Σε πωλητές δεξαμενόπλοιων μετατρέπονται το τελευταίο διάστημα αρκετοί Έλληνες εφοπλιστές, αξιοποιώντας τις ιδιαίτερα υψηλές αποτιμήσεις των πλοίων και περιορίζοντας ταυτόχρονα την έκθεσή τους σε μια αγορά που καλείται να διαχειριστεί την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή.
Τα στοιχεία για τον Ιούλιο δείχνουν μια σαφή αλλαγή στην επενδυτική τακτική των ελληνικών ναυτιλιακών εταιρειών. Σύμφωνα με στοιχεία της Allied QuantumSea που επικαλείται το TradeWinds, συνολικά 18 πλοία άλλαξαν χέρια με τη συμμετοχή Ελλήνων πλοιοκτητών μέσα στον μήνα, όμως οι πωλήσεις υπερίσχυσαν κατά πολύ των αγορών.
Οι Έλληνες εφοπλιστές πούλησαν 14 πλοία και αγόρασαν μόλις τέσσερα. Μάλιστα, όλες οι αγορές αφορούσαν πλοία ξηρού φορτίου, ενώ από τις 14 πωλήσεις οι επτά αφορούσαν bulk carriers και οι υπόλοιπες επτά δεξαμενόπλοια.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι στο κομμάτι των μεταχειρισμένων δεξαμενόπλοιων οι ελληνικές εταιρείες κινήθηκαν αποκλειστικά προς την πλευρά των πωλήσεων.
Τα Στενά του Ορμούζ και οι υψηλές τιμές αλλάζουν τους υπολογισμούς
Πίσω από την επιλογή αυτή βρίσκονται δύο παράγοντες. Από τη μία οι ιδιαίτερα υψηλές τιμές των περιουσιακών στοιχείων και από την άλλη η αβεβαιότητα που έχει δημιουργηθεί γύρω από τις θαλάσσιες μεταφορές στη Μέση Ανατολή.
Η Allied QuantumSea επισημαίνει ότι η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας στις επενδυτικές αποφάσεις. Η κίνηση στην περιοχή παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα φυσιολογικά επίπεδα, με αποτέλεσμα η ανάπτυξη του στόλου δεξαμενόπλοιων ανατολικά του Σουέζ να παραμένει εκτεθειμένη τόσο σε κινδύνους ασφαλείας όσο και σε πιθανές αλλαγές των δρομολογίων.
Σε αυτό το περιβάλλον, αρκετοί εφοπλιστές φαίνεται να επιλέγουν να κατοχυρώσουν τώρα τις υπεραξίες που έχουν δημιουργηθεί στα πλοία τους.
Η τάση αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στις τιμές των μεγάλων δεξαμενόπλοιων μεταφοράς αργού πετρελαίου. Η πρόσφατη συμφωνία της Adnoc Logistics & Services για την αγορά έξι VLCC έναντι συνολικά 747 εκατ. δολαρίων ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά μεγάλων συναλλαγών που έχουν οδηγήσει τις αποτιμήσεις στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων περίπου δύο δεκαετιών.
Ο Matt Freeman, αντιπρόεδρος αποτιμήσεων και αναλύσεων της Veson Nautical, σημειώνει ότι ανάλογα επίπεδα στις αξίες των VLCC έχουν να καταγραφούν από τον υπερκύκλο του 2008.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα VLCC ηλικίας 10 ετών αποτιμάται σήμερα περίπου στα 127,34 εκατ. δολάρια. Το ποσό είναι περίπου 2,6 φορές υψηλότερο από τη μακροχρόνια διάμεση αξία των 48,68 εκατ. δολαρίων.
Οι τιμές έχουν φτάσει σε τέτοια επίπεδα ώστε πλέον ακόμη και πολύ σύγχρονα suezmax να αλλάζουν χέρια σε ποσά που πλησιάζουν το κόστος ναυπήγησης ενός καινούργιου VLCC.
Η Εύα Τζίμα, επικεφαλής έρευνας και αποτιμήσεων της ελληνικής Cass Technava, επισημαίνει ότι τα εξαιρετικά υψηλά κέρδη που έχει προσφέρει το τελευταίο διάστημα ο κλάδος έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι επενδυτές αντιλαμβάνονται τις αποτιμήσεις.
Ενδεικτικό είναι ότι VLCC ηλικίας περίπου 15 ετών πωλούνται σήμερα σε τιμές υψηλότερες ακόμη και από εκείνες που απαιτούνταν για την παραγγελία ενός νεότευκτου πλοίου αντίστοιχου μεγέθους μόλις πριν από τέσσερα καλοκαίρια.
Το ερώτημα που κυριαρχεί πλέον στην αγορά είναι εάν πρόκειται για μια μεγάλη «φούσκα» στις αξίες των πλοίων ή για μια μόνιμη μετατόπιση των τιμών σε υψηλότερα επίπεδα.
Πού στρέφουν οι εφοπλιστές τις επενδύσεις τους
Η υποχώρηση των αγορών μεταχειρισμένων δεξαμενόπλοιων δεν σημαίνει, πάντως, ότι οι Έλληνες εφοπλιστές σταματούν να επενδύουν.
Αντίθετα, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι επενδύσεις μεταφέρονται περισσότερο προς τα νεότευκτα πλοία και κυρίως σε άλλους κλάδους της ναυτιλίας.
Τον Ιούλιο καταγράφηκαν 19 επιβεβαιωμένες νέες παραγγελίες από ελληνικά συμφέροντα, ενώ υπήρχαν και τρεις επιπλέον επιλογές για πλοία, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό στις 22 μονάδες.
Το ξηρό φορτίο ήταν ο μοναδικός κλάδος στον οποίο οι Έλληνες δραστηριοποιήθηκαν ταυτόχρονα τόσο στην αγορά μεταχειρισμένων όσο και στις νέες ναυπηγήσεις. Συνολικά 10 νέα bulk carriers παραγγέλθηκαν μέσα στον μήνα.
Στα πλοία μεταφοράς εμπορευμάτων και στα πλοία μεταφοράς αερίου καταγράφηκαν νέες παραγγελίες, αλλά καμία αγορά μεταχειρισμένου πλοίου, ενώ στα δεξαμενόπλοια η Allied κατέγραψε δύο επιβεβαιωμένες παραγγελίες νέων πλοίων.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αγορές είναι κρίσιμη. Μια αγορά ή πώληση μεταχειρισμένου πλοίου επηρεάζει τον στόλο σχεδόν άμεσα, ενώ τα νεότευκτα που παραγγέλνονται σήμερα δεν πρόκειται να αρχίσουν να παραδίδονται πριν από το 2027.
Παράλληλα, το ελληνικό ενδιαφέρον για μεγάλα δεξαμενόπλοια δεν έχει εξαφανιστεί. Η Dynacom Tankers Management φέρεται αυτή την εβδομάδα να πρόσθεσε ακόμη τέσσερα VLCC στο βιβλίο παραγγελιών της στο κινεζικό ναυπηγείο Hengli Shipbuilding.
Πώς κινήθηκαν οι ναύλοι στα πλοία ξηρού φορτίου
Ο Ιούλιος εξελίχθηκε σε έναν ιδιαίτερα δραστήριο μήνα για την αγορά ξηρού φορτίου, με σημαντικές διακυμάνσεις στους ναύλους και μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των διαφορετικών μεγεθών πλοίων και γεωγραφικών περιοχών.
Τα Capesize βρέθηκαν στο επίκεντρο της ανόδου, ενώ τα Panamax, Supramax, Ultramax και Handysize παρουσίασαν διαφορετική εικόνα ανάλογα με τη διαθεσιμότητα πλοίων και φορτίων. Ποιες διαδρομές όμως πλήρωσαν τα υψηλότερα επίπεδα και τι πραγματικά συνέβη στην αγορά κατά την διάρκεια του Ιουλίου;
Η συνολική εικόνα της αγοράς
Ο Ιούλιος χαρακτηρίστηκε από ισχυρή αλλά ιδιαίτερα ευμετάβλητη αγορά ξηρού φορτίου. Ο Baltic Dry Index (BDI) ξεκίνησε τον μήνα στις 2.562 μονάδες την 1η Ιουλίου από 2.501 μονάδες στις 30 Ιουνίου. Η ανοδική κίνηση επιταχύνθηκε τις επόμενες ημέρες: 2.717 μονάδες στις 3 Ιουλίου, 2.875 μονάδες στις 7 Ιουλίου και 2.944 στις 10 Ιουλίου. Η κορύφωση ήρθε στις 14 Ιουλίου όταν ο BDI έφθασε στις 2.980 μονάδες. Από εκεί άρχισε η διόρθωση.
Στις 17 Ιουλίου είχε υποχωρήσει στις 2.752 μονάδες, ενώ στις 20-21 Ιουλίου βρέθηκε κοντά στις 2.670 μονάδες. Στο τελευταίο μέρος του μήνα η αγορά σταθεροποιήθηκε και στη συνέχεια ανέκαμψε. Στις 31 Ιουλίου ο δείκτης έκλεισε στις 2.732 μονάδες, αυξημένος κατά 59 μονάδες μέσα στην ημέρα.
Τα Capesize έφθασαν πάνω από 43.000 δολάρια την ημέρα, τα Supramax άγγιξαν σε συγκεκριμένες συμφωνίες τα 38.500 δολάρια, τα Panamax/Kamsarmax τα 35.000 δολάρια και τα Handysize τα 27.000 δολάρια.
