Η συνεχής άνοδος των τιμών των κατοικιών στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι η αγορά ακινήτων έχει εισέλθει σε μία περίοδο έντονων ανατιμήσεων, με αποτέλεσμα η απόκτηση κατοικίας να γίνεται ολοένα και δυσκολότερη για τα ελληνικά νοικοκυριά. Ωστόσο, όταν η ελληνική αγορά συγκριθεί με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η εικόνα αλλάζει αισθητά. Παρά τις αυξήσεις που καταγράφονται μετά το 2018, η Αθήνα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις οικονομικότερες πρωτεύουσες της Ευρώπης για αγορά κατοικίας, διατηρώντας σημαντική απόσταση από τις ώριμες αγορές της Δυτικής Ευρώπης.
Το γεγονός αυτό αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ελληνική πρωτεύουσα συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ξένων επενδυτών, αλλά και ιδιωτών που αναζητούν δεύτερη κατοικία ή επενδυτικές ευκαιρίες με χαμηλότερο κόστος εισόδου σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Η διαφορά στις τιμές είναι τόσο μεγάλη, ώστε με το ποσό που απαιτείται για την αγορά ενός μικρού διαμερίσματος στο Παρίσι ή στη Ζυρίχη, κάποιος μπορεί να αποκτήσει δύο ή ακόμη και τρία αντίστοιχα ακίνητα στην Αθήνα.
Αυτό προκύπτει από τα τελευταία στοιχεία του Global Property Guide, της διεθνούς πλατφόρμας που παρακολουθεί τις αγορές ακινήτων σε 88 χώρες της Ευρώπης, της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής. Η ανάλυση των διάμεσων ζητούμενων τιμών δείχνει ότι η Αθήνα εξακολουθεί να διαθέτει τις χαμηλότερες αξίες μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών στις κατηγορίες κατοικιών ενός, δύο και τριών υπνοδωματίων, γεγονός που διατηρεί την ανταγωνιστικότητά της απέναντι σε αγορές όπως το Παρίσι, το Βερολίνο, το Μιλάνο, η Μαδρίτη ή η Λισαβόνα.
Οι μικρές κατοικίες παραμένουν το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα
Η εικόνα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην κατηγορία των διαμερισμάτων ενός υπνοδωματίου, που αποτελούν και το βασικό προϊόν τόσο για επενδυτές όσο και για νέους αγοραστές. Στην Αθήνα η διάμεση ζητούμενη τιμή διαμορφώνεται στις 135.000 ευρώ, επίπεδο που παραμένει εξαιρετικά χαμηλό σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Στη Βαρσοβία, η οποία μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν μία από τις πιο προσιτές αγορές της Ευρώπης, η αντίστοιχη κατοικία κοστίζει περίπου 174.000 ευρώ, δηλαδή σχεδόν 40.000 ευρώ περισσότερο. Στη Μαδρίτη η διάμεση τιμή φθάνει τις 240.000 ευρώ, στο Μιλάνο τις 310.000 ευρώ, ενώ στο Βερολίνο αγγίζει τις 325.000 ευρώ.
Οι διαφορές γίνονται ακόμη πιο εντυπωσιακές στις πιο ώριμες ευρωπαϊκές αγορές. Στο Παρίσι αλλά και στη Λισαβόνα οι ζητούμενες τιμές για ένα μικρό διαμέρισμα φθάνουν περίπου τις 440.000 ευρώ, δηλαδή ξεπερνούν κατά περισσότερες από τρεις φορές την αντίστοιχη αξία στην Αθήνα.
Το χάσμα μεγαλώνει όσο αυξάνεται το μέγεθος της κατοικίας
Η ίδια τάση παρατηρείται και στις κατοικίες δύο υπνοδωματίων, οι οποίες απευθύνονται κυρίως σε οικογένειες αλλά και σε επενδυτές που επιδιώκουν υψηλότερες αποδόσεις από μακροχρόνιες μισθώσεις.
Στην Αθήνα η διάμεση ζητούμενη τιμή διαμορφώνεται στις 205.000 ευρώ. Αντίστοιχα ακίνητα στο Παρίσι κοστίζουν περίπου 695.000 ευρώ, στη Λισαβόνα 620.000 ευρώ, στο Βερολίνο 527.000 ευρώ, στο Μιλάνο 455.000 ευρώ και στη Μαδρίτη περίπου 380.000 ευρώ.
Ακόμη και η Βαρσοβία, η οποία τα προηγούμενα χρόνια βρισκόταν κοντά στα ελληνικά επίπεδα τιμών, εμφανίζεται πλέον ακριβότερη, καθώς η διάμεση τιμή για ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων διαμορφώνεται στις 222.000 ευρώ.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη δυναμική που έχουν αναπτύξει οι αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες τα τελευταία χρόνια καταγράφουν ισχυρούς ρυθμούς αύξησης των αξιών, μειώνοντας σταδιακά τη διαφορά τους με τις παραδοσιακά ακριβές αγορές της Δυτικής Ευρώπης.
Πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ για ένα οικογενειακό διαμέρισμα στο Παρίσι
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις στις κατοικίες τριών υπνοδωματίων, οι οποίες αποτελούν το βασικό προϊόν για τις οικογένειες.
Στην Αθήνα, η διάμεση ζητούμενη τιμή διαμορφώνεται περίπου στις 280.000 ευρώ. Το αντίστοιχο ακίνητο στο Παρίσι ξεπερνά πλέον το 1,08 εκατ. ευρώ, ενώ στο Βερολίνο απαιτούνται περίπου 845.000 ευρώ. Στο Μιλάνο η διάμεση τιμή ανέρχεται στις 690.000 ευρώ, ενώ στη Λισαβόνα προσεγγίζει τις 685.000 ευρώ.
Με άλλα λόγια, για το ποσό που απαιτείται για την αγορά ενός οικογενειακού διαμερίσματος στο Παρίσι, κάποιος θα μπορούσε να αποκτήσει σχεδόν τέσσερις αντίστοιχες κατοικίες στην Αθήνα.
Η Ζυρίχη οδηγεί την ευρωπαϊκή αγορά
Τα στοιχεία του Global Property Guide αναδεικνύουν παράλληλα τις μεγάλες ανισορροπίες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή αγορά κατοικίας.
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκεται η Ζυρίχη, όπου ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου έχει διάμεση ζητούμενη τιμή που φτάνει τα 1,151 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ως της ακριβότερης αγοράς κατοικίας στην Ευρώπη.
Ακολουθούν το Λουξεμβούργο με 669.000 ευρώ, η Κοπεγχάγη με 601.000 ευρώ, το Μόναχο με 548.000 ευρώκαι το Λονδίνο με 522.000 ευρώ. Σε παρόμοια επίπεδα κινούνται και το Παρίσι με τη Λισαβόνα, όπου οι μικρές κατοικίες διατίθενται περίπου στις 440.000 ευρώ.
Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες τιμές εξακολουθούν να εντοπίζονται κυρίως στις πρωτεύουσες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Η Ρίγα εμφανίζει διάμεση ζητούμενη τιμή 125.000 ευρώ, η Ποντγκόριτσα118.000 ευρώ, ενώ το Βουκουρέστι διαμορφώνεται περίπου στις 110.000 ευρώ για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου.
Γιατί η Ελλάδα συνεχίζει να προσελκύει επενδυτές
Παρότι οι τιμές στην ελληνική αγορά έχουν αυξηθεί σημαντικά την τελευταία εξαετία, εξακολουθούν να βρίσκονται αισθητά χαμηλότερα από τα επίπεδα των περισσότερων μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών. Η διαφορά αυτή αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που η Ελλάδα συνεχίζει να προσελκύει ισχυρή ζήτηση από το εξωτερικό, τόσο από επενδυτές όσο και από ιδιώτες που αναζητούν κατοικία για ιδιοκατοίκηση ή εξοχική χρήση.
Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη προσφορά νεόδμητων κατοικιών, η αυξημένη τουριστική ζήτηση, η ανάπτυξη μεγάλων επενδύσεων όπως το Ελληνικό και η συνεχής εισροή ξένων κεφαλαίων συντηρούν την ανοδική πορεία των αξιών. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Αθήνα παραμένει από τις φθηνότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η απόσταση από τις ακριβότερες αγορές μειώνεται σταδιακά, χωρίς ωστόσο να έχει ανατραπεί το σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που εξακολουθεί να διαθέτει η ελληνική αγορά κατοικίας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά»
