Μπορεί η Αθήνα να μην έχει φτάσει ακόμη στα επίπεδα υπερτουρισμού της Βαρκελώνης, της Βιέννης ή του Άμστερνταμ, όμως το παράθυρο για να προλάβει τα προβλήματα στενεύει. Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική 2025-2026, εκπέμπει σαφές μήνυμα προς την Πολιτεία, ζητώντας άμεσες επενδύσεις στις υποδομές και καλύτερη διαχείριση της τουριστικής ανάπτυξης, προτού η πρωτεύουσα βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνέπειες του υπερτουρισμού.
Η προειδοποίηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει διαδοχικά ιστορικά υψηλά. Οι διεθνείς αφίξεις στη χώρα αυξήθηκαν από 31,3 εκατ. το 2019 σε 36 εκατ. το 2024, επίδοση που διατηρεί την Ελλάδα στην πέμπτη θέση μεταξύ των δημοφιλέστερων τουριστικών προορισμών της ευρωζώνης, πίσω μόνο από τη Γαλλία (102 εκατ. αφίξεις), την Ισπανία (93,8 εκατ.), την Ιταλία (57,7 εκατ.) και τη Γερμανία (37,5 εκατ.).
Η Αθήνα έχει ακόμη περιθώρια, αλλά όχι για πολύ
Η Τράπεζα της Ελλάδος συγκρίνει τους σημαντικότερους αστικούς προορισμούς της Ευρωζώνης χρησιμοποιώντας τον δείκτη των ταξιδιωτικών αφίξεων ανά κάτοικο, έναν από τους βασικούς δείκτες μέτρησης του υπερτουρισμού.
Τα στοιχεία για το 2024 δείχνουν ότι η ευρύτερη περιοχή του Άμστερνταμ καταγράφει περίπου 3,5 αφίξεις ανά κάτοικο, η Βιέννη 3,1, η ευρύτερη περιοχή της Βενετίας 2,3, η Βαρκελώνη 2,1, η Λισαβόνα 1,8, η Φλωρεντία 1,7, το Παρίσι 1,5, το Βερολίνο 1,3, ενώ η Αττική διαμορφώνεται μόλις στο 1,1.

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος / Eurostat
Αντίστοιχα, οι πληρότητες των ξενοδοχείων κυμαίνονταν από 52% (Αττική) έως 63% (Βερολίνο) το 2024, με εξαίρεση τη Ρώμη που εμφανίζει την εντυπωσιακή πληρότητα της τάξης του 75%. Και στον αντίποδα η Φλωρεντία με 41% πληρότητα ξενοδοχείων.
Με άλλα λόγια, η Αθήνα εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα από τις ευρωπαϊκές πόλεις που θεωρούνται χαρακτηριστικά παραδείγματα υπερτουρισμού. Ωστόσο, η ΤτΕ τονίζει ότι αυτό δεν αποτελεί λόγο εφησυχασμού, αλλά ευκαιρία για έγκαιρη δράση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι τουρίστες, αλλά οι υποδομές
Η έκθεση επισημαίνει ότι ο υπερτουρισμός δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό των επισκεπτών, αλλά από το κατά πόσο οι υποδομές μπορούν να εξυπηρετήσουν την αυξημένη ζήτηση.
Για τον λόγο αυτό ζητά ενίσχυση των δικτύων ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτροδότησης, διαχείρισης απορριμμάτων και μεταφορών, καθώς και καλύτερο χωροταξικό σχεδιασμό, ώστε η αύξηση της τουριστικής κίνησης να μην υποβαθμίσει την καθημερινότητα των κατοίκων ούτε την εμπειρία των επισκεπτών.
Και η κλιματική αλλαγή κάνει το πρόβλημα πιο πιεστικό
Η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέει άμεσα τον υπερτουρισμό με την κλιματική αλλαγή, σημειώνοντας ότι τα ολοένα συχνότερα κύματα καύσωνα αυξάνουν το θερμικό στρες στους ελληνικούς προορισμούς και ενδέχεται να μεταβάλουν σταδιακά τη ζήτηση, ευνοώντας τους μήνες της άνοιξης και του φθινοπώρου εις βάρος της υψηλής θερινής περιόδου.
Κατά την ΤτΕ, η ενίσχυση των υποδομών και των πράσινων επενδύσεων αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού, αλλά και για την αποφυγή των φαινομένων υπερτουρισμού που ήδη δοκιμάζουν κορυφαίους ευρωπαϊκούς προορισμούς.
