Επιδόματα: Η παγίδα που αφήνει δικαιούχους εκτός

Οι δικαιούχοι του Επιδόματος Παιδιού μειώθηκαν στους 393.985, Στέγασης στους 171.229, ενώ οι ωφελούμενοι του ΚΕΑ περιορίστηκαν στους 145.149

Επιδόματα, επίδομα παιδιού © Magnific

Τα επιδόματα και η αύξηση των μισθών στηρίζουν χιλιάδες νοικοκυριά που βρίσκονται αντιμέτωπα με την ακρίβεια, ωστόσο σε αρκετές περιπτώσεις χάνονται αρκετές κοινωνικές παροχές. Χιλιάδες πολίτες διαπιστώνουν ότι η υπέρβαση των εισοδηματικών ορίων μπορεί να τους αφήσει εκτός συστήματος στήριξης.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο φαινόμενο: εργαζόμενοι με υψηλότερους μισθούς δεν αισθάνονται απαραίτητα οικονομικά πιο ενισχυμένοι, καθώς η μείωση ή η κατάργηση επιδομάτων περιορίζει το πραγματικό όφελος από την αύξηση του εισοδήματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, το συνολικό διαθέσιμο ποσό που μένει στο νοικοκυριό μπορεί να είναι χαμηλότερο σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα.

Τα στοιχεία για την πορεία των βασικών κοινωνικών ενισχύσεων καταδεικνύουν τη συρρίκνωση του αριθμού των δικαιούχων. Τον Μάρτιο του 2024, ο ΟΠΕΚΑ κατέβαλε το Επίδομα Παιδιού σε 512.798 οικογένειες, το Επίδομα Στέγασης σε 241.446 νοικοκυριά και το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα σε 189.493 δικαιούχους.

Δύο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 2026, η εικόνα είχε αλλάξει σημαντικά. Οι δικαιούχοι του Επιδόματος Παιδιού είχαν μειωθεί στους 393.985, του Επιδόματος Στέγασης στους 171.229, ενώ οι ωφελούμενοι του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος περιορίστηκαν στους 145.149.

Η μεταβολή αυτή σημαίνει ότι μέσα σε μία διετία περισσότερες από 118.000 οικογένειες έπαψαν να λαμβάνουν το Επίδομα Παιδιού, πάνω από 70.000 νοικοκυριά έχασαν το Επίδομα Στέγασης και περισσότεροι από 44.000 πολίτες βγήκαν από το πρόγραμμα του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος.

Η μείωση του αριθμού των δικαιούχων δεν συνδέεται αποκλειστικά με τις αυξήσεις των μισθών. Ρόλο παίζουν επίσης η άνοδος των δηλωμένων εισοδημάτων, τα περιουσιακά και εισοδηματικά κριτήρια, τα τεκμήρια διαβίωσης, αλλά και οι αλλαγές που αφορούν το τεκμαρτό εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών. Παράλληλα, οι αυστηρότεροι έλεγχοι για την επιλεξιμότητα των δικαιούχων επηρεάζουν τον τελικό αριθμό των ωφελούμενων.

Ωστόσο, η αύξηση των αποδοχών παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες που ωθούν αρκετά νοικοκυριά πάνω από τα όρια που έχουν τεθεί για τη χορήγηση των επιδομάτων. Έτσι, μια μικρή βελτίωση στο εισόδημα μπορεί να έχει ως συνέπεια την απώλεια μιας σημαντικής οικονομικής στήριξης.

Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει την ανάγκη επανεξέτασης του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζονται τα εισοδηματικά κριτήρια, ώστε η αύξηση της εργασίας και των αποδοχών να μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και όχι σε απώλεια κοινωνικών παροχών.