Η ναυτιλία αποδεικνύεται το πιο αξιόπιστο «βαρόμετρο» για την πραγματική κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, παρά το γεγονός ότι η τιμή του πετρελαίου Brent έχει επιστρέψει κοντά στα 72 δολάρια ανά βαρέλι, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν έχει εκτονωθεί.
Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters Breakingviews, τα στοιχεία από την αγορά των δεξαμενόπλοιων δείχνουν ότι η ομαλοποίηση απέχει ακόμη, με τη διαθεσιμότητα πλοίων και τους ναύλους να εξακολουθούν να αντανακλούν αυξημένο γεωπολιτικό κίνδυνο.
Παρότι η εκεχειρία διάρκειας 60 ημερών που συμφωνήθηκε στα μέσα Ιουνίου επέτρεψε την επανεκκίνηση σημαντικού μέρους της θαλάσσιας κυκλοφορίας, η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί με περιορισμούς. Η μεταφορά περίπου 100 εκατ. βαρελιών αργού που είχαν εγκλωβιστεί κατά τη διάρκεια της κρίσης αύξησε προσωρινά την προσφορά και συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών.
Η κυκλοφορία αυξάνεται, αλλά παραμένει χαμηλότερη από τα προ κρίσης επίπεδα
Σύμφωνα με στοιχεία της Lloyd’s List, την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 28 Ιουνίου πραγματοποιήθηκαν 242 διελεύσεις πλοίων όλων των κατηγοριών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Πρόκειται για αισθητή βελτίωση σε σχέση με τις περίπου 60 εβδομαδιαίες διελεύσεις που καταγράφονταν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.
Ωστόσο, πριν από την κρίση ο αριθμός αυτός ξεπερνούσε τις 700 διελεύσεις εβδομαδιαίως, γεγονός που δείχνει ότι η ναυτιλιακή δραστηριότητα απέχει ακόμη σημαντικά από την κανονικότητα.
Στην αγορά των δεξαμενόπλοιων, οι διελεύσεις πλοίων μεταφοράς αργού αυξήθηκαν στις 57 την εβδομάδα, έναντι περίπου 15 κατά την κορύφωση της κρίσης.
Η αγορά «ξεκλειδώνει» αποθέματα αλλά όχι την παραγωγή
Σύμφωνα με το Reuters, η πρόσφατη αποκλιμάκωση βασίζεται κυρίως στην απελευθέρωση αποθεμάτων πετρελαίου που είχαν παραμείνει αδιάθετα λόγω των προβλημάτων στις εξαγωγές.
Πιο σύνθετη είναι η εικόνα στην παραγωγή. Σύμφωνα με τον Paul Horsnell του Oxford Institute for Energy Studies, έως και 9 εκατ. βαρέλια ημερησίως δυνητικής παραγωγής παραμένουν εκτός αγοράς, καθώς αρκετοί παραγωγοί του Κόλπου αποφεύγουν να αυξήσουν την παραγωγή χωρίς να έχουν διασφαλίσει ότι θα μπορούν να εξάγουν το πετρέλαιο με ασφάλεια.
Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σχεδόν στο 9% της παγκόσμιας ημερήσιας παραγωγής και, εφόσον δεν επιστρέψει σύντομα στην αγορά, ενδέχεται να δημιουργήσει νέες πιέσεις στις διεθνείς τιμές.
Οι πλοιοκτήτες εξακολουθούν να εμφανίζονται επιφυλακτικοί
Παρά τη βελτίωση του κλίματος, οι πλοιοκτήτες εξακολουθούν να αξιολογούν με προσοχή τους κινδύνους στην περιοχή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ιράκ, το οποίο επιχείρησε να επαναφέρει μέρος της παραγωγής του, αλλά αναγκάστηκε εκ νέου να περιορίσει τις εξαγωγές, καθώς δεν υπήρχε επαρκής διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων για τη μεταφορά του αργού.
Παράλληλα, οι πρόσφατες αναφορές των αμερικανικών αρχών για νέο περιστατικό επίθεσης σε εμπορικό πλοίο στα Στενά του Ορμούζ υπενθυμίζουν ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος δεν έχει εξαλειφθεί.
Οι άδειοι στόλοι αποτελούν τον πραγματικό δείκτη της αγοράς
Αναλυτές της αγοράς επισημαίνουν ότι η πλήρης αποκατάσταση της ομαλότητας θα φανεί μόνο όταν αυξηθεί και ο αριθμός των άδειων δεξαμενόπλοιων (ballast vessels) που κατευθύνονται προς τον Περσικό Κόλπο για φόρτωση.
Σήμερα, η εικόνα παραμένει άνιση. Τα περισσότερα πλοία που διέρχονται από τα Στενά ταξιδεύουν ήδη φορτωμένα προς τις αγορές της Ασίας, ενώ λιγότερα επιστρέφουν για να παραλάβουν νέο φορτίο.
Η περιορισμένη παρουσία διαθέσιμων δεξαμενόπλοιων δυσκολεύει την πλήρη επανεκκίνηση των εξαγωγών από χώρες όπως το Ιράκ, το Κουβέιτ και το Κατάρ.
Οι ναύλοι παραμένουν σε υψηλά επίπεδα
Ενδεικτικός δείκτης της πραγματικής κατάστασης αποτελεί ο TD3C Index, ο οποίος αποτυπώνει τους ναύλους spot για τη μεταφορά αργού από τη Μέση Ανατολή προς την Κίνα.
Μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας ο δείκτης υποχώρησε σχεδόν κατά 40%, διαμορφούμενος περίπου στις 313.000 δολάρια ημερησίως.
Παρά τη σημαντική διόρθωση, το επίπεδο αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται πολλαπλάσια πάνω από τον ιστορικό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται κάτω από τις 100.000 δολάρια ημερησίως.
Η διατήρηση τόσο υψηλών ναύλων αποτυπώνει ότι οι ασφαλιστικοί και επιχειρησιακοί κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι και ότι η αγορά δεν έχει επιστρέψει στις συνθήκες που επικρατούσαν πριν από την κρίση.
