Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έχει ανατρέψει τις ισορροπίες στην αγορά των δεξαμενόπλοιων VLCC, εκτοξεύοντας το κόστος μεταφοράς πετρελαίου και δημιουργώντας μια νέα πραγματικότητα στις βασικές θαλάσσιες διαδρομές. Οι ναύλοι των VLCC καταγράφουν ιστορικά υψηλά, τα ασφάλιστρα για ένα πέρασμα από το Ορμούζ έχουν αυξηθεί κατακόρυφα.
Η εικόνα στην αγορά των μεγαλύτερων δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν περίπου 2 εκατ. βαρέλια αργού, είναι ενδεικτική. Ο δείκτης TD3C στη διαδρομή Μέση Ανατολή–Κίνα έφτασε τα 759.969 δολάρια ημερησίως, σύμφωνα με στοιχεία της Baltic Exchange που επικαλείται η Lloyd’s List. Πρόκειται για ιστορικό υψηλό και για επίπεδο κατά 26% υψηλότερο από την προηγούμενη κορυφή που είχε σημειωθεί στα μέσα Μαρτίου, κατά την πρώτη φάση της κρίσης στο Ορμούζ.
Το ράλι δεν περιορίζεται, όμως, στα φορτία που ξεκινούν από τον Περσικό Κόλπο. Στη διαδρομή Δυτική Αφρική–Κίνα τα έσοδα των VLCC έχουν φτάσει τα 237.259 δολάρια ημερησίως, σημειώνοντας άνοδο 118% μέσα σε έναν μήνα, ενώ στη γραμμή US Gulf–Κίνα διαμορφώνονται στα 210.307 δολάρια, μόλις περίπου 6.000 δολάρια χαμηλότερα από το ιστορικό ρεκόρ.
Ακόμη ακριβότερες έχουν γίνει οι μεταφορές που ξεκινούν ακριβώς έξω από τα Στενά. Ο δείκτης Ομάν–Κίνα για τα VLCC έχει εκτοξευθεί στα 358.201 δολάρια ημερησίως, επίπεδο επίσης ιστορικά υψηλό και αυξημένο κατά 144% μέσα σε έναν μήνα.
Το παράδοξο πίσω από το ράλι των ναύλων
Το παράδοξο της σημερινής αγοράς είναι ότι οι ναύλοι σπάνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ενώ οι όγκοι αργού που εξάγονται από τη Μέση Ανατολή έχουν μειωθεί σημαντικά.
Οι εξαγωγές αργού από την περιοχή διαμορφώθηκαν τον Αύγουστο στα 11,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με στοιχεία της Vortexa, μειωμένες κατά 6,6 εκατ. βαρέλια ή 36% σε σχέση με τον μέσο όρο των έξι μηνών πριν από την κρίση στο Ορμούζ.
Η εξήγηση βρίσκεται στην πραγματικά διαθέσιμη χωρητικότητα. Η κρίση έχει καταστήσει πολύ πιο περίπλοκη τη μεταφορά του πετρελαίου από τον Κόλπο. Μέρος του αργού μεταφέρεται πλέον με μικρότερα δεξαμενόπλοια τύπου shuttle μέσω των Στενών και στη συνέχεια φορτώνεται σε VLCC μέσω μεταφορτώσεων από πλοίο σε πλοίο έξω από το Ορμούζ.
Τα μεγαλύτερα ταξίδια, οι καθυστερήσεις και οι μεταφορτώσεις δεσμεύουν τα πλοία για περισσότερο χρόνο. Έτσι, ακόμη και με λιγότερο διαθέσιμο φορτίο, η προσφορά χωρητικότητας που μπορεί να αναλάβει άμεσα ένα νέο ταξίδι περιορίζεται.
Στενά του Ορμούζ: Το πέρασμα των 20 εκατ. δολαρίων
Πίσω από τους ναύλους-ρεκόρ βρίσκεται και η δραματική αύξηση του κόστους για τα πλοία που εξακολουθούν να περνούν από τα Στενά του Ορμούζ.
Ο Paul Bradshaw, διευθυντής της Emirates National Oil Company (ENOC), ανέφερε ότι η ασφάλιση του φορτίου μπορεί πλέον να φτάσει το 5%-6% της αξίας του, προσθέτοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και 10 εκατ. δολάρια στο κόστος ενός φορτίου.
Παράλληλα, έχουν αυξηθεί απότομα τα πρόσθετα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου. Συνολικά, σύμφωνα με τον ίδιο, τα κόστη που συνδέονται με τη διέλευση από το Ορμούζ έχουν φτάσει πλέον στην περιοχή έως 20 εκατ. δολαρίων, ενώ ορισμένοι συμμετέχοντες στην αγορά έχουν επιλέξει ακόμη και να αναλάβουν τον κίνδυνο χωρίς ασφαλιστική κάλυψη.
Η αύξηση του κόστους συνοδεύεται από ένα ακόμη κρίσιμο πρόβλημα, ο αριθμός των πλοιοκτητών που είναι διατεθειμένοι να στείλουν τα πλοία τους στην περιοχή είναι περιορισμένος. Οι διαταραχές γύρω από τα μεγάλα θαλάσσια chokepoints έχουν οδηγήσει τα φορτία σε μεγαλύτερες και πιο σύνθετες διαδρομές, μεταβάλλοντας τα οικονομικά των ταξιδιών και τη διαθεσιμότητα των πλοίων.
Παράλληλα, σύμφωνα με την ENOC, περισσότερες εθνικές πετρελαϊκές εταιρείες επιχειρούν να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στη μεταφορά των δικών τους φορτίων, ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται καλύτερα τόσο τα δρομολόγια όσο και το αυξημένο κόστος.
Η μεγάλη επιστροφή στη Διώρυγα του Σουέζ
Η αναδιάταξη των πετρελαϊκών ροών δημιουργεί την ίδια στιγμή έναν απρόσμενο κερδισμένο, τη Διώρυγα του Σουέζ.
Η κίνηση μέσω του καναλιού αυξήθηκε απότομα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, καθώς οι ανατροπές που προκάλεσε η κρίση στο Ορμούζ οδήγησαν περισσότερα δεξαμενόπλοια προς τη συγκεκριμένη διαδρομή.
Τον Αύγουστο πέρασαν από το Σουέζ 1.232 πλοία συνολικής χωρητικότητας 102,4 εκατ. dwt, σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων της Lloyd’s List Intelligence. Η κίνηση στο κανάλι τον Ιούλιο και τον Αύγουστο ήταν 28% υψηλότερη σε ετήσια βάση, ανεβαίνοντας στα υψηλότερα επίπεδα από τις αρχές του 2024.
Πρόκειται για μια εντυπωσιακή αντιστροφή για τη Διώρυγα. Η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα είχε οδηγήσει μεγάλο αριθμό πλοίων στην παράκαμψη της Αφρικής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, αφαιρώντας σημαντικούς όγκους από το Σουέζ.
Η διαφορετική εικόνα στο Bab el-Mandeb
Η επιστροφή των πλοίων στο Σουέζ δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Ερυθρά Θάλασσα έχει επιστρέψει στην κανονικότητα.
Η ανάκαμψη στο Bab el-Mandeb, στη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, έχει χάσει τη δυναμική της καθώς οι νέες απειλές των Χούθι έχουν αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για την ασφάλεια των διελεύσεων. Έτσι δημιουργείται μια ιδιόμορφη απόκλιση. Το Σουέζ επωφελείται από την αναδιάταξη των πετρελαϊκών ροών, την ώρα που η ανάκαμψη της κίνησης νοτιότερα παραμένει εύθραυστη.
Την Τετάρτη μόλις επτά εμπορικά πλοία καταγράφηκαν να περνούν από το Ορμούζ, έναντι 12 την προηγούμενη ημέρα και μέσου όρου 14 στο προηγούμενο δεκαήμερο. Αντίθετα, από το Bab el-Mandeb πέρασαν 28 πλοία, αριθμός κοντά στον μέσο όρο των 27 του προηγούμενου δεκαημέρου.
Πάνω από τα 100 δολάρια το Brent
Οι αναταράξεις στις θαλάσσιες μεταφορές διατηρούν παράλληλα ψηλά και την τιμή του πετρελαίου. Το Brent κινούνταν την Πέμπτη στα 101,61 δολάρια το βαρέλι, έχοντας ενισχυθεί σχεδόν κατά 30% από τα χαμηλά των αρχών Αυγούστου.
Πριν από τον πόλεμο, μέσω του Ορμούζ περνούσε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ οι σημερινές ροές παραμένουν αισθητά χαμηλότερες.
