Η επόμενη μεγάλη επενδυτική «φουρνιά» στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται, μετά τη νομοθετική παρέμβαση του ΥΠΕΝ που άνοιξε τον δρόμο για την ανάπτυξη μπαταριών συνολικής ισχύος 1.000 MW σε κοινό σημείο σύνδεσης με φωτοβολταϊκά πάρκα. Πρόκειται για έργα που, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, αντιστοιχούν σε επενδύσεις της τάξης των 300 εκατ. ευρώ και αναμένεται να αποτελέσουν το αμέσως επόμενο «κύμα» εγκαταστάσεων συστημάτων αποθήκευσης στη χώρα.
Οι συγκεκριμένες μονάδες εγκαθίστανται σε συστοιχίες (clusters) φωτοβολταϊκών. Έτσι, μπορούν να απορροφούν την πλεονάζουσα «πράσινη» παραγωγή όταν αυτή ξεπερνά τη ζήτηση για ρεύμα –με συνέπεια οι χονδρεμπορικές τιμές να καταρρέουν ή να γίνονται ακόμη και αρνητικές- και να την επανεισάγουν στο σύστημα σε ώρες αυξημένης ζήτησης (και επομένως υψηλότερων τιμών).
Ουσιαστικά πρόκειται για ένα εργαλείο που περιορίζει τις απώλειες παραγωγής από τις περικοπές «πράσινης» παραγωγής και βελτιώνει τα οικονομικά δεδομένα των φωτοβολταϊκών σταθμών. Ως αποτέλεσμα, δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη κατηγορία έργων έχει προσελκύσει ιδιαίτερα έντονο ενδιαφέρον από επενδυτές, καθώς οι αιτήσεις για χορήγηση όρων σύνδεσης ξεπερνούν ήδη τα 2.500 ΜW.
«Τρέχουν» οι όροι σύνδεσης
Η πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση του ΥΠΕΝ προβλέπει τη διάθεση ηλεκτρικού «χώρου» για το πρώτο χαρτοφυλάκιο μπαταριών ισχύος 1.000 MW σε κοινό σημείο σύνδεσης. Η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει, με πληροφορίες της αγοράς να αναφέρουν ότι έχουν ήδη εξασφαλίσει όρους σύνδεσης έργα περίπου 250 MW, ενώ το μέγεθος αυτό αναμένεται πολύ σύντομα να διπλασιαστεί, φθάνοντας τα 500 MW.
Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι μέχρι τον Οκτώβριο θα έχει κατανεμηθεί το σύνολο του διαθέσιμου ηλεκτρικού «χώρου» των 1.000 MW. Με την εξασφάλιση των όρων σύνδεσης, οι επενδυτές αποκτούν ουσιαστικά το «εισιτήριο» για την υλοποίηση των έργων τους. Επομένως, μπορούν να προχωρήσουν στο επόμενο κρίσιμο στάδιο, δηλαδή στην οριστικοποίηση της χρηματοδότησης και στην έναρξη των διαδικασιών κατασκευής των έργων.
Οι χρόνοι για τα παραπάνω βήματα μπορούν να είναι αρκετά σύντομοι, για τα δεδομένα των ενεργειακών επενδύσεων. Ενδεικτικά, σύμφωνα με αναλυτές, οι πρώτες μπαταρίες σε κοινό σημείο σύνδεσης θα τεθούν σε λειτουργία μέσα σε ένα έως ενάμισι έτος. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου απαιτείται στις περιπτώσεις που χρειάζεται η κατασκευή νέου υποσταθμού, καθώς μόνο η προμήθεια και εγκατάσταση του σχετικού εξοπλισμού μπορεί να διαρκέσει περίπου έναν χρόνο. Στη συνέχεια απαιτείται ακόμη ένα εξάμηνο περίπου για τη σύνδεση της εγκατάστασης με το σύστημα.
Τα κριτήρια των τραπεζών
Μετά την αδειοδοτική ωρίμανση, το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης. Πηγές του τραπεζικού κλάδου επισημαίνουν στο powergame.gr ότι κάθε επένδυση αξιολογείται ξεχωριστά, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και το πιστωτικό προφίλ του επενδυτή.
Σαφές προβάδισμα αναμένεται να έχουν μεγάλοι και μεσαίοι ενεργειακοί όμιλοι, που διαθέτουν ανοικτές πιστωτικές γραμμές και αποδεδειγμένη πιστοληπτική ικανότητα. Για αυτούς τους επενδυτές, η διαδικασία δανειοδότησης δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει σημαντικά εμπόδια.
Αντίθετα, πιο σύνθετη εμφανίζεται η εικόνα στον ενδεχόμενο η επένδυση να αφορά ομάδες
παραγωγών, όπως για παράδειγμα μέλη μιας Ενεργειακής Κοινότητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι τράπεζες καλούνται να αξιολογήσουν πολλούς διαφορετικούς συμμετέχοντες, ενώ παράλληλα είναι πιο δύσκολο να υπάρξει κοινή συμφωνία για τις εγγυήσεις ή τις εξασφαλίσεις που θα απαιτηθούν για τη χορήγηση δανείου.
Η λύση του τρίτου επενδυτή
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και η οικονομική απόδοση των ίδιων των φωτοβολταϊκών πάρκων που αποτελούν τα clusters. Όπως επισημαίνουν τραπεζικές πηγές, αρκετά από τα έργα αυτά βλέπουν τα έσοδά τους να περιορίζονται σημαντικά, εξαιτίας των ολοένα συχνότερων περικοπών παραγωγής και των περιόδων μηδενικών ή αρνητικών χονδρεμπορικών τιμών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, πολλά από τα υφιστάμενα δάνεια για φωτοβολταϊκά εξυπηρετούνται οριακά, γεγονός που καθιστά σχεδόν μονόδρομο για τις τράπεζες την απαίτηση πρόσθετων εξασφαλίσεων, είτε με τη μορφή δεσμευμένων κεφαλαίων είτε μέσω άλλων χρηματικών εγγυήσεων, ώστε να περιοριστεί ο πιστωτικός κίνδυνος.
Αξίζει να σημειωθεί πάντως πως η νομοθεσία προβλέπει και μία εναλλακτική λύση. Η μπαταρία μπορεί να υλοποιηθεί από τρίτο επενδυτή, ο οποίος θα αναλάβει τόσο τη χρηματοδότηση και την κατασκευή, όσο και τη λειτουργία και εμπορική εκμετάλλευσή της. Βασική προϋπόθεση είναι να έχει εξασφαλιστεί η συναίνεση όλων των ιδιοκτητών των φωτοβολταϊκών που συμμετέχουν στο συγκεκριμένο cluster.
Οι επόμενες φάσεις
Το χαρτοφυλάκιο των μπαταριών 1.000 MW έρχεται να προστεθεί στις μονάδες αποθήκευσης που ήδη λειτουργούν ή βρίσκονται σήμερα υπό κατασκευή, οι οποίες συνολικά προσεγγίζουν τα 1.500 MW. Εφόσον το νέο κύμα επενδύσεων προχωρήσει σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, μέσα στους επόμενους 18 μήνες η συνολική ισχύς έργων αποθήκευσης στην Ελλάδα θα μπορούσε να αυξηθεί στα επίπεδα των 2.5000 MW.
Παρ΄ ότι πρόκειται για μια σημαντική ενίσχυση των υποδομών αποθήκευσης, οι ειδικοί του κλάδου εκτιμούν ότι δεν αρκεί για να επιλύσει μεσοπρόθεσμα τις στρεβλώσεις που έχει δημιουργήσει η ταχύτατη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών, σε μια αγορά όπου η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει ουσιαστικά στάσιμη. Με εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ που προσεγγίζει πλέον τα 18.000 MW -εκ των οποίων περισσότερα από 11.500 MW αφορούν φωτοβολταϊκά- οι περικοπές «πράσινης» παραγωγής και η συχνή κατάρρευση των τιμών αναμένεται να συνεχίσουν να αποτελούν μόνιμο χαρακτηριστικό της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, ήδη προετοιμάζεται και η επόμενη «δεξαμενή» επενδύσεων στην αποθήκευση, η οποία αφορά τις αυτόνομες μπαταρίες συνολικής ισχύος 4.700 MW, από την πρόσκληση του ΥΠΕΝ. Η νομοθετική ρύθμιση προβλέπει ότι μετά τα 1.000 MW μπαταριών σε κοινό σημείο σύνδεσης, οι όροι σύνδεσης θα χορηγούνται εναλλάξ ανά 1.000 MW μεταξύ των αυτόνομων μονάδων και των co-located μπαταριών, διαμορφώνοντας έτσι συνθήκες σταθερής ενίσχυσης της διείσδυσης.
Παράλληλα, έχει προβλεφθεί και η δέσμευση ηλεκτρικού «χώρου» για έργα αντλησιοταμίευσης συνολικής ισχύος 2.000 MW. Ωστόσο, τα έργα αυτά (τα οποία αποκαλούνται και «φυσικές μπαταρίες») απαιτούν πολύ μεγαλύτερο χρόνο ωρίμανσης.
