Γιόργκενσεν: Κίνδυνος για την ενεργειακή ασφάλεια αν η κρίση στη Μέση Ανατολή παραταθεί μετά το καλοκαίρι

Κόστος 600 εκατ. ημερησίως για την ΕΕ, από την αύξηση των ενεργειακών τιμών λόγω της ανάφλεξης, σύμφωνα με τον Επίτροπο, Nταν Γιόργκενσεν

Ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν © consilium.europa.eu

Σαφές μήνυμα ότι η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης παραμένει βραχυπρόθεσμα προστατευμένη, με τις προκλήσεις όμως να εντείνονται αν συνεχιστεί επί μακρόν η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, έστειλε ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας και Στέγασης, Νταν Γιόργκενσεν, σε ενημέρωση δημοσιογράφων στο περιθώριο του ετήσιου συνεδρίου της Eurelectric στο Ελσίνκι.

Ο ίδιος εκτίμησε ότι για το καλοκαίρι δεν διαφαίνεται άμεσος κίνδυνος για την ασφάλεια εφοδιασμού σε αεροπορικά καύσιμα. Ωστόσο, όπως έσπευσε να συμπληρώσει, ορισμένες εταιρείες έχουν προχωρήσει σε ακυρώσεις δρομολογίων ή αναπροσαρμογές, εξέλιξη που αποτυπώνει ήδη τη στενότητα της προσφοράς.

Σε κάθε περίπτωση, ο Επίτροπος υπογράμμισε ότι η έκβαση θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τη διάρκεια της κρίσης, η οποία παραμένει απρόβλεπτη. Το ευκταίο σενάριο, όπως είπε, είναι η άμεση αποκλιμάκωση. «Ωστόσο ακόμη και στην περίπτωση που αυτό συνέβαινε αύριο, θα χρειάζονταν μερικοί μήνες για να επανέλθει στην κανονικότητα η αγορά πετρελαίου, ενώ για την αγορά αερίου θα απαιτηθούν λίγα χρόνια για να εξομαλυνθεί», σημείωσε.

Κόστος 600 εκατ. ημερησίως

Εκτίμησε ότι παρόλο που είναι απίθανο να υπάρξει πρόβλημα με την ασφάλεια εφοδιασμού αν η γεωπολιτική κρίση δεν εξομαλυνθεί μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, οι προοπτικές γίνονται σημαντικά πιο σοβαρές. Αυτός είναι και ο λόγος που η Κομισιόν παρακολουθεί στενά την κατάσταση, ενώ έχει συστήσει και ένα παρατηρητήριο εποπτείας της κατάστασης της ευρωπαϊκής αγοράς ειδικά για τα αεροπορικά καύσιμα.

Σύμφωνα με τον Ευρωπαίο Επίτροπο, η ΕΕ βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη θέση σε σχέση με το 2022, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πυροδότησε την ενεργειακή κρίση και την εκτίναξη των τιμών φυσικού αερίου. Η εξάρτηση από το ρωσικό αέριο έχει μειωθεί σημαντικά, με την κατανάλωσή του να έχει υποχωρήσει κατά περίπου 20%. Ωστόσο, η σημερινή συγκυρία θεωρείται ακόμη πιο σύνθετη, καθώς πρόκειται για μια διπλή κρίση, που επηρεάζει ταυτόχρονα τόσο το πετρέλαιο όσο και το φυσικό αέριο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Υπογράμμισε πως η αύξηση των ενεργειακών τιμών, λόγω της ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, έχει επιφέρει στην ΕΕ ένα επιπλέον ενεργειακό κόστος 600 εκατομμυρίων ευρώ σε ημερήσια βάση. «Το ποσό αυτό δείχνει πόσο ευάλωτοι είμαστε, εξαιτίας της εξάρτησής μας από τα ορυκτά καύσιμα», τόνισε

Επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Επίτροπος επανέλαβε ότι η απάντηση της ΕΕ δεν μπορεί να είναι άλλη από την επιτάχυνση της μετάβασης προς τις καθαρές πηγές ενέργειας και η ενίσχυση του εξηλεκτρισμού. Σημείωσε ότι η πρόοδος στην ανάπτυξη ΑΠΕ είναι μεν σημαντική, αλλά όχι αρκετή. Πέρυσι εγκαταστάθηκαν 89 GW νέας ισχύος στην ΕΕ, έναντι 78 GW το προηγούμενο έτος. «Αν και η επίδοση δεν είναι μικρή -αφού έργα 1 GW μπορεί να ηλεκτροδοτήσουν περίπου ένα εκατομμύριο νοικοκυριά- πρέπει να κινηθούμε ακόμη ταχύτερα», είπε.

Κομβικό ρόλο σε αυτή την επιτάχυνση αναμένεται να διαδραματίσει το «Πακέτο για τα Δίκτυα» (Grids Package), μια δέσμη μέτρων που έχει ανακοινώσει η Κομισιόν και η οποία στοχεύει στον εκσυγχρονισμό και την ενοποίηση των ευρωπαϊκών ηλεκτρικών συστημάτων. Ένας από τους βασικούς σκοπούς του «Πακέτου» είναι η καλύτερη σχεδίαση των νέων έργων, σε επίπεδο ΕΕ, ώστε το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα να γίνει όσο το δυνατόν πιο ενοποιημένο και ορθολογικό.

«Αυτή τη στιγμή είναι σαν να φτιάχνουμε ένα παζλ [σ.σ. το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα], σχεδιάζοντας κάθε ψηφίδα του [σ.σ. κάθε νέα τοπική ηλεκτρική διασύνδεση] χωρίς να έχουμε κατά νου τη συνολική εικόνα», ανέφερε χαρακτηριστικά. Παράλληλα, όπως ανέφερε, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην επίσπευση των διαδικασιών αδειοδότησης, τόσο για έργα δικτύων όσο και για έργα ΑΠΕ.

Διασυνδεσιμότητα και κόστος

Σήμερα, όπως ανέφερε, η υλοποίηση τέτοιων έργων μπορεί να διαρκέσει από πέντε έως και δέκα χρόνια, γεγονός που λειτουργεί ως σοβαρό εμπόδιο στην ενεργειακή μετάβαση. Σημαντική παράμετρος, όπως υπογράμμισε, είναι και η διασυνδεσιμότητα μεταξύ των κρατών-μελών, η οποία επηρεάζει άμεσα τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Όσο πιο ενοποιημένα είναι τα εθνικά δίκτυα, τόσο χαμηλότερο είναι το κόστος και τόσο μεγαλύτερη η ενεργειακή ασφάλεια. Χώρες με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ και ισχυρές διασυνδέσεις, όπως η Δανία, η Σουηδία και η Φινλανδία, εμφανίζουν μεγαλύτερη σταθερότητα τιμών σε σχέση με πιο απομονωμένες αγορές. Για το «Πακέτο για τα Δίκτυα», εκτιμάται ότι θα υπάρξει μία γενική προσέγγιση στο επόμενο Συμβούλιο Υπουργών, στις 26 Ιουνίου, ενώ συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις στο Ευρωκοινοβούλιο.

Υποχρεωτικά πρότυπα για τα data centers

Στο επόμενο διάστημα, η Κομισιόν πρόκειται να παρουσιάσει επίσης το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Εξηλεκτρισμού, το οποίο θα καλύπτει τρεις βασικούς τομείς: μεταφορές, κτίρια και βιομηχανία. «Θα αφορά τις μεταφορές, για την ταχύτερη διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων, ενώ στον κτιριακό τομέα μία παρέμβαση θα είναι για τη θέρμανση, με την προώθηση των αντλιών θερμότητας. Στη βιομηχανία, η έμφαση θα δίνεται στη μετάβαση σε τεχνολογίες που λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια, έναντι των ορυκτών καυσίμων», πρόσθεσε.

Ο ίδιος δεν θέλησε να απαντήσει σε ερώτηση του powergame, αν θα προβλέπεται κάποιας μορφής «Τράπεζα Εξηλεκτρισμού», όπως έχει ζητήσει η Eurelectric, ωστόσο ανάφερε πως το
σχέδιο θα έχει και χρηματοδοτική διάσταση. Παράλληλα, θα περιλαμβάνει εξειδικευμένα εργαλεία πολιτικής για κάθε ένα από τους τρεις τομείς, με στόχο την άρση των εμποδίων που καθυστερούν τις επενδύσεις, παρά το γεγονός ότι –όπως σημείωσε ο Επίτροπος– οι περισσότερες από αυτές έχουν ιδιαίτερα σύντομο χρόνο απόσβεσης.

Αναφερόμενος στα data centers, με αφορμή τη δέσμη μέτρων για την ευρωπαϊκή τεχνολογική κυριαρχία, που ανακοινώθηκαν την Τετάρτη 3 Ιουνίου, ο Επίτροπος τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εισαγάγει ένα σχήμα σήμανσης, καθώς και υποχρεωτικά πρότυπα για την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη χρήση νερού από τις υποδομές. Η πρωτοβουλία αυτή είναι κρίσιμη, δεδομένου ότι η κατανάλωση ενέργειας των data centers αναμένεται να διπλασιαστεί μέσα στην επόμενη πενταετία.