Η ανησυχία για ενδεχόμενη ύφεση στην Ευρωζώνη είναι υπαρκτή και δικαιολογημένη, ιδιαίτερα αν συνεχιστεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, τόνισε ο Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι καθοριστικό ρόλο θα παίξουν οι εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν και οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε συνέντευξή του στην κυπριακή εφημερίδα «Φιλελεύθερος», σημείωσε ότι, παρά την ανθεκτικότητα της οικονομίας της Ευρωζώνης, η δυναμική της εξασθενεί. Όπως ανέφερε, η άνοδος των τιμών ενέργειας και η αυξημένη αβεβαιότητα επιβαρύνουν την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, σε μια περίοδο ήδη περιορισμένων δημοσιονομικών περιθωρίων.
«Οι ανησυχίες για την πιθανότητα ύφεσης είναι πραγματικές, λόγω της νέας αρνητικής διαταραχής στην προσφορά από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή», ανέφερε ο κ. Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωζώνης καθιστά τις οικονομίες πιο ευάλωτες.
Σε αντίθεση με το 2022, οι πληθωριστικές πιέσεις εμφανίζονται σήμερα σε περιβάλλον ασθενέστερης ανάπτυξης, αυστηρότερων χρηματοοικονομικών συνθηκών και περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΕΚΤ, η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί από 1,4% το 2025 σε 0,9% το 2026.
Τα εναλλακτικά σενάρια της ΕΚΤ υποδεικνύουν ότι υπερισχύουν οι καθοδικοί κίνδυνοι, χωρίς ωστόσο το δυσμενές σενάριο να αποτελεί την κεντρική εκτίμηση. Σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων και επανέναρξης των συγκρούσεων, ο κίνδυνος ύφεσης παραμένει υπαρκτός.
Μέχρι στιγμής, δεν έχει καταγραφεί σημαντική επίδραση των υψηλότερων τιμών ενέργειας στον πληθωρισμό, ωστόσο πιθανές ζημιές στις ενεργειακές υποδομές θα μπορούσαν να προκαλέσουν μεσοπρόθεσμες πιέσεις, ενώ η αβεβαιότητα ενδέχεται να πλήξει επενδύσεις και ανάπτυξη.
«Η αντίδρασή μας θα εξαρτηθεί από την ένταση, τη διάρκεια και τους διαύλους μετάδοσης του σοκ. Εάν αποδειχθεί παροδικό και χωρίς σημαντικές δευτερογενείς επιπτώσεις, δεν θα απαιτηθεί προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής», δήλωσε ο κ. Στουρνάρας.
Μια μεγάλη, αλλά προσωρινή υπέρβαση του στόχου της ΕΚΤ ενδέχεται να απαιτήσει μια «μετρημένη προσαρμογή» για τον περιορισμό των δευτερογενών πληθωριστικών επιπτώσεων.
«Εάν αυτό οδηγήσει σε μεγάλη και επίμονη απόκλιση του πληθωρισμού από τον στόχο, τότε η αντίδραση θα πρέπει να είναι ισχυρή», ανέφερε σύμφωνα με δημοσιεύματα.
Ισχυρά τα θεμελιώδη μεγέθη των ελληνικών και ευρωπαϊκών τραπεζών
Παράλληλα ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε «ότι τόσο οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες, όσο και οι άλλες ευρωπαϊκές, εισέρχονται σε αυτή την περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη. Σε αντίθεση όμως με την προηγούμενη κρίση -και ως ένα βαθμό λόγω αυτής- το δημοσιονομικό σημείο εκκίνησης στην τρέχουσα συγκυρία είναι για πολλές και σημαντικές οικονομίες της ευρωζώνης δυσμενέστερο, κάτι που συνεπάγεται περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο».
Στο ερώτημα αν πρέπει ο εταιρικός φόρος στην Ελλάδα να μειωθεί για προσέλκυση επενδύσεων, ο Διοικητής υπέδειξε ότι «χρειάζεται διαρκής επανεξέταση, αλλά το ζητούμενο δεν είναι απλώς μια οριζόντια μείωση συντελεστών. Το κρίσιμο είναι να γίνει απλούστερο, σταθερότερο, δικαιότερο και πιο φιλικό προς την παραγωγική εργασία, την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις».
Για τα τραπεζικά θέματα, ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε τη σημασία που έχουν οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές για την περαιτέρω ενοποίηση του τραπεζικού τομέα στην ευρωζώνη και ανέφερε ότι το προσεχές διάστημα αναμένεται η σύσταση υποκαταστήματος από τη Revolut στην Ελλάδα.
Σχετικά με τις κινήσεις των ελληνικών τραπεζών στην Κύπρο, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος σημειώνει στον Φιλελεύθερο ότι η επέκταση στην Κύπρο προσφέρει στις ελληνικές τράπεζες δυνατότητες για διαφοροποίηση εσόδων, πέρα από την ελληνική αγορά, μέσω της εκμετάλλευσης συνεργειών, παροχής καινοτόμων τραπεζικών και ασφαλιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, με έμφαση στους πελάτες υψηλής οικονομικής επιφάνειας. Επιπλέον, υπογραμμίζει, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι μπορούν να στηρίξουν ενεργά την κυπριακή οικονομία, παρέχοντας χρηματοδοτήσεις σε καίριους τομείς της, όπως η ναυτιλία, η ενέργεια και ο τουρισμός.