Η πορεία του Έλον Μασκ σπάζοντας το ορόσημο του πρώτου τρισεκατομμυριούχου στον κόσμο συμπυκνώνει δύο από τις ισχυρότερες τάσεις της σύγχρονης οικονομίας: την εκρηκτική δημιουργία πλούτου μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας και τον καθοριστικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι κρατικές πολιτικές στη διαμόρφωση νέων επιχειρηματικών κολοσσών.
Ορισμένοι αναλυτές το εξηγούν με λογοπαίγνια: «Ποιο είναι το μεγαλύτερο “σοσιαλιστικό θερμοκήπιο” των τρισεκατομμυριούχων; Το κράτος, που με δημόσιο χρήμα, γεννά τους “αυτοδημιούργητους” κροίσους».
Η είδηση ότι ο Έλον Μασκ έσπασε το φράγμα του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων, χάρη στην εκρηκτική χρηματιστηριακή άνοδο της SpaceX, προκάλεσε ρίγη ενθουσιασμού στους οπαδούς του «laissez faire, laissez passer», το θεμελιώδες δόγμα του νεοφιλελευθερισμού, μια έκφραση που αποδίδεται στους Γάλλους φυσιοκράτες του 18ου αιώνα (όπως ο Vincent de Gournay) και αργότερα υιοθετήθηκε θερμά από τον Άνταμ Σμιθ και τους κλασικούς οικονομολόγους, αποτελώντας τη βάση για το μοντέλο του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς και της αποθέωσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Ωστόσο, η οικονομική πραγματικότητα, όπως αναφέρει ανάλυση στο CNN, αναδεικνύει μια βαθιά αντίφαση: πίσω από τη λάμψη του πιο «ριψοκίνδυνου επιχειρηματία» του πλανήτη κρύβεται ο πιο συνεπής και γενναιόδωρος χρηματοδότης της ιστορίας: το αμερικανικό Δημόσιο, ο Αμερικανός φορολογούμενος.
Η αποτίμηση της SpaceX έχει εκτοξευθεί κοντά στα 2 τρισ. δολ., -με τον Μασκ να έχει περιουσία 1 τρισ.- αλλά το 1 τρισ. δολ. της αποτίμησης στηρίζεται σε ιδιαίτερα φιλόδοξες μελλοντικές προσδοκίες, τις οποίες καλούνται να αποδεχθούν οι επενδυτές ενόψει μιας ενδεχόμενης ιστορικής δημόσιας εγγραφής, αναφέρουν οι Financial Times.
Στην περίπτωση του Μασκ, η επιτυχία δεν προέκυψε μόνο από το επιχειρηματικό ρίσκο και την τεχνολογική πρωτοπορία, αλλά και από ένα οικοσύστημα κρατικών επιδοτήσεων, συμβολαίων και ρυθμιστικών κινήτρων που βοήθησαν τις εταιρείες του να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν στα πρώτα, πιο δύσκολα στάδιά τους.
Η εκτόξευση της περιουσίας του Μασκ σε επίπεδα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν, αδιανόητα αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το πώς δημιουργείται ο πλούτος, ποιος τον χρηματοδοτεί και ποιοι τελικά επωφελούνται από αυτόν.
Όπως αναφέρει ανάυστη στο CNN, στα πρώτα και πιο ευάλωτα βήματά της, η SpaceX διασώθηκε από τη χρεοκοπία χάρη σε κρατικές επιχορηγήσεις της NASA που ξεπέρασαν τα 500 εκατ. δολ. Αντίστοιχα, η Tesla στηρίχθηκε σε ομοσπονδιακά δάνεια εκατοντάδων εκατομμυρίων και σε ένα θεσμικό πλαίσιο ρυθμιστικών πιστώσεων που ανάγκαζε τους ανταγωνιστές της να τη χρηματοδοτούν έμμεσα.

Ο ιδιοκτήτης της SpaceX και διευθύνων σύμβουλος της Tesla, Έλον Μασκ © EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Ο πλούτος του Μασκ και η κρατική στήριξη
Οι εταιρείες του Μασκ, Tesla και SpaceX, βασίστηκαν καθοριστικά σε κρατική χρηματοδότηση, συμβόλαια και ρυθμιστικά πλαίσια που παρείχαν κρίσιμη οικονομική ανάσα στα πρώτα τους βήματα. όπως αναφέρει η ανάλυση του CNN, o Έλον Μασκ έχει πολλούς να ευχαριστεί για το γεγονός ότι έγινε ο πρώτος πιθανός τρισεκατομμυριούχος στον κόσμο: μηχανικούς, επενδυτές της Wall Street και κυρίως Αμερικανούς φορολογούμενους. Όπως σημείωσε ο Ρος Γκέρμπερ, διευθύνων σύμβουλος της Gerber Kawasaki και πρώιμος επενδυτής της Tesla, «δεν θα υπήρχαν η Tesla και η SpaceX χωρίς το αμερικανικό Δημόσιο, χωρίς τις πλάτες του κράτους».
Η SpaceX έλαβε πάνω από 500 εκατ. δολάρια σε επιχορηγήσεις στα πρώτα της χρόνια. Το πιο κρίσιμο σημείο ήρθε το 2006, όταν η NASA της χορήγησε 278 εκατ. δολάρια για την ανάπτυξη του πυραυλικού συστήματος Falcon και της κάψουλας Dragon. Την περίοδο εκείνη, το πρόγραμμα των διαστημικών λεωφορείων έφτανε στο τέλος του και οι ΗΠΑ χρειάζονταν νέο σύστημα μεταφοράς προς τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.
- Ο SpaceX του Μασκ και η κρίσιμη στήριξη της NASA
Σύμφωνα με δεδομένα της PitchBook, η SpaceX έλαβε περισσότερα από 500 εκατ. δολάρια συνολικά σε επιχορηγήσεις. Όπως σημείωσε ο Κέισι Ντράιερ της Planetary Society, «ήταν μια ουσιαστική δέσμευση της NASA». Η εταιρεία βρέθηκε πολλές φορές κοντά στην εξάντληση ρευστότητας, μέχρι που εξασφάλισε το 2008 συμβόλαιο 1,6 δισ. δολαρίων.
Ο ίδιος ο Μασκ έχει αναγνωρίσει ότι χωρίς τη NASA η SpaceX δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Το κρατικό χρήμα, σε κρίσιμα χρονικά σημεία, λειτούργησε ως μηχανισμός επιβίωσης.
- Ο Μασκ, η Tesla και το δάνειο-κλειδί
Σε αντίθεση με τη SpaceX, η Tesla βασίστηκε σε διαφορετικά εργαλεία στήριξης. Το 2010, όταν είχε πουλήσει λιγότερα από 2.000 αυτοκίνητα, έλαβε δάνειο 465 εκατ. δολαρίων από το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ. Το κεφάλαιο αυτό επέτρεψε την ανάπτυξη του Model S και η εταιρεία το αποπλήρωσε πρόωρα το 2013.
Το φορολογικό κίνητρο 7.500 δολαρίων για ηλεκτρικά οχήματα ενίσχυσε σημαντικά τη ζήτηση. Οι καταναλωτές της Tesla έλαβαν περίπου 3,4 δισ. δολάρια σε φοροελαφρύνσεις έως το 2019, επιτρέποντας στην εταιρεία να διατηρήσει υψηλότερες τιμές.
Παράλληλα, το σύστημα εμπορίας ρύπων αποδείχθηκε ακόμη πιο κρίσιμο. Καθώς η Tesla παρήγαγε μόνο ηλεκτρικά οχήματα, διέθετε πιστώσεις που πωλούσε σε άλλες αυτοκινητοβιομηχανίες. Μεταξύ 2008 και 2019, τα έσοδα αυτά ξεπέρασαν τα 2 δισ. δολάρια.

O Έλον Μασκ με φόντο τα κεντρικά γραφεία της Tesla στην Κίνα © EPA/MICHAEL REYNOLDS / ROMAN PILIPEY / PowerGame.gr
Ρυθμίσεις, κέρδη και πραγματική αξία
Οι πωλήσεις πιστώσεων ρύπων έφτασαν να αντιστοιχούν στο 25% των εσόδων το 2008 και περίπου 10% τα επόμενα χρόνια. Μετά το 2019, πρόσθεσαν ακόμη 12,3 δισ. δολάρια, ενισχύοντας άμεσα την κερδοφορία.
Ο ίδιος ο Μασκ έχει παραδεχθεί ότι η Tesla βρέθηκε κοντά στη χρεοκοπία το 2019. Μόλις το 2021 κατάφερε να καταγράψει κέρδη χωρίς την υποστήριξη αυτών των πιστώσεων.
Σήμερα, η αποτίμηση της Tesla εξαρτάται λιγότερο από τα αυτοκίνητα και περισσότερο από τις προσδοκίες για ρομποταξί και ανθρωποειδή ρομπότ. Η Wall Street ποντάρει στον Μασκ, διατηρώντας την περιουσία του σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν επενδυτές, η αρχική ώθηση δεν προήλθε από τις αγορές αλλά από το κράτος. Ο Γκέρμπερ σημείωσε ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε ζητήσει μετοχικό μερίδιο, καθώς η στήριξη αποδείχθηκε εξαιρετικά κερδοφόρα για τον ιδιωτικό τομέα.
Το κράτος ως θεμέλιο της επιτυχίας στην οικονομική ιστορία
Η ιστορία του Έλον Μασκ δείχνει ότι η τεχνολογική υπερανάπτυξη συχνά στηρίζεται σε δημόσιο χρήμα. Από τη NASA έως τα φορολογικά κίνητρα, η κρατική παρέμβαση υπήρξε καθοριστική για την άνοδο δύο από τις πιο πολύτιμες εταιρείες στον κόσμο.
Ο Μασκ δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα σε μια μακρά οικονομική ιστορία όπου οι μεγάλες ιδιωτικές περιουσίες επωάζονται σε κρατικά θερμοκήπια. Η ιστορική αναδρομή επιβεβαιώνει ότι η ανάδυση των «νέων κροίσων» κάθε εποχής σπάνια αποτελεί προϊόν αποκλειστικά ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Η περίπτωση του πολυεθνικού κολοσσού της IBM κατά τη μεταπολεμική περίοδο είναι ενδεικτική. Η μετάβαση της εταιρείας από τις μηχανές διάτρητων καρτών στους σύγχρονους ηλεκτρονικούς υπολογιστές χρηματοδοτήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από το αμερικανικό κράτος.
Μέσω του ψυχροπολεμικού προγράμματος αεράμυνας SAGE, το Πεντάγωνο απορρόφησε το τεράστιο κόστος έρευνας και ανάπτυξης της IBM, προσφέροντάς της παράλληλα εγγυημένα κέρδη. Η IBM ανέλαβε το συμβόλαιο, αναπτύσσοντας τους πρώτους υπολογιστές μαζικής κλίμακας με δημόσιο χρήμα.
Αυτή η κρατική ένεση της έδωσε το τεχνολογικό και οικονομικό προβάδισμα για να μονοπωλήσει την παγκόσμια αγορά υπολογιστών τις επόμενες δεκαετίες. Η IBM απέκτησε έτσι ένα τεχνολογικό μονοπώλιο παγκόσμιων διαστάσεων, έχοντας ουσιαστικά «κοινωνικοποιήσει» το επιχειρηματικό της ρίσκο.
Ακόμη πιο πίσω στον χρόνο, τον 19ο αιώνα, οι θρυλικοί «Βαρόνοι των Σιδηροδρόμων» στις ΗΠΑ, όπως ο Κορνήλιος Βάντερμπιλτ και ο Λίλαντ Στάνφορντ έχτισαν τις αυτοκρατορίες τους στις ΗΠΑ μέσω του «Pacific Railroad Act». Μυθικές περιουσίες δημιουργήθηκαν πάνω στην κρατική γη.
Το αμερικανικό δημόσιο τους παραχώρησε δωρεάν εκατομμύρια στρέμματα και τεράστια χαμηλότοκα δάνεια για να κατασκευάσουν το σιδηροδρομικό δίκτυο και να ενώσουν την ήπειρο από την Ανατολή στη Δύση, μετατρέποντάς τους στους πλουσιότερους ανθρώπους της εποχής τους, προκαλώντας ταυτόχρονα μια χρηματιστηριακή φούσκα άνευ προηγουμένο που έσκασε με πάταγο: τη «σιδηροδοική μανία» που οδήγησε στον «πανικό του 1873».
Χωρίς αυτά τα κρατικά «δεκανίκια», η κατασκευή των σιδηροσρομικών δικτύων θα ήταν οικονομικά αδύνατη για τα δεδομένα των τότε ιδιωτικών κεφαλαίων.
Silicon Valley © Pixabay
Αυτή η δυναμική δεν απουσιάζει ούτε από τη σύγχρονη Silicon Valley. Αν και προβάλλεται ως το προπύργιο της ελεύθερης αγοράς , η Silicon Valley χτίστηκε πάνω σε κρατικά θεμέλια. Το Διαδίκτυο ξεκίνησε ως ARPANET (πρόγραμμα του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας), η τεχνολογία οθονών αφής και η Siri χρηματοδοτήθηκαν από κρατικά κονδύλια, ενώ το GPS αναπτύχθηκε από τον αμερικανικό στρατό. Εταιρείες-κολοσσοί όπως η Apple και η Google πάτησαν πάνω σε αυτές τις έτοιμες, κρατικές υποδομές.
Τεχνολογικοί γίγαντες καρπώθηκαν τις δάφνες και τα κέρδη καινοτομιών που αναπτύχθηκαν σε κρατικά εργαστήρια με δημόσιο χρήμα. Όπως επισημαίνει η οικονομολόγος Μαριάνα Ματσουκάτο, το κράτος αναλαμβάνει τις επενδύσεις υψηλού κινδύνου, αλλά ο ιδιωτικός τομέας ιδιοποιείται τις αποδόσεις.
Σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο, στη μετασοβιετική Ρωσία, η κατάρρευση του κρατικού καπιταλισμού τη δεκαετία του 1990 προσέφερε το πιο ακραίο παράδειγμα πλουτισμού στηριγμένο στα απομεινάρια του χρήματος που είχε συγκεντρώσει η κρατική γραφειοκρατία τα προηγούμενα χρόνια, αναδεικνύοντας ολιγάρχες με άκρες και σχέσεις στα βαθιά γρανάζια του ίδιου μηχανισμού που γκρεμίστηκε.
Μέσα από το διαβόητο πρόγραμμα «δάνεια έναντι μετοχών», μια ελίτ επιχειρηματιών που έπαιζαν ρόλο και στο προηγούμενο καθεστώς, απέκτησαν έναντι πινακίου φακής τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και παλιών κρατικών εταιρειών, αρκετές από τις οποίες διοικούσαν οι ίδιοι ή έπαιζαν ρόλο (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μέταλλα). Οι σημερινοί ολιγάρχες στη Ρωσία, όπως ο Ρομάν Αμπράμοβιτς και ο Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, δεν μεγαλούργησαν λόγω καινοτομίας, αλλά επειδή ο γραφειοκρατικός μηχανισμός της προηγούμενες εποχής με το οποίο είχαν σχέσεις τους παρέδωσε τα κλειδιά της οικονομίας καθώς κατέρρεε.
Οι διασώσεις με δημόσιο χρήμα
Αντίστοιχες εικόνες έρχονται και από τη πρόσφατη ιστορία της κρίσης του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers ή την κρίση του ευρώ και τις διασώσεις μεγάλων τραπεζών και επιχειρήσεων με χρήματα του Δημοσίου με το σύνθημα «too big to fall» να κυριαρχεί. Η πιο προκλητική πτυχή αυτής της σχέσης εμφανίζεται, δηλαδή, όταν το ρίσκο αποτυγχάνει. Εκεί ενεργοποιείται η στρατηγική των κρατικών διασώσεων για οντότητες που θεωρούνται «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν».
Στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, κολοσσοί της Wall Street, τραπεζίτες και golden boys (σπάνια gilrs), που είχαν πλουτίσει από τοξικά παράγωγα και άλλα «δομημένα χρηματοοικονομικά προϊόντα» , είδαν τις περιουσίες και τις εταιρείες τους να σώζονται με πακέτα τρισεκατομμυρίων δολαρίων από το αμερικανικό δημόσιο (όπως το πρόγραμμα TARP).
Αντίστοιχα, στην αυτοκινητοβιομηχανία, η General Motors έλαβε κρατική ένεση δισεκατομμυρίων για να αποφύγει τον αφανισμό, διασφαλίζοντας τη συνέχεια για μετόχους και στελέχη. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε στην πρόσφατη πανδημική κρίση, με εταιρείες και μεγαλομετόχους τους να επιβιώνουν χάρη σε άμεσες κρατικές επιδοτήσεις.

Wall Street © EPA/JUSTIN LANE
Ο μύθος του απόλυτα «αυτοδημιούργητου»
Όπως αναφέρςι ανάλυση στους New York Times, από τον Τζον Ντ. Ροκφέλερ στις αρχές του 20ού αιώνα έως τον Μασκ στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, κάθε νέα βαθμίδα συσσώρευσης πλούτου συνοδεύεται από έντονες συζητήσεις για τα όρια της οικονομικής ανισότητας, τη λειτουργία των αγορών και τη σχέση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Η άνοδος του Μασκ δεν αντιμετωπίστηκε μόνο με θαυμασμό. Για πολλούς αποτελεί ακόμη μία απόδειξη της αυξανόμενης ανισότητας πλούτου στις σύγχρονες οικονομίες. Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζόχραν Μαμντάνι, σχολίασε χαρακτηριστικά ότι πρόκειται για τον «λόγο Νο 1.000.000.000.000» για τον οποίο πρέπει να φορολογούνται περισσότερο οι πλούσιοι. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν, επισημαίνοντας ότι ένα μέσο αμερικανικό νοικοκυριό θα χρειαζόταν πάνω από 11 εκατομμύρια χρόνια εργασίας για να αποκτήσει αντίστοιχο πλούτο.
Ο μύθος του απόλυτα «αυτοδημιούργητου» δισεκατομμυριούχου που θριαμβεύει σε μια αμιγώς ελεύθερη αγορά είναι ως επί τω πλείστον ένας μύθος. Είτε πρόκειται για τους σιδηροδρόμους του 1800, είτε για τα τσιπς της IBM, είτε για τις ανά τον κόσμο συστημικές τράπεζες και τους πυραύλους του Έλον Μασκ, η πορεία προς τον ουρανό χωρίς όρια (sky is the limit, η αγγοσαξονική παροιμιώδης έκφραση που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καθόλου όρια στις δυνατότητες, τις φιλοδοξίες ή την επιτυχία) απαιτεί πάντα τη βαθιά τσέπη του Δημοσίου. Όταν πετυχαίνει, κερδίζει ο ιδιώτης. Όταν αποτυγχάνει, συνήθως πληρώνει η κοινωνία.
Η ανάδειξη του πρώτου τρισεκατομμυριούχου δεν είναι ένας θρίαμβος του καπιταλισμού, λένε αναλυτές στο CNN, αλλά η επιβεβαίωση ότι η κορυφή του πλούτου χρηματοδοτείται και προστατεύεται, διαχρονικά, από τη βάση της κοινωνίας, από το δημόσιο χρήμα που ελέχει το κράτος.
