Νέο ιστορικό υψηλό στην εγκατάσταση έργων ΑΠΕ αναμένεται να καταγράψει φέτος η Ελλάδα, καθώς οι εκτιμήσεις ειδικών που έχουν πλήρη εποπτεία της πορείας της πράσινης διείσδυσης «δείχνουν» την προσθήκη έως και 4 GW νέας ανανεώσιμης ισχύος. Εφόσον επιβεβαιωθεί η πρόβλεψη, το 2026 θα αποτελέσει χρονιά-ορόσημο για την ενεργειακή μετάβαση, με το συνολικό ύψος των επενδύσεων που θα τεθούν σε λειτουργία να υπολογίζεται μεταξύ 2,5 και 3 δισ. ευρώ.
Οι πρώτοι μήνες του έτους έχουν ήδη δώσει ισχυρή ένδειξη για την επίτευξη της επίδοσης αυτής. Σύμφωνα με τους ίδιους ειδικούς που μίλησαν στο Powergame, μέσα στο πρώτο τρίμηνο είχαν συνδεθεί έργα συνολικής ισχύος περίπου 1,2 GW, ενώ μέχρι τα τέλη Μαΐου το μέγεθος πλησίασε τα 1,5 GW. Με δεδομένο ότι στο δεύτερο εξάμηνο αναμένεται να ολοκληρωθεί η κατασκευή και να τεθεί σε λειτουργία σημαντικός αριθμός μεγάλων έργων, η επίτευξη των 4 GW θεωρείται εν πολλοίς δρομολογημένη.
Ο μόνος παράγοντας που θα μπορούσε να ανατρέψει την εξέλιξη αυτή θα ήταν σημαντικά τεχνικά ή κατασκευαστικά απρόοπτα σε κρίσιμη μάζα μεγάλων έργων που βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό υλοποίηση. Σε διαφορετική περίπτωση, το 2026 θα αφήσει πίσω του κάθε προηγούμενο ρεκόρ, επιβεβαιώνοντας την ιδιαίτερα υψηλή ταχύτητα με την οποία αυξάνεται τα τελευταία χρόνια το εγχώριο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ. Ταχύτητα όμως που μπορεί να ενισχύσει τα οφέλη για τους καταναλωτές και την εθνική οικονομία, μεταφράζεται όμως παράλληλα σε μεγαλύτερη ασφυξία για σημαντική μερίδα έργων.
Στα φωτοβολταϊκά το μεγάλο «γκάζι»
Στη συντριπτική πλειονότητά του, το νέο χαρτοφυλάκιο θα αποτελείται από φωτοβολταϊκά πάρκα, από έργα μερικών δεκάδων MW έως εγκαταστάσεις αρκετών εκατοντάδων MW. Τα αιολικά θα αποτελέσουν σημαντικά μικρότερο μέρος της νέας ισχύος, γεγονός που αποτυπώνει για ακόμη μία χρονιά την κυριαρχία της ηλιακής τεχνολογίας στην ελληνική αγορά.
Η τάση αυτή είναι εμφανής και στα προηγούμενα χρόνια. Το 2024, όταν σημειώθηκε το προηγούμενο ιστορικό υψηλό, προστέθηκαν περίπου 2,73 GW ΑΠΕ, εκ των οποίων περίπου 2,6 GW ήταν φωτοβολταϊκά και μόλις 0,13 GW αιολικά. Το 2025, παρά την υποχώρηση του ρυθμού σε περίπου 2,19 GW, τα φωτοβολταϊκά αντιστοιχούσαν και πάλι στο μεγαλύτερο μέρος της νέας ισχύος. Η εξέλιξη δεν είναι τυχαία, καθώς η τεχνολογία των φωτοβολταϊκών έχει ωριμάσει σημαντικά, με χαμηλότερο κόστος εξοπλισμού και ταχύτερους χρόνους ανάπτυξης.
Εφόσον προστεθούν φέτος έως 4 GW, η εγκατεστημένη ισχύς των ΑΠΕ θα αυξηθεί στα 21,2 GW, φέρνοντας το μίγμα κοντά στους στόχους του αναθεωρημένου ΕΣΕΚ, αρκετά νωρίτερα από ό,τι προβλεπόταν. Το εγκεκριμένο σχέδιο προβλέπει για το 2030 ΑΠΕ 22,4 GW.
Όφελος σε κόστος και ενεργειακή αυτονομία
Η επιτάχυνση των επενδύσεων στις ΑΠΕ δεν μεταφράζεται μόνο σε αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος. Δημιουργεί παράλληλα προϋποθέσεις για ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή των φθηνών εγχώριων πηγών στο ενεργειακό μείγμα και, κατά συνέπεια, για συγκράτηση του κόστους ηλεκτροπαραγωγής. Το όφελος θα «περάσει» στους καταναλωτές, στον βαθμό βέβαια που το επιτρέπει η φόρμουλα τιμολόγησης στο Target Model και ο τρόπος με τον οποίο οι πάροχοι ενέργειας διαμορφώνουν το «καλάθι» προμήθειάς τους.
Η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ ενισχύει ταυτόχρονα την ενεργειακή αυτονομία της χώρας, περιορίζοντας την έκθεση σε διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών φυσικού αερίου και στις αναταράξεις των περιφερειακών αγορών. Η εικόνα του φετινού Αυγούστου είναι χαρακτηριστική, με την ελληνική χονδρεμπορική αγορά να είναι η φθηνότερη πανευρωπαϊκά, αφού κατά κύριο λόγο οι ΑΠΕ λειτουργούν ως «ανάχωμα» στις σημαντικά υψηλότερες τιμές των γειτονικών αγορών.
Η μεγαλύτερη «πράσινη» στροφή ενισχύει όμως και τον ρόλο της Ελλάδας ως εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, σε μία συγκυρία όπου οι ροές εκτός συνόρων ήδη έχουν 9πλασιαστεί φέτος, σε σχέση με το 2025. Όσο αυξάνεται η διαθέσιμη «πράσινη» παραγωγή, τόσο ενισχύονται οι δυνατότητες εξαγωγών, με θετική επίδραση στο εμπορικό ισοζύγιο και στην ενεργειακή γεωστρατηγική θέση της χώρας.
Αργοί ρυθμοί για την αποθήκευση
Ωστόσο, πίσω από το νέο ρεκόρ κρύβεται και σημαντικές αρνητικές ιδιαιτερότητες, ξεκινώντας από τη «μονοκαλλιέργεια φωτοβολταϊκών». Ήδη από τον Μάιο του 2026 η εγκατεστημένη ισχύς ηλιακών πάρκων διαμορφωνόταν στα 13 GW, όταν το ΕΣΕΚ προβλέπει 13,5 GW στο τέλος της 10ετίας. Επομένως, ο στόςο αυτός θα επιτευχθεί ήδη από φέτος.
Μάλιστα, το γκάζι στα φωτοβολταϊκά δεν προχωρά με εξίσου γρήγορη ενίσχυση της αποθήκευσης και με καθηλωμένη τη ζήτηση. Αυτό σημαίνει ότι ολοένα μεγαλύτερο μέρος της «πράσινης» παραγωγής θα συμπίπτει στις ώρες ηλιοφάνειας -ιδιαίτερα τις μεσημβρινές, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της- καταλήγοντας στα αζήτητα.
Το αποτέλεσμα θα είναι να αυξάνονται οι περικοπές «πράσινης» παραγωγής και τα διαστήματα αρνητικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά. Η αποθήκευση δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί με την ταχύτητα που απαιτεί το μέγεθος της «πράσινης» ισχύος, αφού η χρονιά φέτος αναμένεται να κλείσει με μπαταρίες συνολικής ισχύος μόλις 1,1 GW, έναντι 4 GW νέων μονάδων ανανεώσιμων πηγών.
Επίσης, για το πρώτο μισό του 2027 εκτιμώνται εξίσου αναιμικές επιδόσεις, με μόλις 350 MW καινούριων μπαταριών. Και στον άμεσο ορίζοντα, τουλάχιστον προς ώρας, υπάρχουν επιπλέον μόλις 1 GW νέες μονάδες αποθήκευσης – αυτές για cluster (συστοιχίες) φωτοβολταϊκών.
Έτσι, δημιουργείται ένας ολοένα εντονότερος κίνδυνος για την οικονομική βιωσιμότητα έργων με λειτουργική ενίσχυση. Οι μηδενικές τιμές περιορίζουν τις ώρες κατά τις οποίες οι παραγωγοί αποκομίζουν έσοδα, ενώ οι περικοπές μειώνουν περαιτέρω την πραγματική παραγωγή. Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές στη χρηματοδότηση νέων έργων και ζητούν μεγαλύτερη ορατότητα ως προς τις μελλοντικές χρηματοροές.
Απειλή βιωσιμότητας
Τα παραπάνω ενισχύουν τις εκτιμήσεις που έχουν εκφράσει επιχειρηματικοί παράγοντες, όπως ο του Ομίλου AKTOR Αλέξανδρος Εξάρχου, ο οποίος έχει κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τον κίνδυνο να εμφανιστούν νέα «κόκκινα» δάνεια στον τομέα των ΑΠΕ στην Ελλάδα. Παράλληλα, αναμένεται να ενισχυθεί η τάση συγκέντρωσης του κλάδου, με μικρότερα χαρτοφυλάκια να περνούν σε μεγαλύτερους καθετοποιημένους ομίλους ή επενδυτικά κεφάλαια που διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα διαχείρισης του ρίσκου.
Την ίδια στιγμή, η σύναψη διμερών συμβάσεων, που θα μπορούσαν να προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια εσόδων, γίνεται δυσκολότερη σε ένα περιβάλλον όπου οι αρνητικές χονδρεμπορικές τιμές πολλαπλασιάζονται. Το ΥΠΕΝ έχει ήδη κινηθεί προς την κατεύθυνση της προστασίας έργων με λειτουργική ενίσχυση, όμως η αγορά θεωρεί κρίσιμο να υπάρξουν επιπλέον έγκαιρες και επαρκείς λύσεις για τη μεταβατική περίοδο, έως ότου δημιουργηθεί ένα πολύ μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο αποθήκευσης.
Το 2026, επομένως, μπορεί να αποτελέσει τη χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα θα πετύχει το μεγαλύτερο ιστορικό άλμα στις νέες ΑΠΕ, με επενδύσεις έως 3 δισ. ευρώ και περίπου 4 GW νέας ισχύος. Το ζητούμενο όμως, πλέον, είναι να διατηρηθεί το momentum, δηλαδή να διασφαλιστεί ότι το ίδιο το success story των ΑΠΕ δεν θα εξελιχθεί σε παγίδα. Χωρίς παράλληλη ανάπτυξη της αποθήκευσης με σαφώς πιο γρήγορους ρυθμούς και ενίσχυση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια, ο κλάδος κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με τις παρενέργειες της ίδιας της επιτυχίας του.
