H Ελλάδα χρειάζεται επιπλέον επενδύσεις 60 δισ. ευρώ για να κλείσει το κενό των επενδύσεων μέχρι το 2030

Επιπλέον επενδύσεις ύψους 15 δισ. ευρώ ετησίως χρειάζεται η Ελλάδα μέχρι το 2030 για να φτάσει την Ευρώπη

Γιάννης Παπαχρήστου, πρόεδρος Υπερταμείου © Υπερταμείο/ΔΤ

Επιπλέον επενδύσεις, ύψους 15 δισ. ευρώ ετησίως απαιτούνται μέχρι το 2030 προκειμένου η χώρα να κλείσει το επενδυτικό κενό με την Ευρώπη και να αυξήσει την παραγωγικότητά της.

Σύμφωνα με τον Marc Canal, Senior Fellow του McKinsey Institute η χώρα χρειάζεται ο ακαθάριστος σχηματισμός του παγίου κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) να φτάσει στο 23% έως 25% του ΑΕΠ τα επόμενα 4 χρόνια, εφόσον θέλει να κλείσει το επενδυτικό κενό με την υπόλοιπη Ενωμένη Ευρώπη.

Αν συμβεί αυτό, τότε η χώρα μας θ’ αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα η οποία σήμερα είναι στο 51% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η χώρα έχει μείνει ουραγός, πίσω από τους άμεσους ανταγωνιστές της όπως είναι η Πορτογαλία, η παραγωγικότητα της οποίας είναι στο 62% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, της Ισπανίας, που είναι 89% και της Ιταλίας στο 90%.

Οι τρεις τελευταίες χώρες πετυχαίνουν αυτή περίοδο επενδύσεις (ΑΣΠΚ) 21% έως 23%, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρώπη φτάνει το 22% έως 23%. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Mark Canal, πρέπει να ξεπεράσει αυτά τα όρια, δεδομένου ότι στο παρελθόν έχει χάσει έδαφος, ειδικά στα χρόνια της κρίσης.

Οι επενδύσεις στην Ελλάδα σήμερα αντιστοιχούν στο 17% ή σε περίπου 42,5 δισ. ευρώ το 2025. Για να επιτευχθεί ο στόχος της σύγκλισης της επενδύσεων και της αύξησης της παραγωγικότητας θα πρέπει οι επενδύσεις αυτές να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν τα 60 δισ. ευρώ.

Τις εκτιμήσεις αυτές έδωσε πριν από λίγο το στέλεχος της McKinsey στην ημερίδα του Υπερταμείο και στην συνεδρία που αφορά στην κλιμάκωση των επενδύσεων στην Ελλάδα. Προς την κατεύθυνση αυτή, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του Υπερταμείου Γιάννη Παπαχρήστου, το υπερταμείο πλέον έχει σταματήσει τις αποεπενδύσεις και έχει ξεκινήσει τις επενδύσεις, με έμφαση στις νέες τεχνολογίες.

Ο ίδιος αναφέρθηκε στη δημιουργία των τεσσάρων πρωτοβουλιών ενίσχυσης της καινοτομίας στη χώρα μας όπως είναι το «Ελληνικό Ταμείο Καινοτομίας και Υποδομών (HIIF)», το οποίο βρίσκεται πλέον σε πλήρη λειτουργία και σήμερα προωθεί τουλάχιστον τρεις επενδύσεις. Η πρώτη μάλιστα αναμένεται ν’ ανακοινωθεί σύντομα και εντοπίζεται στον τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας.

Το HIIF λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα ταμεία Phaistos, ΕΛΚΑΚ (Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας) και το Pharos AI Factory, στα οποία επίσης συμμετέχει το Υπερταμείο. Συνολικά τα προαναφερόμενα ταμεία επιχειρούν να κινητοποιήσουν επενδύσεις άνω του 1 δισ. ευρώ.

Ακόμη ο κ. Παπαχρήστου σημείωσε ότι το υπερταμείο προωθεί τουλάχιστον δέκα μεγάλα επενδυτικά έργα ενώ μέσω της Μονάδας Συντονισμού Στρατηγικών Συμβάσεων (PPF) έχει ολοκληρώσει 850 διαγωνισμούς προμηθειών του ευρύτερου δημόσιου τομέα πάνω από 2,5 δισ. ευρώ. Και στη γραμμή αυτή υπάρχουν διαγωνισμοί προμηθειών και έργων ύψους 10 δισ. ευρώ.

To disruption του software

Μιλώντας στην ίδια εκδήλωση η επικεφαλής της BC Partners Νίκος Σταθόπουλος, είπε ότι τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη έχει αναβαθμιστεί ως επενδυτικός προορισμός διεθνών κεφαλαίων.

Όπως ανέφερε, η ευρωπαϊκή ήπειρος απέκτησε μεγαλύτερο ενδιαφέρον μετά τις αβεβαιότητες που δημιούργησαν οι εξελίξεις στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα τα επενδυτικά κεφάλαια ν’ αναζητούν νέους επενδυτικούς προορισμούς, συμπεριλαμβανομένου της Ευρώπης.

Πάντως, σημείωσε ότι οι αποτιμήσεις των εταιρειών τα τελευταία δυο τρία χρόνια έχουν μειωθεί και ειδικά στον τομέα της τεχνολογίας και συγκεκριμένου του software. Βασικός μοχλός για την μείωση αυτή των αξιών είναι η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης η οποία, εκτός από το χώρο της τεχνολογίας, επηρεάζει πολύ το χώρο της ενέργειας και της παροχής υπηρεσιών υγείας. Ειδικά οι επιχειρήσεις software έχει υποστεί μεγάλη καθίζηση στους πολλαπλασιαστές τους, καθώς είναι ένας ο τομέας όπου η επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης είναι πολύ μεγάλη.

Από την άλλη πλευρά, όπως είπε ο κ. Σταθόπουλος, ο τομέας της ενέργειας και όχι αποκλειστικά οι ΑΠΕ, αλλά και τα data center και η διανομή ενέργειας, θα επωφεληθούν τα μέγιστα από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο δεύτερος κλάδος είναι εκείνος της υγείας, όπου οι κυβερνήσεις επιχειρούν να συγκρατήσουν το κόστος σε μια κοινωνία που γερνάει, και για το σκοπό αυτό θ’ αξιοποιηθεί πολύ ο χώρος της τεχνολογίας.