Η Αθηναϊκή Ριβιέρα δεν αποτελεί πλέον απλώς το παραλιακό μέτωπο της πρωτεύουσας. Σταδιακά εξελίσσεται σε έναν από τους ισχυρότερους επενδυτικούς προορισμούς της Μεσογείου, καθώς η ταυτόχρονη υλοποίηση μεγάλων έργων υποδομής, η ανάπλαση του Ελληνικού, η αναβάθμιση των μαρινών και οι νέες οικιστικές αναπτύξεις αλλάζουν ριζικά την εικόνα της νότιας Αθήνας. Η αξία των πολυτελών ακινήτων δεν καθορίζεται πλέον μόνο από την εγγύτητα στη θάλασσα, αλλά από ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα υποδομών, υπηρεσιών και επενδύσεων που δημιουργεί νέες υπεραξίες και ενισχύει το διεθνές ενδιαφέρον για την περιοχή.
Η μεγαλύτερη ώθηση προέρχεται από το Ελληνικό, τη μεγαλύτερη αστική ανάπλαση που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη στην Ευρώπη. Σε μια έκταση 6.200 στρεμμάτων δημιουργείται το 2027 μια νέα πόλη με κατοικίες, ξενοδοχεία, γραφεία, εμπορικά κέντρα, αθλητικές εγκαταστάσεις, μητροπολιτικό πάρκο και σύγχρονες υποδομές, μεταμορφώνοντας συνολικά το παραλιακό μέτωπο της Αττικής. Το έργο δεν επηρεάζει μόνο την περιοχή του πρώην αεροδρομίου, αλλά διαχέει την αναπτυξιακή του δυναμική σε ολόκληρη τη ζώνη από τον Άλιμο μέχρι τη Βουλιαγμένη.
Η παρουσία του Riviera Tower, του πρώτου παραθαλάσσιου «πράσινου» ουρανοξύστη της χώρας, αλλά και των νέων οικιστικών συγκροτημάτων, έχει ήδη δημιουργήσει νέα δεδομένα στην αγορά. Οι επενδυτές στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε κατοικίες υψηλών ενεργειακών προδιαγραφών και βιοκλιματικού σχεδιασμού, αναζητώντας ακίνητα που συνδυάζουν ποιοτική αρχιτεκτονική, βιωσιμότητα και υψηλές προοπτικές υπεραξίας.
Η δυναμική αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στις ιδιωτικές επενδύσεις. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και τα μεγάλα δημόσια έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη κατά μήκος του παραλιακού μετώπου. Η ανάπλαση του Φαληρικού Όρμου, η υπογειοποίηση της λεωφόρου Ποσειδώνος, αλλά και η ενοποίηση του παραλιακού μετώπου μέσω ενός συνεχούς δικτύου πεζών και ποδηλατών μήκους περίπου 22 χιλιομέτρων, από το Φάληρο έως τη Βούλα, αναβαθμίζουν ουσιαστικά την ποιότητα ζωής και επανασυνδέουν την Αθήνα με τη θάλασσα.
Παράλληλα, η αναβάθμιση των μαρινών σε Άλιμο, Γλυφάδα και Βουλιαγμένη, καθώς και οι νέες επενδύσεις που σχεδιάζονται γύρω από το yachting και τις τουριστικές υποδομές υψηλού επιπέδου, δημιουργούν ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα που προσελκύει επενδυτές ιδιαίτερα υψηλής οικονομικής επιφάνειας.
Η επίδραση αυτών των έργων αποτυπώνεται πλέον με σαφήνεια και στους δείκτες της αγοράς. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, του δείκτη Spitogatos SPI και της ΕΛΣΤΑΤ, τα Νότια Προάστια καταγράφουν πλέον τις υψηλότερες τιμές κατοικίας στην Ελλάδα. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η μέση ζητούμενη τιμή πώλησης έφθασε τα 4.167 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ η μέση ζητούμενη τιμή ενοικίασης διαμορφώθηκε στα 13,3 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα.
Η πορεία των τελευταίων ετών δείχνει τη θεαματική μεταβολή της αγοράς. Το 2021 η μέση ζητούμενη τιμή πώλησης στα Νότια Προάστια βρισκόταν στα 2.828 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Μέσα σε μία πενταετία αυξήθηκε κατά 46,9%, ξεπερνώντας πλέον τα 4.150 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι ζητούμενες τιμές ενοικίασης αυξήθηκαν κατά 40,9%, από περίπου 10 ευρώ σε περισσότερα από 14 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι η περιοχή δεν προσελκύει μόνο επενδυτές που επιδιώκουν κεφαλαιακά κέρδη, αλλά και αγοραστές που επιλέγουν τη νότια Αθήνα για μόνιμη κατοικία.
Στο επίκεντρο αυτής της αγοράς παραμένει η Βουλιαγμένη, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί την ακριβότερη περιοχή της Αθηναϊκής Ριβιέρας. Η μέση ζητούμενη τιμή πώλησης αυξήθηκε από 6.488 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο στα τέλη του 2023 σε περίπου 7.500 ευρώ στα τέλη του 2025, ενώ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στα 7.333 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Αντίστοιχα, οι ζητούμενες τιμές ενοικίασης διαμορφώνονται πλέον κοντά στα 21 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, επιβεβαιώνοντας ότι η Βουλιαγμένη λειτουργεί ως το σημείο αναφοράς ολόκληρης της αγοράς των Νοτίων Προαστίων. Όσο ενισχύονται οι αξίες στη Βουλιαγμένη, τόσο αυξάνεται η ελκυστικότητα γειτονικών περιοχών όπως η Βούλα, η Γλυφάδα και το Ελληνικό, οι οποίες εξελίσσονται σε φυσική συνέχεια του παραλιακού premium.
Στην αγορά γραφείων, η Βούλα εμφανίζει μία από τις υψηλότερες μέσες ζητούμενες τιμές ενοικίασης στην Αττική, στα 22,5 ευρώ ανά τ.μ. τον μήνα το τρίτο τρίμηνο του 2025, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή μετατόπιση επιχειρηματικής δραστηριότητας προς τη νότια ζώνη. Η Γλυφάδα ακολουθεί με 20,8 ευρώ/τ.μ., διατηρώντας τον ρόλο της ως εδραιωμένου επιχειρηματικού κέντρου της Ριβιέρας, ενώ το Ελληνικό διαμορφώνεται ήδη στα 18,8 ευρώ/τ.μ., παρά το γεγονός ότι βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης. Ο Άλιμος καταγράφει 14,8 ευρώ/τ.μ., επωφελούμενος από τη γειτνίαση με το παραλιακό μέτωπο, ενώ συνολικά τα Νότια Προάστια διαμορφώνονται στα 11,4 ευρώ/τ.μ., αποτελώντας τη δεύτερη ακριβότερη ζώνη γραφείων μετά τα Βόρεια Προάστια.
Αντίστοιχα ισχυρή είναι η εικόνα και στην αγορά καταστημάτων. Η Βούλα αγγίζει τα 32,4 ευρώ ανά τ.μ. τον μήνα, συγκαταλεγόμενη στις ακριβότερες εμπορικές αγορές της Αττικής. Η Γλυφάδα διατηρεί τη θέση της ως βασικός εμπορικός προορισμός της Ριβιέρας με 22,9 ευρώ/τ.μ., ενώ το Ελληνικό εμφανίζει ήδη μέση ζητούμενη τιμή 18,8 ευρώ/τ.μ., αναδεικνυόμενο σταδιακά σε νέα εμπορική ζώνη υψηλών προδιαγραφών. Ενδεικτική είναι η σύγκριση με το κέντρο της Αθήνας, όπου οι αντίστοιχες τιμές διαμορφώνονται στα 21,9 ευρώ/τ.μ.
Αναδημοσίευση από «Παραπολιτικά»
