Η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό 1,9% το 2026, το πρωτογενές πλεόνασμα να παραμείνει στο 3,2% του ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος να μειωθεί στο 136,8% του ΑΕΠ και η ανεργία να περιοριστεί περαιτέρω στο 8,4% παραμένοντας ωστόσο συγκριτικά σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με την ΕΕ. Καθώς όμως ο πληθωρισμός αύξησε ρυθμό και αναμένεται να κλείσει στο 3,2% του ΑΕΠ, η αύξηση των πραγματικών μισθών αναμένεται να είναι μηδενική ή έστω οριακή (0,1%), όπως ήταν άλλωστε και το 2025. Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία της εαρινής έκθεσης 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, που μεταξύ των άλλων σημειώνει ότι παραμένουν ως κύριες προκλήσεις το υψηλό εξωτερικό έλλειμμα, η καθήλωση των πραγματικών μισθών, η μειωμένη παραγωγικότητα και η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ειδικότερα το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στην ένθεσή του μεταξύ των άλλων αναφέρει:
Το 2025 η ελληνική οικονομία συνέχισε την ανοδική της τροχιά, αναπτυσσόμενη με ρυθμό 2,1% – σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – με κινητήριες δυνάμεις την ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις (κυρίως μέσω πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ΤΑΑ) και τον τουρισμό. Η δυναμική αυτή συνοδεύτηκε από αποκλιμάκωση της ανεργίας και βελτίωση του ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης, το οποίο διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος συνέχισε την πτωτική του πορεία, υποχωρώντας στο 146,1% του ΑΕΠ. Για το 2026, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,9% σύμφωνα με την εκτίμηση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), και η ανεργία να μειωθεί περαιτέρω στο 8,4%, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλά επίπεδα συγκριτικά με τον μέσο όρο της ΕΕ.
Πληθωρισμός 3,2% εξωτερικό έλλειμμα 5,7% του ΑΕΠ
Ωστόσο, ορισμένοι δείκτες εξελίχθηκαν λιγότερο ευνοϊκά. Ο πληθωρισμός, αν και υποχώρησε οριακά το 2025, αναμένεται να επιταχυνθεί στο 3,2% το 2026, με αποκλιμάκωση στο 2,4% να προβλέπεται για το 2027. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ήδη αυτή την ανοδική τάση, με τον πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 4,6% τον Απρίλιο του 2026. Το έλλειμμα
του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει επίσης σε υψηλά επίπεδα (5,7% του ΑΕΠ), κυρίως λόγω της ισχυρής ζήτησης για εισαγωγές, παρότι περιορίστηκε κατά 2,8 δισ. ευρώ
χάρη στην ενίσχυση του ισοζυγίου αγαθών και την αύξηση των εισπράξεων από ταξιδιωτικές υπηρεσίες.
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού δείχνει αξιόλογη απόδοση έναντι των στόχων ήδη από το α’ τρίμηνο του 2026. Για το σύνολο του έτους, προβλέπεται διατήρηση πρωτογενούς πλεονάσματος 3,2% του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες. Όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους κανόνες του νέου ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου, η αξιολόγηση δείχνει ότι, παρότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών αναμένεται να υπερβεί το όριο αναφοράς για το 2026, η αθροιστική πορεία παραμένει εντός των ορίων, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η ευελιξία που παρέχει η εθνική ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες.
Παγωμένοι οι πραγματικοί μισθοί

Σε ότι αφορά τους πραγματικούς μισθούς, η έκθεση αναφέρει ότι ο διάμεσος ακαθάριστος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα το 2024 ήταν περίπου 18.000 ευρώ, σημαντικά χαμηλότερος από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο (39.808 ευρώ) και ότι ο καθαρός μέσος μηνιαίος μισθός προσαρμοσμένος ως προς το κόστος ζωής, εξακολουθεί να παραμένει σημαντικά χαμηλότερος στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Το 2025, η εικόνα δεν άλλαξε, προσθέτει η έκθεση, καθώς οι υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού επηρέασαν εκ νέου αρνητικά τους πραγματικούς μισθούς – όπως είχε συμβεί και στην περίοδο 2022 – 2023 οι οποίοι παρουσίασαν οριακή μόλις αύξηση κατά 0,1%. Ανάλογη οριακή μεταβολή 0,1% προβλέπει και για το 2026 – που σημαίνει ότι και φέτος οι πραγματικοί μισθοί θα παραμείνουν παγωμένοι.
Χαμηλή παραγωγικότητα
Στη συνέχεια η έκθεση συνδέει ευθέως την καθήλωση των ελληνικών πραγματικών μισθών με το έλλειμμα παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, τονίζοντας μεταξύ των άλλων ότι το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί περίπου στο 50% του μέσου όρου της ΕΕ και στα δύο τρίτα του μέσου όρου των κρατών μελών του ΟΟΣΑ και ότι η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο βρίσκεται περίπου στο 60% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Για το λόγο αυτό το Δημοσιονομικό Συμβούλιο ενώ συστήνει μεν την περαιτέρω αύξηση των μισθών, αναφέροντας ότι θα είναι ωφέλιμη τόσο μικροοικονομικά όσο και μακροοικονομικά, παρατηρεί ότι θα πρέπει να συνοδεύεται από διατηρήσιμη ανάπτυξη και βελτίωση της παραγωγικότητας.
Ενάρετος κύκλος σε ότι αφορά τα δημόσια οικονομικά
Συνολικά, τα δημόσια οικονομικά χαρακτηρίζονται από «μια στέρεη δημοσιονομική θέση παρά τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα». Ο συνδυασμός πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων και επεκτατικής δημοσιονομικής κατεύθυνσης αποτελεί προϊόν της οικονομικής ανάπτυξης και των αυξημένων εσόδων που προέκυψαν από τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του φορολογικού συστήματος. Είναι ακριβώς αυτός ο «ενάρετος» συνδυασμός που επιτρέπει στην ελληνική κυβέρνηση να πετυχαίνει πλεόνασμα, αυξάνοντας ταυτόχρονα τις καθαρές δαπάνες για μέτρα στήριξης των πιο ευάλωτων νοικοκυριών απέναντι στις πιέσεις του κόστους ζωής.
Η πρόκληση για τα επόμενα χρόνια θα είναι, ωστόσο, το πώς αυτή η πορεία θα διατηρηθεί και θα καταστεί βιώσιμη. Οι χρόνιες διαρθρωτικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας -υψηλή
ανεργία, ιδίως στους νέους, χαμηλή παραγωγικότητα και υψηλό εξωτερικό χρέος- σε συνδυασμό με τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και την αυξημένη γεωπολιτική
αβεβαιότητα, καθιστούν αναγκαία την ανάδειξη νέων μοχλών ανάπτυξης. Η βιωσιμότητα της οικονομικής προόδου προϋποθέτει, συνεπώς, τη συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής
παράλληλα με την εμβάθυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ιδίως στους τομείς όπου η Ελλάδα υστερεί έναντι των εταίρων της στην ΕΕ, αλλά οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν ως
κινητήριες δυνάμεις της μελλοντικής ανάπτυξης.
