Τον ελληνικό οδικό χάρτη για την επόμενη ημέρα στην αγορά φυσικού αερίου απέστειλε το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας στις Βρυξέλλες, υποβάλλοντας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το εθνικό σχέδιο διαφοροποίησης, δηλαδή το σχέδιο για την πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό καύσιμο έως το τέλος του 2027. Πρόκειται για μία υποχρέωση που απέρρεε από το πλαίσιο του RepowerEU, με το οποίο η Ε.Ε. επιχειρεί να βάλει οριστικό τέλος στις ενεργειακές σχέσεις με τη Μόσχα.
Η κατάθεση των εθνικών σχεδίων είχε καταληκτική προθεσμία την 1η Μαρτίου 2026. Κάθε χώρα όφειλε να καταδείξει αν έχει επαρκή δυναμικότητα για να καλύψει τις ποσότητες ρωσικού αερίου από άλλες πηγές, ή αν πρόκειται να την αποκτήσει μέχρι το οριστικό «στοπ» στη Μόσχα.
Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, ο στόχος δεν ήταν να παρουσιαστεί μία λίστα από υποψήφιους εναλλακτικούς προμηθευτές, αλλά να καταδειχθεί ότι υπάρχει επαρκής στρατηγική και οι αναγκαίες υποδομές, για τη διασφάλιση της επάρκειας εφοδιασμού χωρίς το ρωσικό αέριο.
Θετικές οι Βρυξέλλες
Οι ίδιες πηγές σημειώνουν πως ενδεικτικό της επάρκειας του ελληνικού σχεδίου είναι το γεγονός ότι, μέχρι στιγμής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει ζητήσει διευκρινίσεις ή συμπληρωματικά στοιχεία από την Αθήνα. Κάτι που, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι το ελληνικό roadmap κρίνεται επαρκές ως προς τις βασικές του παραμέτρους.
Οι Βρυξέλλες έχουν αυτή τη δυνατότητα, σε περίπτωση που κάποιο εθνικό σχέδιο εμφάνιζε κενά ή ασάφειες. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας δεν έχει αξιοποιηθεί από την Κομισιόν, γεγονός που αποδίδεται στην πληρότητα των ελληνικών προβλέψεων .
Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη ότι η χώρα μας εξακολουθεί να έχει σημαντική εξάρτηση από το ρωσικό αέριο, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο σύνθετη την πρόκληση μηδενισμού των εισροών από τη Μόσχα.
Το αποτύπωμα του ρωσικού αερίου
Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το ρωσικό καύσιμο εξακολουθεί να έχει ισχυρή παρουσία στο εγχώριο ενεργειακό μίγμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τον ΔΕΣΦΑ, το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι εισαγωγές μέσω του Σιδηροκάστρου ανήλθαν σε 8,77 TWh, καλύπτοντας περίπου το 33% των συνολικών εισαγωγών.
Σε σχέση με την εγχώρια κατανάλωση (20,43 TWh), το μερίδιο του ρωσικού αερίου διαμορφώθηκε στο 43% περίπου. Πρόκειται για ένα ποσοστό το οποίο καταδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης που συνιστά για τη χώρα μας ο μηδενισμός των εισαγωγών ρωσικού καυσίμου, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια.
Η πρόοδος αυτή επιτεύχθηκε καθώς η Ελλάδα έχει στραφεί δυναμικά προς το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), το οποίο έχει πλέον αναδειχθεί σε βασικό πυλώνα τροφοδοσίας της αγοράς. Απόδειξη το γεγονός ότι στο πρώτο τριμήνο το υγροποιημένο αέριο κάλυψε το 56% των εισαγωγών, με ποσότητες που έφτασαν τις 14,9 TWh. Μάλιστα, η τάση αυτή είναι ανοδική, καθώς οι εισαγωγές LNG αυξήθηκαν κατά 36% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Ο ρόλος του LNG
Η ενίσχυση των εισαγωγών LNG αποτελεί τον πρώτο βασικό άξονα του ελληνικού σχεδίου. Η δυναμική αυτή υποστηρίζεται και από τις υφιστάμενες υποδομές, οι οποίες δίνουν στη χώρα σημαντικό περιθώριο να ενισχύσει περαιτέρω τον ρόλο του LNG, όχι μόνο για την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης, αλλά και για εξαγωγές προς την ευρύτερη περιοχή.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι δύο βασικές υποδομές LNG, δηλαδή ο τερματικός σταθμός του ΔΕΣΦΑ στη Ρεβυθούσα και η πλωτή μονάδα αποθήκευσης και επαναεριοποίησης (FSRU) στην Αλεξανδρούπολη της Gastrade. Μέσω αυτών, το ελληνικό σύστημα μπορεί να «υποδεχθεί» και να διοχετεύσει στο ελληνικό σύστημα έως και 12,5 δισ. κυβικά μέτρα (bcm) αερίου ετησίως.
Το νούμερο αυτό υπερκαλύπτει τις σημερινές ανάγκες της χώρας. Είναι ενδεικτικό ότι η συνολική ζήτηση το 2025, μαζί με τις εξαγωγές, διαμορφώθηκε στις 78,75 TWh (περίπου στα 8 δισ. κυβικά μέτρα), γεγονός που υποδηλώνει σημαντικό περιθώριο αξιοποίησης.
Συμπληρωματικές πηγές και αγωγοί
Ωστόσο, σε περίπτωση σημαντικής αύξησης των εξαγωγών -κάτι που θα συμβεί αν ενεργοποιηθεί πλήρως ο Κάθετος Διάδρομος- ενδέχεται να προκύψει ανάγκη για ένα επιπλέον FSRU, ώστε να εξυπηρετηθεί ο ρόλος της χώρας σε κόμβο διαμετακόμισης καυσίμου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, ακόμη και μετά την πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο, η Ελλάδα θα συνεχίσει να εισάγει καύσιμο μέσω αγωγών, και πιο συγκεκριμένα καύσιμο από το Αζερμπαϊτζάν μέσω του TAP.
Η υφιστάμενη συμφωνία που έχει η ΔΕΠΑ Εμπορίας προβλέπει την προμήθεια 1 δισ. κυβικών μέτρων ετησίως. Επίσης, σε εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία για την ενίσχυση της δυναμικότητας του TAP, κάτι που θα επέτρεπε να αυξηθούν οι διαθέσιμες ποσότητες.
Δεύτερος πυλώνας η εξοικονόμηση
Το ελληνικό σχέδιο δεν περιορίζεται στην υποκατάσταση των ρωσικών ποσοτήτων μέσω της περαιτέρω διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας. Αντίθετα, δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στη μείωση της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου.
Σε αυτό συμβάλλει το προφίλ της εγχώριας ζήτησης, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του καυσίμου χρησιμοποιείται στη χώρα μας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2025, πάνω από το 70% της κατανάλωσης κατευθύνθηκε στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Ωστόσο, η διείσδυση των ΑΠΕ αναμένεται να περιορίσει τη λειτουργία των μονάδων αερίου, μειώνοντας σταδιακά τη ζήτηση καυσίμου.
Πρόκειται για μία άμεση συνέπεια των κλιματικών στόχων, ανεξάρτητα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Απόδειξη το γεγονός ότι σύμφωνα με το επικαιροποιημένο Εθνικό Σχέδιο για την ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο προβλέπεται να μειωθεί κατά 15% 2030, συγκριτικά με το 2026. Η αύξηση της «πράσινης» παραγωγής εκτοπίζει τη χρήση ορυκτών καυσίμων, αλλάζοντας τη δομή του ενεργειακού μίγματος. Παράλληλα, η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, όπως οι μπαταρίες, θα περιορίσει την ανάγκη για μονάδες αερίου, ιδίως τις ώρες που δεν υπάρχει ηλιοφάνεια.
Έτερη πηγή εξοικονόμησης είναι η εξηλεκτρισμός της κατανάλωσης, ο οποίος συμβάλλει στη μείωση της χρήσης φυσικού αερίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αντλίες θερμότητας, που περιορίζουν τη χρήση ορυκτών καυσίμων στην ψύξη.
