Οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές που πλήττουν την Ευρώπη δεν αποτελούν πλέον ένα έκτακτο και σπάνιο φαινόμενο, αλλά μια νέα πραγματικότητα με την οποία θα πρέπει να μάθουν να ζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η Ελλάδα έχει σταθεί μέχρι στιγμής τυχερή, αλλά οι εικόνες από τη Γαλλία και την Ισπανία, με ολόκληρες περιοχές να καλύπτονται από καπνό, χιλιάδες ανθρώπους να απομακρύνονται από τα σπίτια τους και ισχυρές πυροσβεστικές δυνάμεις να αγωνίζονται επί ημέρες εναντίον ανεξέλεγκτων μετώπων, αποκαλύπτουν ταυτόχρονα δύο διαφορετικές αδυναμίες: την ανεπαρκή πρόληψη και το μεγάλο έλλειμμα σε εναέρια μέσα κατάσβεσης.
Όπως επισημαίνει η ανταποκρίτρια της γερμανικής Handelsblatt στο Παρίσι Friederike Hofmann, σε πρόσφατο άρθρο της με τίτλο «Όταν καίγεται, είναι πλέον αργά», ο αποφασιστικός αγώνας κατά των πυρκαγιών δεν αρχίζει όταν εμφανιστούν οι πρώτες φλόγες, αλλά πολύ νωρίτερα. Η Ευρώπη έχει βελτιώσει αισθητά την ικανότητά της να αντιδρά στις καταστροφές, δεν έχει όμως κινηθεί με την ίδια ταχύτητα στον τομέα της πρόληψης και της διαχείρισης των δασικών εκτάσεων.
Οι δασικές πυρκαγιές ασφαλώς δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Εκείνο που μεταβάλλεται είναι η κλίμακα, η ένταση και η ταχύτητα εξάπλωσής τους. Οι παρατεταμένοι καύσωνες, η ξηρασία και τα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα δημιουργούν συνθήκες μέσα στις οποίες μια μικρή εστία μπορεί να εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη καταστροφή. Η κλιματική αλλαγή δεν αυξάνει απλώς την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιών, αλλά καθιστά πολύ δυσκολότερη την κατάσβεσή τους όταν αυτές ξεφύγουν από τον αρχικό έλεγχο.
Οι επιπτώσεις των πυρκαγιών δεν περιορίζονται πλέον σε απομακρυσμένες δασικές περιοχές. Μεγάλες μητροπολιτικές ζώνες, όπως εκείνες γύρω από το Μπορντό και τη Μαδρίτη, βρίσκονται αντιμέτωπες με κινδύνους που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν μακρινοί. Στη Gironde, κοντά στο Μπορντό, χιλιάδες επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να εκκενωθούν, ενώ στην Ισπανία οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι καταστροφές μπορεί να επηρεάσουν ακόμη και την οικονομική ανάπτυξη. Οι πυρκαγιές δεν απειλούν μόνο σπίτια και φυσικά οικοσυστήματα, αλλά επίσης παραγωγικές υποδομές, τουριστικές περιοχές και την οικονομική βιωσιμότητα ολόκληρων περιφερειών.
Ο ευρωπαϊκός συντονισμός και η έλλειψη πυροσβεστικών μέσων
Η ευρωπαϊκή πολιτική προστασία έχει, πάντως, σημειώσει πρόοδο. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν μεταφερθεί εγκαίρως σε ασφαλείς περιοχές, ενώ ο αριθμός των θυμάτων παραμένει σχετικά περιορισμένος σε σύγκριση με το τεράστιο μέγεθος των πυρκαγιών. Παράλληλα, ο μηχανισμός ευρωπαϊκής αλληλεγγύης φαίνεται να λειτουργεί, καθώς προσωπικό και εξοπλισμός από δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες αναπτύχθηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία. Ωστόσο, η επιτυχής εκκένωση περιοχών και η αποστολή ενισχύσεων δεν λύνουν το βασικό πρόβλημα. Όταν οι ακραίες κλιματικές συνθήκες συναντούν ξερά δάση, πυκνούς θάμνους, εγκαταλελειμμένες γεωργικές εκτάσεις και εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες, δημιουργείται ένα εκρηκτικό μείγμα. Η φωτιά μπορεί να κινηθεί ταχύτερα από τις επίγειες και εναέριες δυνάμεις, περιορίζοντας δραστικά τα περιθώρια αποτελεσματικής επέμβασης.
Ο συντονισμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως υπενθυμίζει το Politico, γίνεται από το Κέντρο Συντονισμού Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών της Κομισιόν, ένα δωμάτιο ελέγχου με τοίχους από οθόνες, σειρές γραφείων και αξιωματικούς υπηρεσίας που παρακολουθούν τις καταστροφές σε πραγματικό χρόνο. Το κέντρο δεν είναι ευρωπαϊκή πυροσβεστική και δεν υποκαθιστά τις εθνικές υπηρεσίες, καθώς κάθε χώρα διατηρεί τη διοίκηση στο έδαφός της. Όταν οι δυνάμεις της υπερκεραστούν, ζητεί βοήθεια από τις Βρυξέλλες, το κέντρο διακινεί το αίτημα, το αντιστοιχίζει με τις προσφορές άλλων κυβερνήσεων, συντονίζει τη μεταφορά και τις αναπτύξεις και μπορεί να αντλήσει από το χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ απόθεμα rescEU. Από τη δημιουργία του, το 2001, ο μηχανισμός έχει διαχειριστεί περισσότερα από 860 αιτήματα, με το πεδίο ευθύνης να διευρύνεται από τους σεισμούς και τις καταιγίδες στις πανδημίες, στον πόλεμο, στις εκκενώσεις και στις ολοένα συχνότερες δασικές πυρκαγιές.
Ένα ρεπορτάζ της, επίσης γερμανικής, Die Welt στις αρχές της εβδομάδας αναδεικνύει την άλλη πλευρά του προβλήματος: τη σοβαρή έλλειψη ειδικών πυροσβεστικών αεροσκαφών. Περίπου 2.500 πυροσβέστες και 1.500 στρατιώτες προσπαθούσαν επί ημέρες να ελέγξουν τις πυρκαγιές κοντά στο Μπορντό. Η εμπειρία τους έδειχνε ότι ένα μέτωπο τέτοιας κλίμακας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από το έδαφος.
Το μέγεθος της πίεσης αποτυπώνεται στους αριθμούς. Δυτικά της Μαδρίτης οι φλόγες προχωρούσαν με ταχύτητα έξι χιλιομέτρων την ώρα, τη στιγμή που τα πληρώματα στο πεδίο κέρδιζαν στο ίδιο χρονικό διάστημα μόλις 300 μέτρα, ενώ στη Γαλλία το μέτωπο έφτασε 15 χιλιόμετρα από το Μπορντό. Οι δύο πυρκαγιές υποχρέωσαν περισσότερους από 320.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Μέσω του Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, στον οποίο προσέφυγαν τόσο η Γαλλία όσο και η Ισπανία, η Κομισιόν μπορεί αυτή τη στιγμή να κινητοποιήσει 22 πυροσβεστικά αεροσκάφη και πέντε ελικόπτερα, μισθωμένα ή διατεθειμένα από τις εθνικές κυβερνήσεις, με δύο από αυτά να προέρχονται από την Ιταλία και δύο από την Ελλάδα.
Η υπηρεσία λειτουργεί με 24 αξιωματικούς υπηρεσίας σε δωδεκάωρες βάρδιες, με τουλάχιστον τρεις παρόντες την ημέρα και δύο τη νύχτα, μέσα σε μια μονάδα περίπου 60 ατόμων από την οποία αντλείται επιπλέον προσωπικό στις μεγάλες κρίσεις. Όπως εξηγεί η επικεφαλής της μονάδας Maria Zuber, χρειάζονται περίπου δύο χρόνια ώστε ένα στέλεχος να είναι πραγματικά εκπαιδευμένο, ενώ ο αναπληρωτής επικεφαλής Borja Miguelez διαβεβαιώνει ότι κανένα αίτημα δεν μένει αναπάντητο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ζητούμενο υλικό βρίσκεται έτοιμο σε κάποια αποθήκη των Βρυξελλών.
Το πλέον διαδεδομένο ευρωπαϊκό πυροσβεστικό αμφίβιο είναι το Canadair CL-415, το οποίο μπορεί να μεταφέρει περίπου 6.000 λίτρα νερού. Πρόκειται, όμως, για έναν τύπο που βασίζεται σε σχεδιασμό προηγούμενων δεκαετιών και δεν παράγεται πλέον. Η καναδική De Havilland αναπτύσσει το διάδοχο μοντέλο DHC-515, για το οποίο υπάρχουν ήδη ευρωπαϊκές παραγγελίες, όμως η παραγωγική δυνατότητα δεν μπορεί να αυξηθεί από τη μια ημέρα στην άλλη.
Στο πεδίο, το CL-415 κατεβαίνει με ταχύτητα 130 πάνω από το κύμα, ανοίγει τέσσερις θυρίδες στην άτρακτο και αντλεί 6.000 λίτρα σε δώδεκα δευτερόλεπτα. Ο μέσος όρος ηλικίας των αεροσκαφών φτάνει τα 30 χρόνια, με το νεότερο να έχει παραδοθεί το 2007, ενώ οι γραμμές κατασκευής παρέμειναν σταματημένες από το 2015 έως το 2025, με αποτέλεσμα τα ανταλλακτικά να είναι ελάχιστα διαθέσιμα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στα σκαριά ο ευρωπαϊκός στόλος πυροσβεστικών αεροσκαφών
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει παραγγείλει δώδεκα νέα πυροσβεστικά αεροσκάφη, τα οποία θα αποτελέσουν έναν κεντρικά συντονιζόμενο ευρωπαϊκό στόλο. Το νέο εργοστάσιο παραγωγής, όμως, βρίσκεται ακόμη υπό δημιουργία κοντά στο Κάλγκαρι και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παραθέτει το άρθρο, μπορεί να χρειαστούν αρκετά χρόνια μέχρι να καταστεί πλήρως επιχειρησιακός ο στόλος. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι απλώς χρηματοδοτικό. Ακόμη και αν υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι, τα εξειδικευμένα αεροσκάφη δεν είναι άμεσα διαθέσιμα στην αγορά.
Από τα δώδεκα αεροσκάφη Canadair και τα πέντε ελικόπτερα που αποκτά η Επιτροπή έχει παραδοθεί μέχρι σήμερα ένα και μόνο ελικόπτερο, το οποίο σταθμεύει στη Ρουμανία, ενώ η παράδοση των υπόλοιπων μηχανημάτων εκτιμάται ότι θα παραταθεί έως το 2030, καθώς οι κατασκευαστές δεν προλαβαίνουν να παράγουν.
Μέχρι να παραδοθούν τα νέα μέσα, οι ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν εναλλακτικές λύσεις. Μετασκευασμένα μεταγωγικά και φορτηγά αεροσκάφη μπορούν να μεταφέρουν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες νερού ή επιβραδυντικού υγρού. Ένα DC-10 μπορεί να ρίξει περισσότερους από 30 τόνους κατασβεστικού μέσου, ενώ δοκιμές με Boeing 747 έδειξαν ότι μπορεί να δημιουργηθεί με μία μόνο ρίψη αντιπυρική λωρίδα μήκους τεσσάρων χιλιομέτρων και πλάτους 200 μέτρων.
Τα αεροσκάφη αυτά, ωστόσο, έχουν υψηλό κόστος λειτουργίας, χρειάζονται μεγάλους διαδρόμους προσγείωσης και απαιτούν περισσότερο χρόνο για τον ανεφοδιασμό τους. Μια περισσότερο άμεσα εφαρμόσιμη λύση θα μπορούσε να είναι η αξιοποίηση του στρατιωτικού μεταγωγικού Airbus A400M, το οποίο μπορεί να εξοπλιστεί σχετικά γρήγορα με ειδικό σύστημα μεταφοράς περίπου 20.000 λίτρων κατασβεστικού υλικού. Μεγάλους στόλους A400M διαθέτουν ήδη η Γερμανία και η Γαλλία.
Το γαλλικό παράδειγμα δείχνει πόσο εύθραυστη είναι η καθημερινή διαθεσιμότητα. Από τις 21 Ιουλίου δεν ήταν επιχειρησιακά περισσότερα από 8 στα 12 γαλλικά Canadair την ίδια ημέρα, με τον αριθμό να πέφτει στα 7 στις 21 Ιουλίου και στα 5 την Παρασκευή 24 Ιουλίου, τη στιγμή που οι ρίψεις του φετινού Ιουλίου ήταν 8 φορές περισσότερες από ό,τι το 2025 και 10 φορές περισσότερες από ό,τι το 2024. Η συντήρηση των 23 αεροσκαφών της γαλλικής πολιτικής προστασίας έχει ανατεθεί από το 1998 στη Sabena technics, η οποία επικαλείται 2.464 ώρες πτήσης από τις 15 Ιουνίου, δηλαδή 81% περισσότερες από το 2025, καθώς και επένδυση 1,7 εκατ. ευρώ σε αποθέματα ανταλλακτικών.
Η ενίσχυση των εναέριων μέσων είναι αναγκαία, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την πρόληψη. Περισσότερα αεροσκάφη δεν θα λύσουν το πρόβλημα εάν τα ευρωπαϊκά δάση παραμένουν γεμάτα ξηρή βιομάζα, αν δεν δημιουργούνται και δεν συντηρούνται ζώνες πυρασφάλειας και αν εγκαταλελειμμένες εκτάσεις μετατρέπονται σε τεράστιες δεξαμενές καύσιμης ύλης. Οι ειδικοί συνοψίζουν το πρόβλημα ως έλλειμμα συνέπειας και όχι γνώσης. Μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά ακολουθούν καθαρισμοί και αναδασώσεις, αλλά συχνά επαναλαμβάνονται οι ίδιες πρακτικές που δημιούργησαν την ευπάθεια. Δάση τα οποία αναπτύχθηκαν σε διαφορετικές κλιματικές συνθήκες δεν μπορούν να αναπαράγονται με τον ίδιο τρόπο σε ένα θερμότερο και ξηρότερο περιβάλλον.
Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική θα πρέπει συνεπώς να στηρίζεται σε δύο ισότιμους πυλώνες. Ο πρώτος είναι ένας ισχυρός, κοινός στόλος σύγχρονων εναέριων μέσων, με δυνατότητα γρήγορης μετακίνησης εκεί όπου εμφανίζεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Ο δεύτερος είναι η συστηματική διαχείριση των δασών και της υπαίθρου, με τη συνεργασία του κράτους, των δήμων, των ιδιοκτητών δασικών εκτάσεων και των επιχειρήσεων.
Στο σκέλος της πρόληψης, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ζητεί ένα δικό του ταμείο της ΕΕ για την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών, αγκυρωμένο στον πολυετή προϋπολογισμό για το 2028 έως το 2034, ενώ η κυβέρνηση της Κύπρου έχει προτείνει δέκα δισεκατομμύρια ευρώ για τον σκοπό αυτό.
