Η αγορά των λεγόμενων «δευτερογενών» συναλλαγών σε ιδιωτικές επενδύσεις οδεύει προς νέο ρεκόρ το 2026, καθώς μεγάλοι επενδυτές αναζητούν τρόπους να μετατρέψουν σε μετρητά όσες τοποθετήσεις παραμένουν δεσμευμένες σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (private equity) και άλλες μη εισηγμένες συμμετοχές.
Σύμφωνα με τον Νάιτζελ Ντον, επικεφαλής της παγκόσμιας ομάδας private capital advisory της Evercore, η συγκεκριμένη αγορά μπορεί να φτάσει τα 250 δισ. δολάρια στο σύνολο της χρονιάς. Μόνο το πρώτο εξάμηνο οι συναλλαγές ανήλθαν σε 121 δισ. δολάρια, επίπεδο-ρεκόρ, σύμφωνα με το Bloomberg.
Πώληση συμμετοχής στην δευτερογενή αγορά
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Οι επενδυτές που έχουν τοποθετήσει χρήματα σε private equity funds -ή σε μη εισηγμένες εταιρείες- δεν χρειάζεται πλέον να περιμένουν μέχρι να πουληθεί μια εταιρεία ή να ολοκληρωθεί ένας επενδυτικός κύκλος για να πάρουν πίσω τα χρήματά τους. Μπορούν να πουλήσουν τη συμμετοχή τους σε άλλους επενδυτές στη δευτερογενή αγορά.
Η ανάπτυξη αυτή συνδέεται με ένα βασικό πρόβλημα του κλάδου: πολλά private equity χαρτοφυλάκια δεν αποδίδουν στους επενδυτές τα κεφάλαια που ανέμεναν, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ανάγκη για ρευστότητα.
«Η δευτερογενής αγορά αποτελεί πλέον βασική υποδομή της αγοράς», ανέφερε ο Ντον.
Παράλληλα, αλλάζει και το είδος των συναλλαγών. Οι συμφωνίες στις οποίες οι ίδιοι οι διαχειριστές των funds κρατούν στην κατοχή τους εταιρείες που θεωρούν ότι έχουν ακόμη περιθώριο ανάπτυξης έχουν πλέον ξεπεράσει σε όγκο τις συναλλαγές όπου οι αρχικοί επενδυτές πουλούν τις συμμετοχές τους.
2% των παγκόσμιων κεφαλαίων
Παρά τη μεγάλη άνοδο, η συγκεκριμένη αγορά παραμένει μικρή σε σχέση με το συνολικό μέγεθος των ιδιωτικών επενδύσεων. Αντιστοιχεί σήμερα σε μόλις περίπου 2% των παγκόσμιων κεφαλαίων που διαχειρίζονται ιδιωτικά επενδυτικά σχήματα, γεγονός που αφήνει σημαντικό περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης.
Η Evercore εκτιμά ότι μόνο στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 μπορεί να συγκεντρωθούν επιπλέον 150 δισ. δολάρια για τέτοιου είδους συναλλαγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αγορά της τεχνολογίας. Οι συναλλαγές που αφορούν εταιρείες λογισμικού είχαν υποχωρήσει σημαντικά, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί αβεβαιότητα για το ποια επιχειρηματικά μοντέλα θα αντέξουν. Ωστόσο, η αγορά ανακάμπτει επιλεκτικά, με τους επενδυτές να προτιμούν εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε εξειδικευμένους κλάδους και μπορούν να χρησιμοποιήσουν την AI ως εργαλείο ανάπτυξης, αντί να απειλούνται από αυτήν.
Στην ευρύτερη αγορά μεταπώλησης επενδύσεων, οι τιμές φαίνεται επίσης να έχουν επανέλθει σε πιο φυσιολογικά επίπεδα. Περίπου το 90% των τελευταίων αποτιμήσεων χρησιμοποιείται πλέον ως πραγματική τιμή στις συναλλαγές, ένδειξη ότι οι προσδοκίες πωλητών και αγοραστών έχουν σε μεγάλο βαθμό συγκλίνει.
