Στα νωπά και μη επεξεργασμένα τρόφιμα εντοπίζεται ένας από τους βασικούς παράγοντες που εξακολουθούν να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό τροφίμων στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΙΟΒΕ που παρουσιάστηκαν στη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων. Παρ’ ότι η συζήτηση για την ακρίβεια συχνά επικεντρώνεται στη βιομηχανία τροφίμων και στα επεξεργασμένα προϊόντα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η μεγαλύτερη πίεση στις τιμές προέρχεται από την πλευρά των μη επεξεργασμένων τροφίμων.
Αύξηση 4,4% στα τρόφιμα τον Απρίλιο – 9,2% η αύξηση στα νωπά μη επεξεργασμένα τρόφιμα
Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Απρίλιο του 2026 οι τιμές στα τρόφιμα στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 4,4%, με τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα να καταγράφουν άνοδο 9,2%. Αντιθέτως, τα επεξεργασμένα τρόφιμα κινήθηκαν με σαφώς χαμηλότερο ρυθμό, μόλις στο 0,6%. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ότι η πίεση στο καλάθι του καταναλωτή δεν προέρχεται οριζόντια από το σύνολο της αλυσίδας τροφίμων, αλλά κυρίως από κατηγορίες που επηρεάζονται περισσότερο από την εποχικότητα, τις καιρικές συνθήκες, το κόστος παραγωγής και τη διαθεσιμότητα πρώτων υλών.
Διπλάσια αύξηση τιμής στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωζώνη
Η διαφοροποίηση γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε σύγκριση με την Ευρωζώνη. Εκεί, τον Απρίλιο του 2026, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα διαμορφώθηκε στο 2,2%, ενώ στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα έφτασε στο 4,6%. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα εμφανίζει σχεδόν διπλάσια αύξηση στα νωπά τρόφιμα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η ακρίβεια στα τρόφιμα παραμένει πιο έντονη στην εγχώρια αγορά.
Πίεση στις τιμές από τα εισαγόμενα προϊόντα και πρώτες ύλες
Τα στοιχεία του ΙΟΒΕ δείχνουν επίσης ότι ο Δείκτης Τιμών Εισαγωγών Τροφίμων κινείται σε υψηλότερα επίπεδα από τον Δείκτη Τιμών Παραγωγού. Το 2025 ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού υποχώρησε κατά 0,7% σε σχέση με το 2024, ενώ ο δείκτης τιμών εισαγωγών αυξήθηκε κατά 6,3%. Η απόκλιση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς δείχνει ότι σημαντικό μέρος των πιέσεων μεταφέρεται στην ελληνική αγορά μέσω εισαγόμενων προϊόντων και πρώτων υλών.
Την ίδια στιγμή, κατά το τελευταίο πεντάμηνο, ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού αυξανόταν κατά μέσο όρο 1,7%, όταν ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στα τρόφιμα ενισχυόταν κατά 4,1%. Η διαφορά μεταξύ παραγωγού και τελικού καταναλωτή φέρνει στο προσκήνιο το συνολικό κόστος της εφοδιαστικής αλυσίδας, από τις μεταφορές και την ενέργεια έως τα περιθώρια εμπορίας και τη λειτουργία του λιανεμπορίου.
Στα 7,4 δισεκατομμύρια ευρώ οι εξαγωγές στα τρόφιμα και ποτά το 2025
Παράλληλα, η βιομηχανία τροφίμων και ποτών εμφανίζει ενισχυμένη εξωστρέφεια. Οι εξαγωγές του κλάδου διπλασιάστηκαν την τελευταία δεκαετία και έφτασαν τα 7,4 δισ. ευρώ το 2025, ενώ ο δείκτης εξωστρέφειας ανέβηκε στο 49%. Το εμπορικό ισοζύγιο, ωστόσο, παραμένει αρνητικό, καθώς οι εισαγωγές ανήλθαν σε 9,2 δισ. ευρώ, με έλλειμμα 1,8 δισ. ευρώ.
Οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών αντιπροσωπεύουν πλέον το 15% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2015. Στο εξαγωγικό μείγμα, τα φρούτα και λαχανικά κατέχουν μερίδιο 27,6%, τα γαλακτοκομικά 23,3% και τα έλαια 16,2%. Αντίθετα, στις εισαγωγές κυριαρχούν το κρέας με 23,6%, τα άλλα είδη διατροφής με 17,7% και τα γαλακτοκομικά με 16,6%.
Τα προϊόντα που εξάγουμε
Σημειώνεται ότι τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά, μαζί με τα γαλακτοκομικά προϊόντα, αποτελούν τη βασική αιχμή των ελληνικών εξαγωγών στον κλάδο τροφίμων και ποτών, συγκεντρώνοντας σχεδόν το 51% της συνολικής αξίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat και του International Trade, τα οποία επεξεργάστηκε το ΙΟΒΕ.
Η εικόνα που αποτυπώνεται στα στοιχεία δείχνει ότι η ελληνική βιομηχανία τροφίμων στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε προϊόντα με ισχυρή εξαγωγική παρουσία και αναγνωρισιμότητα στις διεθνείς αγορές. Στην πρώτη θέση βρίσκονται τα φρούτα και λαχανικά, που αντιστοιχούν στο 27,6% της συνολικής αξίας των εξαγωγών του κλάδου τροφίμων και ποτών. Ακολουθούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα με 23,3%, ενώ την τρίτη θέση καταλαμβάνουν τα έλαια και λίπη με ποσοστό 16,2%.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι τρεις αυτές κατηγορίες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της εξαγωγικής δυναμικής του κλάδου, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο που διαδραματίζουν προϊόντα όπως τα επεξεργασμένα οπωροκηπευτικά, το ελαιόλαδο και τα γαλακτοκομικά στη διεθνή παρουσία της ελληνικής αγροδιατροφής. Σημαντική συμμετοχή εμφανίζουν επίσης τα «άλλα είδη διατροφής», με 8,7%, τα αλευρώδη προϊόντα με 5,2%, τα ποτά με 4,9%, τα προϊόντα αμύλου με 4,3%, το κρέας με 4,1%, τα ψάρια με 4% και οι ζωοτροφές με 1,5%.
Τα κύρια προϊόντα που εισάγουμε στην Ελλάδα
Αντίθετη είναι η εικόνα στις εισαγωγές, όπου την πρώτη θέση καταλαμβάνει το κρέας, με ποσοστό 23,6% στο σύνολο των εισαγωγών τροφίμων και ποτών. Ακολουθούν τα άλλα είδη διατροφής με 17,7% και τα γαλακτοκομικά με 16,6%. Η παρουσία των γαλακτοκομικών τόσο στις εξαγωγές όσο και στις εισαγωγές δείχνει τη διπλή διάσταση της συγκεκριμένης αγοράς, καθώς η Ελλάδα διατηρεί ισχυρή εξαγωγική θέση σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενώ ταυτόχρονα παραμένει εισαγωγέας σε επιμέρους κατηγορίες.
Στις εισαγωγές ακολουθούν τα φρούτα και λαχανικά με 9%, τα ψάρια με 8,5%, τα έλαια και λίπη με 7,8%, τα ποτά με 6,1%, οι ζωοτροφές με 3,8%, τα προϊόντα αμύλου με 3,7% και τα αλευρώδη με 3,4%.
