής είχε διαφορετική άποψη. Έκρινε ότι το εισόδημα από τη μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων στο εξωτερικό δεν ενέπιπτε στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που θα επέτρεπαν την αναγραφή του συγκεκριμένου ποσού στον κωδικό 659. Έτσι, προχώρησε στην εκκαθάριση της δήλωσης χωρίς να λάβει υπόψη το ποσό των 620.323,34 ευρώ.
Το κρίσιμο σημείο δεν ήταν, επομένως, απλώς εάν τα χρήματα είχαν πράγματι προέλθει από πώληση Bitcoin. Το ζήτημα ήταν ποια φορολογική διάταξη επέτρεπε στον φορολογούμενο να τα δηλώσει στον συγκεκριμένο κωδικό ως εισόδημα που απαλλάσσεται από τον φόρο ή φορολογείται με ειδικό τρόπο. Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει ακριβώς το πρόβλημα που αντιμετωπίζει μέχρι σήμερα η φορολογική διοίκηση δηλαδή, την απουσία ενός ολοκληρωμένου ειδικού φορολογικού πλαισίου για τα κρυπτοστοιχεία.
Η συγκεκριμένη προσφυγή έχει ακόμη μία ενδιαφέρουσα παράμετρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης που παρέθεσες, ο ίδιος φορολογούμενος είχε προσφύγει στη ΔΕΔ και για το φορολογικό έτος 2017, επικαλούμενος εισόδημα από κρυπτονομίσματα ύψους 1.741.826,17 ευρώ. Το ποσό εκείνο δεν είχε γίνει δεκτό από τη ΔΟΥ Αμαρουσίου και ακολούθησε απορριπτική απόφαση της ΔΕΔ. Ακολούθησαν, προσφυγές για τα φορολογικά έτη 2018, 2019, 2020, 2021, 2022 και 2023, στις οποίες ο φορολογούμενος επικαλούνταν ανάλωση κεφαλαίου με βάση το εισόδημα από κρυπτονομίσματα που είχε δηλώσει για το 2017. Η νέα υπόθεση, επομένως, δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο μιας πολυετούς φορολογικής αντιπαράθεσης γύρω από το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ποσά που προέρχονται από συναλλαγές σε crypto.
Την ώρα που η φορολογική διοίκηση αντιμετωπίζει μια τέτοια υπόθεση με βάση το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει ειδικό καθεστώς φορολόγησης των κρυπτονομισμάτων. Σύμφωνα με το σχέδιο που έχει παρουσιαστεί, η Ελλάδα προσανατολίζεται σε φορολόγηση 15% της υπεραξίας από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων, ενώ προβλέπεται ετήσιο αφορολόγητο όριο 500 ευρώ. Η αλλαγή είναι ουσιαστική καθώς το αντικείμενο της φορολόγησης δεν θα είναι κατ’ ανάγκη ολόκληρο το ποσό που εισέρχεται στον τραπεζικό λογαριασμό μετά την πώληση ενός crypto, αλλά η υπεραξία, δηλαδή η διαφορά μεταξύ τιμής κτήσης και τιμής μεταβίβασης. Το σχέδιο προβλέπει επίσης κανόνες για τον προσδιορισμό της τιμής κτήσης και της υπεραξίας, ενώ περιλαμβάνει ρυθμίσεις που επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα σαφέστερο φορολογικό περιβάλλον για τις συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία.
Τι αλλάζει στην πράξη
Το βασικότερο στοιχείο της ρύθμισης είναι η υπαγωγή των κερδών από κρυπτονομίσματα στον φόρο υπεραξίας που ισχύει και για άλλες επενδυτικές τοποθετήσεις, όπως οι μετοχές και τα ομόλογα.
Η υπεραξία θα φορολογείται με συντελεστή 15% και θα προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης του κρυπτοστοιχείου. Στον υπολογισμό θα λαμβάνονται υπόψη και οι άμεσα συνδεδεμένες δαπάνες αγοράς ή πώλησης.
Για λόγους απλοποίησης και περιορισμού της γραφειοκρατίας προβλέπεται αφορολόγητο όριο υπεραξίας έως 500 ευρώ ετησίως. Εφόσον τα συνολικά ετήσια κέρδη από πωλήσεις κρυπτονομισμάτων δεν υπερβαίνουν το συγκεκριμένο ποσό, δεν θα επιβάλλεται φόρος.
Η ανταλλαγή ενός κρυπτονομίσματος με άλλο δεν θεωρείται φορολογητέα πράξη. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτές δεν θα επιβαρύνονται φορολογικά όταν μετατρέπουν, για παράδειγμα, Bitcoin σε Ethereum ή αντίστροφα.
Η φορολογική υποχρέωση θα προκύπτει μόνο όταν τα κρυπτονομίσματα μετατρέπονται σε ευρώ ή άλλο νόμισμα ή όταν χρησιμοποιούνται για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών. Με αυτόν τον τρόπο η φορολόγηση συνδέεται με την πραγματική ρευστοποίηση της επένδυσης.
Σε περίπτωση που από την πώληση κρυπτονομισμάτων προκύψει ζημία, αυτή δεν χάνεται. Το αρνητικό αποτέλεσμα θα μπορεί να μεταφέρεται για πέντε φορολογικά έτη και να συμψηφίζεται αποκλειστικά με μελλοντικά κέρδη από αντίστοιχες συναλλαγές.
Για πρώτη φορά τα κρυπτονομίσματα εντάσσονται ρητά και στο καθεστώς φορολόγησης κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών. Στις περιπτώσεις αυτές ως αξία κτήσης θα λαμβάνεται η αξία πάνω στην οποία υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς ή δωρεάς ή εκείνη που χρησιμοποιήθηκε για τη χορήγηση απαλλαγής. Έτσι διαμορφώνεται σαφής φορολογική βάση για μελλοντικές μεταβιβάσεις των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων.
Με το νέο καθεστώς τα κρυπτοστοιχεία αναγνωρίζονται πλέον ως περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να δικαιολογούν την προέλευση κεφαλαίων και να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη τεκμηρίων. Παράλληλα, τα έσοδα από νόμιμες πωλήσεις κρυπτονομισμάτων θα μπορούν να αξιοποιούνται για την αγορά ακινήτων, συμμετοχών σε επιχειρήσεις ή άλλων επενδυτικών προϊόντων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι όλες οι νέες διατάξεις θα ισχύσουν για τα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2025. Αυτό σημαίνει ότι επενδυτές που είχαν αποκτήσει κρυπτονομίσματα αρκετούς μήνες πριν από την ψήφιση του νόμου θα μπορούν να ενταχθούν στο νέο καθεστώς, να δηλώσουν τις υπεραξίες τους και να αποκτήσουν πλήρη φορολογική κάλυψη για τα σχετικά κεφάλαια εφόσον βέβαια έχουν και τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα.
