“Παγίδα” αρνητικής αποταμίευσης για νοικοκυριά και επενδύσεις

Καμπανάκι για την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη το έλλειμμα εγχώριας αποταμίευσης. Γιατί δεν αποταμιεύουν οι Έλληνες

Αρνητική αποταμίευση

Αρνητικό, παρά την αύξηση των καταθέσεων στις τράπεζες (κατά 10,4 δις. ευρώ το 2025) και την αύξηση των ονομαστικών μισθών (+8,1% το 2025), παραμένει το ποσοστό  αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών, εγκλωβίζοντας σε παγίδα δυσμενών επιπτώσεων τα ίδια τα νοικοκυριά, τις επενδύσεις και την οικονομία. Τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από όσα εισπράττουν, με την κατανάλωση να είναι μεγαλύτερη από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και να δημιουργεί ένα μηνιαίο «έλλειμμα» της τάξεως του 1,3 δισ. ευρώ (διαθέσιμο εισόδημα δ΄ τρίμηνο 2025: 42,56 δις, ευρώ, αυξημένο κατά 9,8% από το δ΄ τρίμηνο 2024 / καταναλωτική δαπάνη 49,3 δις. ευρώ, αυξημένη κατά 5,3% αντίστοιχα), το οποίο καλύπτεται είτε από τα έτοιμα είτε από δανεισμό.

Στον πάτο η αποταμίευση στην Ελλάδα

Όπως αναφέρουν στο powergame.gr οικονομικοί αναλυτές των τραπεζών, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο -2,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, σημειώνοντας μεν οριακή βελτίωση από το 2024 (-2,5% του διαθέσιμου εισοδήματος η αποταμίευση), αλλά διατηρώντας μακράν απόσταση από την αποταμίευση των νοικοκυριών στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, όπου ο μέσος όρος της αποταμίευσης κινείται στο +15% του διαθέσιμου εισοδήματος. Σημειώνεται ότι το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών έχει υποχωρήσει σε αρνητικά επίπεδα από το 2011, με την Ελλάδα να καταγράφει διαχρονική, έκτοτε, αρνητική πρωτιά στην ΕΕ και να βρίσκεται σχεδόν στον πάτο της αποταμίευσης (και μάλιστα με αρνητικό πρόσημο) μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, χαμηλότερα και από χώρες με χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ και εισόδημα.

Η βουτιά στην αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών έγινε κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, από 9,0% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2009, σε αρνητική αποταμίευση -4% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2022. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι η αποταμίευση των νοικοκυριών στην Ελλάδα θα γυρίσει οριακά θετική (+0,1%) το 2026. Με την άνοδο του πληθωρισμού και τις αυξήσεις των τιμών, ωστόσο, η πρόβλεψη αυτή ενέχει μεγάλες πιθανότητες διάψευσης. Αλλά ακόμη και αν επιβεβαιωθεί, το γεγονός παραμένει ότι η αποταμίευση των νοικοκυριών στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει σταθεροποιηθεί σε περίπου 13% του διαθέσιμου εισοδήματος από το 2011 και έπειτα και η ψαλίδα με την Ελλάδα παραμένει μεγάλη.

Το «καμπανάκι» για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη

Όπως επισημαίνουν στο powergame.gr οι οικονομολόγοι των τραπεζών, το έλλειμμα αποταμίευσης συνιστά ένα διαχρονικό και σοβαρό πρόβλημα, δεδομένου ότι ιστορικά, καμία χώρα δεν έχει πετύχει υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης για πολλά χρόνια χωρίς την ύπαρξη υψηλού ποσοστού επενδύσεων και, αντίστοιχα, υψηλού ποσοστού εθνικής αποταμίευσης. Οι εγχώριες αποταμιεύσεις είναι αναγκαίες για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, καθώς καμία χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται σε ξένες επενδύσεις για την ανάπτυξή της, ούτε να προσφεύγει σε εξωτερικό δανεισμό για τη χρηματοδότησή τους. Το τελευταίο συμβαίνει στη χώρα μας και αντανακλάται στα επίμονα υψηλά ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών την τελευταία εικοσαετία για τα οποία κρούει επανειλημμένως τον κώδωνα του κινδύνου η Τράπεζα της Ελλάδος.

Το έλλειμμα αποταμίευσης το βρίσκουν μπροστά τους και τα νοικοκυριά, όταν χρειάζεται να καλύψουν κάποια έκτακτη ανάγκη. Χωρίς αποταμίευση, τα νοικοκυριά αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν την προκαταβολή που απαιτείται για την αγορά ενός σπιτιού. Επιπλέον, κάποιος που δεν έχει αποταμίευση δεν μπορεί να ικανοποιήσει μία αγορά – επένδυση εκτός του μηνιαίου προϋπολογισμού που καλύπτει τις ανάγκες διαβίωσης. Και συχνά, δεν μπορεί να αποτολμήσει ένα βήμα, π.χ. αλλαγή δουλειάς, που θα βελτιώσει τις συνθήκες και την εξέλιξη της ζωής του. Ενώ όταν έρθει η ώρα της συνταξιοδότησης, όσοι δεν φρόντισαν να επενδύσουν στη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο να επηρεάζεται δραματικά. Χωρίς πολλά λόγια, αποταμίευση σημαίνει λιγότερο άγχος.

Η αρνητική αποταμίευση στην Ελλάδα δεν είναι αποτέλεσμα των χαμηλότερων μισθών, αλλά της υψηλής κατανάλωσης των ελληνικών νοικοκυριών, η οποία περιορίστηκε αναγκαστικά μόνο την περίοδο των lockdowns κατά την πανδημία του Covid-19. Τότε (α’ τρίμηνο 2021), το ποσοστό της εγχώριας αποταμίευσης ενισχύθηκε προσωρινά στο 7,3% του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά αντίστοιχα εξακοντίστηκε στο 19,8% το μέσο ποσοστό στην ΕΕ, διατηρώντας την ψαλίδα στο αποταμιευτικό κενό στην Ελλάδα.

Και αν κανείς αναρωτιέται πώς αφού αυξάνουν οι καταθέσεις στις τράπεζες, αυτό δεν συνεπάγεται και αύξηση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών, οι οικονομολόγοι εξηγούν ότι η αύξηση των καταθέσεων μπορεί να προκύπτει και από την πώληση ενός σπιτιού που σου άφησε κληρονομιά ο παππούς. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα καταγράφει διαχρονικά από τις μεγαλύτερες διαγενεακές μεταβιβάσεις πλούτου, γεγονός που δεν δίνει κίνητρο στους νεότερους να αποταμιεύσουν για το μέλλον τους.

Γιατί δεν αποταμιεύουν οι Έλληνες

Η αυξημένη κατανάλωση, η άνοδος του πληθωρισμού και η ακρίβεια, οι φόροι ή οι δαπάνες για υγεία και εκπαίδευση σχετίζονται αρνητικά με την αποταμίευση. Δεν είναι όμως οι μόνοι λόγοι για το ότι οι Έλληνες δεν αποταμιεύουν. Σχετική μελέτη που είχε εκπονήσει η Eurobank (Διεύθυνση Μελετών με επικεφαλής τον Οικονομολόγο του Ομίλου κ. Τάσο Αναστασάτο) σε συνεργασία με το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (συγγραφείς της έρευνας οι Καθηγητές κ. Σαράντης Καλυβίτης, κα Μαργαρίτα Κατσίμη και κ. Θωμάς Μούτος) αναδεικνύει και κάποια χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας που εδράζονται σε δομικές ιδιαιτερότητές της, οι οποίες επιδρούν αρνητικά στην αποταμίευση των νοικοκυριών. Τα δομικά χαρακτηριστικά αφορούν στο υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης, στο υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης χωρίς στεγαστικό δάνειο σε συνδυασμό με υψηλές μεταβιβάσεις πλούτου προς την νεότερη γενιά, και στις μεγάλες δαπάνες στέγασης ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος.

Αντικίνητρο για αποταμίευση ήταν και το ύψος των συντάξεων. Όπως έχει επισημάνει η Τράπεζα της Ελλάδος, πριν από τις μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, το ύψος των συντάξεων ήταν τόσο υψηλό ώστε να εγγυώνται ποσοστά αναπλήρωσης υψηλότερα του 100% σε μελλοντικούς συνταξιούχους. Σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά εισφορών για κύρια και επικουρική σύνταξη, περιορίζονταν έτσι σημαντικά τα κίνητρα για αποταμίευση και ειδικά για επενδύσεις σε κινητές αξίες. Παρότι τα ποσοστά αναπλήρωσης από το διανεμητικό πυλώνα έχουν υποχωρήσει, η Ελλάδα παραμένει ουραγός όσον αφορά το μέγεθος του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα του ασφαλιστικού συστήματος.

Ενώ το υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης των συντάξεων έχει προσαρμοστεί προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο μετά το 2010, τα παραπάνω δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας εμφανίζονται και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης, αλλά δεν υπάρχει καμία χώρα της ευρωζώνης που να έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά στον ίδιο βαθμό με την Ελλάδα.

Σημειώνεται ότι η έρευνα της Eurobank και του ΟΠΑ διαπίστωνε, μεταξύ άλλων, ότι το 40% της συνολικής αποταμίευσης προέρχεται από το 1% των νοικοκυριών με τα υψηλότερα εισοδήματα, οι αυτοαπασχολούμενοι έχουν το μικρότερο και σχεδόν μηδενικό ποσοστό αποταμίευσης σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα τους, οι συνταξιούχοι είναι η κατηγορία με το μεγαλύτερο ποσοστό αποταμίευσης, ενώ τα νοικοκυριά που δηλώνουν δαπάνες σε τυχερά παίγνια έχουν σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό αποταμίευσης.