Στον πόλεμο ΗΠΑ – Ιράν, έχουν υπάρξει δικλείδες ασφαλείας οι οποίες επέτρεψαν να μην εκτροχιαστούν οι τιμές του πετρελαίου, όπως σημειώνουν παράγοντες του κλάδου ορυκτών καυσίμων. Αντίθετα, η αγορά του φυσικού αερίου έχει πιο περιορισμένη ευελιξία, με συνέπεια όχι μόνο οι τιμές να αυξηθούν περισσότερο σε ποσοστιαία βάση, αλλά και να αναμένεται να αποκλιμακωθούν πιο αργά, σε περίπτωση οριστικού τερματισμού των εχθροπραξιών.
Σύμφωνα με τους ίδιους ειδικούς, οι «άμυνες» της αγοράς αργού σημαίνουν ότι στο πιο απαισιόδοξο ενδεχόμενο, που τελικά οι διαπραγματεύσεις ναυαγήσουν, το μπρεντ δεν πρόκειται να αυξηθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Αντίθετα, αν υπάρξει οριστική ειρήνευση, τότε οι τιμές του μπρεντ (και επομένως και οι τιμές των εγχώριων καυσίμων) μέσα σε δύο μήνες θα επιστρέψουν στα επίπεδα προ του πολέμου.
Αντίθετα, στο αέριο έχουν υπάρξει δομικές αρνητικές επιπτώσεις από τον πόλεμο, με συνέπεια οι τιμές στο TTF να εκτιναχθούν έως και κοντά στα 70 ευρώ ανά MWh από περίπου 33 €/MWh πριν από τη σύγκρουση. Επίσης, έχουν υποστεί βλάβες εγκαταστάσεις παραγωγής LNG στο Κατάρ, που χρειάζονται έως και 3 χρόνια για να τεθούν ξανά σε λειτουργία. Ως συνέπεια, και παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια παραγωγή LNG αυξήθηκε πρόσφατα, με την ενίσχυση της δυναμικότητας του τερματικού υγροποίησης Sabine Pass της Cheniere στις ΗΠΑ, οι τιμές αναμένεται να αποκλιμακωθούν αργότερα.
Συγκρατημένες αυξήσεις στο πετρέλαιο
Όσον αφορά το αργό, στο αποκορύφωμα της κρίσης, η μέγιστη τιμή που σκαρφάλωσε το μπρεντ ήταν τα 120 δολάρια το βαρέλι. Ωστόσο στο παρελθόν, σε πιο ήπιες κρίσεις, έχει αγγίξει και τα 170 δολάρια. Επομένως, ένα σημαντικό ερώτημα είναι τιο έχει αλλάξει στα χρόνια που μεσολάβησαν.
Μία σημαντική διαφορά είναι πως έχει αλλάξει η ενεργειακή στρατηγική των ΗΠΑ με την κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής πετρελαίου: αυτή τη στιγμή, η δυναμικότητα των αμερικανικών εξορύξεων είναι στα 20 εκατ. βαρέλια, έναντι 5,5 – 6 εκατ. βαρελιών στο παρελθόν.
Η συνέπεια είναι ότι, πέρα από το ότι έχουν γίνει καθαρός εξαγωγέας, οι ΗΠΑ διαθέτουν πλέον τεράστια στρατηγικά αποθέματα – τα οποία μάλιστα αύξησαν πριν από την έναρξη του πολέμου. Η ίδια εικόνα ισχύει και για την Κίνα, η οποία αποθεματοποιεί μεγάλες ποσότητες αργού τα τελευταία χρόνια, με την αποθηκευτική της δυναμικότητα πλέον να ανέρχεται σε επίπεδα όλου του υπόλοιπου πλανήτη.
Παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ
Αυτό είχε ως συνέπεια να υπάρχει ένα σημαντικό «μαξιλάρι ασφαλείας» για να καλυφθεί η ζήτηση. Σύμφωνα με τους ειδικούς του κλάδου, στην υπόνοια ότι δεν υπήρχαν αυτά τα στρατηγικά αποθέματα, η τιμή του μπρεντ θα είχε εκτοξευθεί στα 250 δολάρια το βαρέλι.
Παράλληλα, το «μπλόκο» στα Στενά του Ορμούζ δεν διέκοψε τελείως τις εξαγωγές αργού από την περιοχή – εκτιμάται ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περνούσαν τα στενά περί τα 200 πλοία από τα 2.000 τάνκερ που διέρχονται κανονικά. Επρόκειτο κυρίως για ιρανικό πετρέλαιο, το οποίο πουλιόταν στην Κίνα με υψηλό discount. Επομένως, οι υψηλές τιμές επιβάρυναν κυρίως την Ευρώπη.
Παράλληλα, μέσω των τοπικών αγωγών, ένα μέρος της τοπικής παραγωγής «έβρισκε δίοδο» προς τις ξένες αγορές. Εκτιμάται πως, με αυτό τον τρόπο, αντί το κλείσιμο των Στενών να στερήσει την παγκόσμια προσφορά με 18-19 εκατ. βαρέλια, τελικά η απώλεια περιορίστηκε σε 6-8 εκατ. βαρέλια.
«Ασπίδα» από τα ελληνικά διυλιστήρια
Η εγχώρια δυναμικότητα διύλισης ανέρχεται σε 342.000 βαρέλια ημερησίως από τις τρεις εγκαταστάσεις της Helleniq Energy ανά ημέρα και 245.000 βαρέλια ανά ημέρα από το διυλιστήριο της Motor Oil. Λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων, οι ελληνικοί Όμιλοι έχουν αναγκαστεί αρκετές φορές στο παρελθόν να αλλάξουν πηγές προμήθειας.
Ενδεικτικά η Helleniq Energy προμηθευόταν ιρανικό αργό μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 2010, μετά διέκοψε τις αγορές την περίοδο 2012-2015 λόγω του εμπάργκο. Στη συνέχεια αποκατέστησε τις αγορές από την Τεχεράνη για δύο χρόνια (με την προμήθεια 2 εκατ. βαρελιών), για να διακόψει ξανά στη συνέχεια.
Αυτές οι αλλαγές ώθησαν τους ελληνικούς Ομίλους στο να προβούν σε σημαντικές επενδύσεις για να αποκτήσουν ευελιξία στη διύλιση και να αξιοποιούν μίγμα αργών. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν και το μπλόκο στα Στενά του Ορμούζ επηρέασε το 20-25% των προμηθειών της Helleniq Energy, οι ποσότητες αυτές αντικαταστάθηκαν με επιπλέον φορτία από υφιστάμενες πηγές προμήθειας, αλλά και με αγορές από τις ΗΠΑ (τα στρατηγικά αποθέματα της χώρας), όπως και τη Γουιάνα.
Ως αποτέλεσμα, οι συνέπειες για την Ελλάδα αφορούσαν τις τιμές των καυσίμων και όχι την επάρκεια εφοδιασμού. Στην ίδια λογική, οι εγχώριοι Όμιλοι αύξησαν την παραγωγή αεροπορικού ντίζελ, στο οποίο υπήρξε στενότητα προσφοράς μετά την έναρξη των εχθροπραξιών στον Περσικό Κόλπο.
Ευάλωτη η Ευρώπη
Αξίζει να σημειωθεί πως ο πόλεμος δυσχέρανε περαιτέρω την προμήθεια της Ευρώπης με ντίζελ, με δεδομένο ότι νωρίτερα είχε περικόψει τις εισαγωγές από τη Ρωσία (που για χρόνια ήταν βασικός προμηθευτής). Ενδεικτικό της σοβαρότητας του προβλήματος είναι πως πρόσφατα το Ηνωμένο Βασίλειο ενεργοποίησε εκ νέου εισαγωγές ρωσικών προϊόντων, και οι ΗΠΑ ήραν τις κυρώσεις στο ρωσικό ντίζελ. Μένει να φανεί αν θα αλλάξει στάση η Ευρώπη.
Γενικά, η οικονομία της ΕΕ είναι ευάλωτη από τα σκαμπανεβάσματα στις τιμές πετρελαίου καθώς και στις ελλείψεις εφοδιασμού. Είναι ενδεικτικό ότι το 97% του πετρελαίου προέρχεται από εισαγωγές. Επομένως, έχει νόημα να διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειάς της, αλλά και να συνεχίσει να αναζητά κοιτάσματα στον ευρωπαϊκό χώρο.
Αρνητικά δεδομένα για το αέριο
Όσον αφορά το φυσικό αέριο, τα δεδομένα με τον πόλεμο ήταν πιο αρνητικά καθώς το μπλόκο στα Στενά του Ορμούζ περιόρισε πλήρως τη διέλευση φορτίων LNG (από το Κατάρ), και όχι μερικών όπως συνέβη στο πετρέλαιο.
Επίσης, το κόστος μεταφοράς του φυσικού αερίου είναι πολύ μεγαλύτερο από του πετρελαίου, ενώ παράλληλα η αγορά του φυσικού αερίου δεν είναι ακόμη πλήρως παγκοσμιοποιημένη, όπως συμβαίνει με τον «μαύρο χρυσό». Παράλληλα, η αποθηκευτική ικανότητα είναι περιορισμένη, χωρίς να έχει καμία σχέση με τα πετρελαϊκά στρατηγικά αποθέματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν ευτυχής συγκυρία που ο πόλεμος ξέσπασε μέσα στην άνοιξη, όταν η ζήτηση για αέριο και για ηλεκτρική ενέργεια είναι περιορισμένη. Ωστόσο, η μείωση κατά 10-15% της παραγωγής του Κατάρ, σε συνδυασμό με την αυξημένη κατανάλωση στην τρέχουσα συγκυρία των μονάδων αερίου (λόγω των υψηλών θερμοκρασιών) θα έχει ως συνέπεια ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο για τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν, να καθυστερήσει η αποκλιμάκωση των τιμών του καυσίμου.
Τις ανατιμητικές πιέσεις θα διατηρήσει από το τέλος του καλοκαιριού η αυξημένη ζήτηση στην Ευρώπη, λόγω της αναπλήρωσης των αποθηκών.
