IEA: Πρώτη πτώση ζήτησης φυσικού αερίου παγκοσμίως από το 2022

Η εξέλιξη οφείλεται κυρίως στην απότομη αύξηση των τιμών που προκάλεσε η σύγκρουση με το Ιράν και η αναστάτωση στις παγκόσμιες ροές LNG

Φυσικό αέριο © Pixabay

Η παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου βρίσκεται μπροστά σε μια σημαντική καμπή, καθώς η ζήτηση αναμένεται να καταγράψει την πρώτη ετήσια πτώση από την ενεργειακή κρίση του 2022.

Σύμφωνα με την τελευταία τριμηνιαία έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στην απότομη αύξηση των τιμών που προκάλεσε η σύγκρουση με το Ιράν και η αναστάτωση στις παγκόσμιες ροές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).

Ο IEA εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση φυσικού αερίου θα μειωθεί κατά περίπου 0,5% μέσα στο 2026, σηματοδοτώντας την πρώτη ετήσια υποχώρηση της κατανάλωσης μετά την ενεργειακή αναταραχή που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία το 2022.

Αν και σε ορισμένες αγορές η κατανάλωση εξακολουθεί να αυξάνεται, η συνολική εικόνα επηρεάζεται από τη σημαντική επιβράδυνση σε μεγάλες περιοχές του κόσμου.

Εκτίναξη των τιμών

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η κρίση στη Μέση Ανατολή. Η διαταραχή στις εξαγωγές από την περιοχή περιόρισε ουσιαστικά περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς LNG, προκαλώντας έντονη ανησυχία στις αγορές και εκτίναξη των τιμών.

Οι βασικοί δείκτες αναφοράς φυσικού αερίου στην Ευρώπη και την Ασία έχουν αυξηθεί κατά περίπου 40% έως 70% από την έναρξη της σύγκρουσης, γεγονός που επιβάρυνε σημαντικά το ενεργειακό κόστος για εισαγωγικές οικονομίες.

Η επίδραση των υψηλών τιμών είναι ήδη εμφανής στην Ασία. Πολλές χώρες που βασίζονται στις εισαγωγές LNG, όπως η Ινδία, το Μπανγκλαντές και το Βιετνάμ, αναγκάστηκαν να περιορίσουν την κατανάλωση φυσικού αερίου ή να στραφούν σε φθηνότερες εναλλακτικές μορφές ενέργειας, όπως ο άνθρακας, τα πετρελαϊκά καύσιμα ή οι ανανεώσιμες πηγές.

Παράλληλα, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις επανεξετάζουν πλέον τα μακροπρόθεσμα ενεργειακά τους σχέδια, καθώς το LNG εμφανίζεται περισσότερο ευάλωτο σε γεωπολιτικούς κινδύνους από ό,τι εκτιμούσαν τα προηγούμενα χρόνια.

Στην Ευρώπη, η μείωση της κατανάλωσης δεν προέρχεται μόνο από τις υψηλές τιμές. Η σημαντική αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, κυρίως από αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα, περιόρισε την ανάγκη χρήσης φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή.

Η εξέλιξη αυτή βοήθησε αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις εισαγωγές LNG σε μια περίοδο ιδιαίτερα υψηλού κόστους.

Διαταραχές στις προμήθειες από τη Μέση Ανατολή

Ταυτόχρονα, χαμηλότερη κατανάλωση καταγράφεται και στη Μέση Ανατολή, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τη συνολική πτωτική τάση της παγκόσμιας ζήτησης. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι, εάν η διαταραχή στις προμήθειες από τη Μέση Ανατολή παραταθεί, η παγκόσμια αγορά LNG θα γίνει ακόμη πιο «σφιχτή».

Ο ανταγωνισμός μεταξύ Ευρώπης και Ασίας για τα διαθέσιμα φορτία θα ενταθεί, ενώ οι εισαγωγές και στις δύο πλευρές του πλανήτη ενδέχεται να παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό θα μπορούσε να διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα και να συνεχίσει να περιορίζει τη ζήτηση.

Παρότι η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει παρουσιάσει βελτίωση μετά την προσωρινή συμφωνία αποκλιμάκωσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν τον προηγούμενο μήνα, η κατάσταση εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα.

Όπως σημειώνει ρεπορτάζ του Bloomberg, οι πρόσφατες επιθέσεις σε εμπορικά πλοία στην ευρύτερη περιοχή υπενθυμίζουν ότι ο συγκεκριμένος θαλάσσιος διάδρομος παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτος και ότι οποιαδήποτε νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να προκαλέσει νέες αναταράξεις στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.

Στην πλευρά της προσφοράς, η αύξηση της παραγωγής LNG, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατάφερε να αντισταθμίσει μέρος της απώλειας των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον IEA, εάν καθυστερήσει η πλήρης αποκατάσταση των εξαγωγών από τη Μέση Ανατολή, η παγκόσμια προσφορά LNG ενδέχεται να καταγράψει την πρώτη ετήσια μείωση από το 2012.

Στο βασικό σενάριο του οργανισμού, η συνολική προσφορά αναμένεται τελικά να παραμείνει περίπου αμετάβλητη μέσα στο έτος, αντί να αυξηθεί όπως προβλεπόταν πριν από την έναρξη της κρίσης.