Τι είναι ο κανόνας του 20% που πρέπει να ακολουθήσετε αν βάλετε ηλιακά πάνελ

Η επένδυση σε φωτοβολταϊκά εκτός από απαραίτητη για το περιβάλλον είναι και οικονομικά επωφελής αρκεί να ξέρετε τι να κάνετε και πώς

Εγκατάσταση φωτοβολταϊκού πάνελ © Pixabay

Ο λεγόμενος «κανόνας του 20%» στα ηλιακά πάνελ δεν αφορά κάποια τεχνική προδιαγραφή ούτε αποτελεί έναν υποχρεωτικό κανόνα εγκατάστασης. Περισσότερο αποτελεί έναν πρακτικό οδηγό για το σωστό μέγεθος ενός οικιακού φωτοβολταϊκού συστήματος.

Η βασική ιδέα είναι απλή: τα φωτοβολταϊκά που θα εγκατασταθούν πρέπει να μπορούν να παράγουν περίπου 20% περισσότερη ενέργεια από τη συνηθισμένη μηνιαία κατανάλωση του νοικοκυριού.

Ο λόγος είναι ότι η παραγωγή από τα ηλιακά πάνελ δεν είναι ποτέ απολύτως σταθερή. Εξαρτάται από την εποχή, τη διάρκεια της ημέρας, τη συννεφιά, τον προσανατολισμό της στέγης και τις τοπικές συνθήκες ηλιοφάνειας. Τον χειμώνα, για παράδειγμα, οι ημέρες είναι μικρότερες. Σε περιόδους με έντονη συννεφιά για παράδειγμα η απόδοση πέφτει. Από την άλλη, η κατανάλωση ρεύματος στο σπίτι μπορεί να αυξηθεί απότομα, ειδικά σε περιόδους καύσωνα ή έντονου κρύου, όταν δουλεύουν περισσότερο τα κλιματιστικά, οι αντλίες θερμότητας ή άλλα ενεργοβόρα συστήματα.

Πρακτικά, ο υπολογισμός γίνεται με βάση τις κιλοβατώρες, τις γνωστές kWh που εμφανίζονται στους λογαριασμούς ρεύματος. Αν ένα σπίτι καταναλώνει κατά μέσο όρο 1.000 kWh τον μήνα, τότε με τον κανόνα του 20% ο στόχος για το φωτοβολταϊκό σύστημα θα ήταν περίπου 1.200 kWh. Οι επιπλέον 200 kWh λειτουργούν σαν «μαξιλάρι» για τις μεταβολές στην παραγωγή και στην κατανάλωση.

Βέβαια, η μέση κατανάλωση δεν πρέπει να υπολογίζεται πρόχειρα. Έχει νόημα να εξετάζονται παλαιότεροι λογαριασμοί ρεύματος και όχι μόνο οι τελευταίοι δύο ή τρεις μήνες. Ακόμη καλύτερα, να λαμβάνονται υπόψη οι μήνες με τη μεγαλύτερη κατανάλωση σε βάθος χρόνου. Έτσι αποφεύγεται η εγκατάσταση ενός συστήματος που φαίνεται επαρκές στα χαρτιά, αλλά στην πράξη μένει πίσω όταν οι ανάγκες ανεβαίνουν.

Πώς λειτουργεί

Ο κανόνας του 20% δεν μεταφράζεται αυτόματα σε συγκεκριμένο αριθμό πάνελ. Εκεί μπαίνουν και άλλοι παράγοντες: η ισχύς κάθε πάνελ, ο διαθέσιμος χώρος στη στέγη, η κλίση, ο προσανατολισμός, πιθανές σκιάσεις από διπλανά κτίρια ή δέντρα, καθώς και η απόδοση του inverter. Σημαντικό ρόλο παίζει και το αν υπάρχει μπαταρία αποθήκευσης, κάτι που αλλάζει αρκετά τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιείται η παραγόμενη ενέργεια.

Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου το 20% πρέπει να τροποποιηθεί. Αν ένα νοικοκυριό σχεδιάζει να αγοράσει ηλεκτρικό αυτοκίνητο, να εγκαταστήσει αντλία θερμότητας ή να αυξήσει γενικά την κατανάλωσή του, τότε το ποσοστό ίσως χρειάζεται να είναι μεγαλύτερο. Αντίθετα, ένα σπίτι σε περιοχή με πολύ καλή ηλιοφάνεια και ιδανικό νότιο προσανατολισμό μπορεί να μη χρειάζεται τόσο μεγάλο περιθώριο.

Σε κάθε περίπτωση, ο κανόνας του 20% είναι χρήσιμος ως αφετηρία συζήτησης με τον εγκαταστάτη, αλλά δεν αντικαθιστά τη μελέτη. Βοηθά ότον ιδιοκτήτη να καταλάβει καλύτερα τι ζητά, τι πληρώνει και γιατί ένα φωτοβολταϊκό σύστημα δεν πρέπει να σχεδιάζεται μόνο με βάση τη σημερινή κατανάλωση, αλλά και με βάση τις ανάγκες των επόμενων ετών.

Οι ειδικοί προτείνουν επίσης να εξετάσετε την προσθήκη ορισμένων συσκευών που λειτουργούν επίσης με ηλιακή ενέργεια, ώστε να μειώσετε ακόμη περισσότερο τον λογαριασμό ρεύματος.