Η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα έχει εξελιχθεί ως μία έντονα αποκεντρωμένη επενδυτική διαδικασία. Η εικόνα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας έχει αφήσει πίσω της το σύστημα λίγων μεγάλων μονάδων θερμικών παραγωγής. Πλέον αποτελεί ένα μωσαϊκό χιλιάδων μικρομεσαίων έργων, κυρίως φωτοβολταϊκών, που έχουν εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα και συνδέονται κατά κύριο λόγο στο δίκτυο διανομής, δηλαδή είναι έργα μικρής ισχύος που δεν ξεπερνά τα 10 MW.
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά της αλλαγής που έχει συντελεστεί. Από τα 17,1 GW εγκατεστημένων ΑΠΕ στο τέλος του 2025, περισσότερα από 9 GW βρίσκονται στο δίκτυο διανομής, δηλαδή πάνω από το 50% της συνολικής ισχύος. Στα φωτοβολταϊκά, η εικόνα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική, καθώς από τα συνολικά 11 GW που βρίσκονται εν λειτουργία, τα 7,3 GW αφορούν έργα ισχύος κάτω των 10 MW.
Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, είναι πως η αγορά κυριαρχείται από μικρομεσαίες επενδύσεις. Οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί ισχύος κάτω του 1 MW αντιπροσωπεύουν το 85% της εγκατεστημένης φωτοβολταϊκής ισχύος στο δίκτυο διανομής. Πρόκειται για μία εξέλιξη που δείχνει πόσο έχουν μεταβληθεί τα δεδομένα λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος, καθώς η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας γίνεται ολοένα και πιο διεσπαρμένη.
Παρελθόν το κεντρικό μοντέλο
Η μετάβαση αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα όχι μόνο για το επενδυτικό τοπίο, αλλά και για τη λειτουργία του δικτύου. Οι Διαχειριστές καλούνται να ελέγχουν 24 ώρες το 24ωρο περισσότερους από 100.000 σταθμούς ΑΠΕ που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, αριθμός πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα.
Από την άλλη πλευρά, η «πράσινη στροφή» του ηλεκτρικού μίγματος κυριαρχείται από τη μεγάλη διείσδυση των φωτοβολταϊκών. Το γεγονός αυτό οδηγεί όλο και συχνότερα σε φαινόμενα ανισορροπίας μεταξύ παραγωγής και ζήτησης, καθώς κατά τις μεσημβρινές όλες κορυφώνεται η «πράσινη» παραγωγή, χωρίς συχνά η ζήτηση να είναι τόσο μεγάλη ώστε να την καλύψει. Σε αυτές τις περιπτώσεις «πράσινης» υπερπαραγωγής, απαιτείται να απορριφθεί μέρος της παραγωγής από ΑΠΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί η ευστάθεια του συστήματος και να αποφευχθούν διαταραχές.
Για τον λόγο αυτό, εκτός από τις εγκαταστάσεις «πράσινων» μονάδων, το επόμενο βήμα της ενεργειακής μετάβασης αφορά επίσης την ενεργή διαχείριση της παραγωγής τους. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΔΕΔΔΗΕ έχει ήδη προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες, για την εγκατάσταση συστημάτων τηλεποπτείας και τηλε-ελέγχου σε σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ισχύος άνω των 400 kW, ώστε να υπάρχει δυνατότητα απομακρυσμένου ελέγχου και περιορισμού ισχύος, όταν αυτό απαιτείται για λόγους ασφαλείας. Μέχρι τον Απρίλιο του 2026 είχαν ενταχθεί στο σχετικό σύστημα τηλεποπτείας περισσότεροι από 6.200 σταθμοί, συνολικής ισχύος 5,4 GW, με ποσοστό ολοκλήρωσης άνω του 92%.
Ο στόχος του ΕΣΕΚ έρχεται νωρίτερα
Η ταχύτητα ανάπτυξης των φωτοβολταϊκών είναι τέτοια ώστε ο στόχος του ΕΣΕΚ για το 2030 αναμένεται να επιτευχθεί ήδη από το 2026. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα προβλέπει 13,5 GW φωτοβολταϊκών έως το τέλος της δεκαετίας, ωστόσο η αγορά κινείται ήδη με πολύ υψηλότερους ρυθμούς από τους αρχικούς σχεδιασμούς.
Σε αυτή την επιτάχυνση έχει συμβάλει κατά κύριο λόγο τα εμπορικά συστήματα, αφού η αυτοκατανάλωση κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Τα έργα net metering, net billing και virtual net metering έχουν φτάσει συνολικά τα 1,1 GW, ενώ τα δύο τρίτα αυτής της ισχύος συνδέθηκαν μόλις την τελευταία διετία, από το 2023 έως το 2025. Παράλληλα, τα οικιακά φωτοβολταϊκά του ειδικού προγράμματος κάτω των 10 kW έχουν ήδη φτάσει τα 350 MW.
Η εικόνα αυτή δείχνει πως η ενεργειακή μετάβαση έχει αποτελέσει στη χώρα μας υπόθεση χιλιάδων μικρών και μεσαίων επενδυτών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Ωστόσο, η ταχεία στροφή στην αποκεντρωμένη παραγωγή δημιουργεί και αυξημένες ανάγκες για επενδύσεις στο δίκτυο, το οποίο καλείται να λειτουργήσει με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν.
Μπαταρίες, έξυπνοι μετρητές και νέα φορτία
Σε αυτό το περιβάλλον, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για τη σταθερότητα του συστήματος. Το ΕΣΕΚ προβλέπει εγκατάσταση 4,3 GW συσσωρευτών έως το 2030, από μηδενική ουσιαστικά βάση σήμερα, ενώ παράλληλα προβλέπεται σημαντική ανάπτυξη έργων αντλησιοταμίευσης.
Οι μπαταρίες θεωρούνται πλέον βασικό εργαλείο για την απορρόφηση της περίσσειας παραγωγής από ΑΠΕ, τη μείωση των περικοπών και την εξισορρόπηση του συστήματος. Σε αυτό το πλαίσιο, αν και το μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο αυτόνομων μπαταριών προβλέπεται για το ηλεκτρικό σύστημα (τόσο με μονάδες με ενίσχυση όσο και με merchant έργα), παράλληλα προωθείται η σύνδεση 900 MW αυτόνομων μονάδων αποθήκευσης στο δίκτυο διανομής.
Ταυτόχρονα, ο μετασχηματισμός του δικτύου περνά μέσα από την ψηφιοποίηση και την ενεργή διαχείριση της κατανάλωσης. Οι έξυπνοι μετρητές αποκτούν κομβικό ρόλο, καθώς επιτρέπουν σχεδόν σε πραγματικό χρόνο παρακολούθηση φορτίων, ανάπτυξη δυναμικών τιμολογίων και εφαρμογές demand response.
Την ίδια στιγμή, πρόκληση για τη διαχείριση του δικτύου διανομής αποτελούν τα νέα ενεργοβόρα φορτία που συνδέονται σε αυτό, όπως τα data centers και οι σταθμοί φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων. Μάλιστα, η Ελλάδα στοχεύει να εξελιχθεί σε κόμβο ψηφιακών υποδομών, γεγονός που θα αυξήσει περαιτέρω τις απαιτήσεις για νέα έργα υποδομής, ενίσχυση υποσταθμών και δημιουργία νέου ηλεκτρικού «χώρου».
