Φόρουμ Βιομηχανίας: Η Ελλάδα χρειαζόταν βιομηχανική θωράκιση, όχι απλώς επιβίωση

Η εμπειρία του 2016–2018, οι επιλογές που δικαιώθηκαν και οι ευθύνες για όσα έμειναν πίσω

Εργαζόμενοι σε βιομηχανία © Pixabay
Στρατής Ζαφείρης

Πρώην Γενικός Γραμματέας Βιομηχανίας 2015 – 2018, Ειδικός Σύμβουλος της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου

Το 2016 η Ελλάδα μετρούσε τις πληγές μιας πρωτοφανούς κρίσης: είχε χάσει περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, η ανεργία είχε εκτιναχθεί και μεγάλο μέρος της παραγωγικής της βάσης είχε αποδυναμωθεί. Η κυρίαρχη συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τη δημοσιονομική προσαρμογή. Εμείς υποστηρίξαμε ότι αυτό δεν αρκούσε. Χωρίς ισχυρή βιομηχανία δεν θα υπήρχε διατηρήσιμη ανάκαμψη, τεχνολογική αυτονομία ούτε επαρκής παραγωγική αντοχή απέναντι σε νέες κρίσεις.

Η ίδρυση του Φόρουμ Βιομηχανίας τον Φεβρουάριο του 2016 ήταν απόπειρα να αλλάξουμε αυτή τη λογική. Δεν επιδιώκαμε μια ακόμη επιτροπή διαβούλευσης. Θέλαμε κράτος, επιχειρήσεις και συναρμόδια υπουργεία να σχεδιάζουν από κοινού συγκεκριμένες παρεμβάσεις, με ευθύνη εφαρμογής και μετρήσιμα αποτελέσματα. Το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη διακηρύξεων. Ήταν η απουσία συγκροτημένης βιομηχανικής στρατηγικής και μηχανισμού που να μπορεί να την επιβάλει στη διοικητική καθημερινότητα.

Μια δεκαετία σχεδόν αργότερα, οι διεθνείς εξελίξεις έκαναν αυτή την ανάγκη ακόμη πιο επιτακτική. Η ενεργειακή κρίση, η αναδιάταξη των εφοδιαστικών αλυσίδων, ο τεχνολογικός ανταγωνισμός και η διαρκώς ισχυρότερη βιομηχανική παρουσία της Κίνας αποδεικνύουν ότι η παραγωγική ικανότητα είναι ζήτημα οικονομικής ισχύος και στρατηγικής ασφάλειας. Οι έξι άξονες του Φόρουμ αξίζει να κριθούν υπό αυτό το πρίσμα — και όχι με τη βολική λογική ότι «έγινε ό,τι ήταν δυνατό».

1. Δυναμικοί κλάδοι: Η φαρμακοβιομηχανία απέδειξε ότι ο σχεδιασμός αποδίδει

Ξεκινήσαμε από τη φαρμακοβιομηχανία, επειδή διέθετε παραγωγική βάση, τεχνογνωσία, εξαγωγικές δυνατότητες και επενδυτικά σχέδια. Με οργανωμένη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε κλαδική στρατηγική. Η μεταγενέστερη θεσμοθέτηση του συμψηφισμού επενδύσεων με το clawback και η κινητοποίηση σημαντικών επενδύσεων δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στο Φόρουμ· αποδεικνύουν όμως ότι μια σοβαρή κλαδική επεξεργασία μπορεί να αποκτήσει συνέχεια και αποτελέσματα πέρα από κυβερνητικές θητείες.

Το ερώτημα είναι γιατί δεν δημιουργήσαμε εγκαίρως αντίστοιχους μηχανισμούς και για άλλους παραγωγικούς κλάδους που το ζητούσαν. Η αδυναμία της διοίκησης να υποστηρίξει περισσότερα κλαδικά σχέδια δεν ήταν φυσικός νόμος· ήταν έλλειμμα πολιτικής προτεραιότητας και οργανωτικής ικανότητας.

2. Καινοτομία: Χωρίς σύνδεση έρευνας και παραγωγής δεν υπάρχει αναβάθμιση

Η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογο ερευνητικό δυναμικό, αλλά οι περισσότερες μικρομεσαίες βιομηχανίες δεν έχουν οργανωμένα τμήματα έρευνας και ανάπτυξης. Προτείναμε παρεμβάσεις που θα μετέφεραν την τεχνογνωσία στην παραγωγή, ακόμη και όταν η καινοτομία σήμαινε υιοθέτηση μιας ήδη δοκιμασμένης τεχνολογίας από μια μικρή επιχείρηση.

Δεν ολοκληρώθηκε όμως το απαιτούμενο πρόγραμμα εφαρμογής. Αυτή η χαμένη δυνατότητα έχει μεγαλύτερο βάρος σήμερα, όταν η τεχνολογική υστέρηση μετατρέπεται γρήγορα σε απώλεια ανταγωνιστικότητας.

3. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ΕΣΠΑ: Η χρηματοδότηση δεν μπορεί να υποκαθιστά τη στρατηγική

Επεξεργαστήκαμε προτάσεις εξωστρέφειας και συνεργατικών σχημάτων, με προτεραιότητα στη στήριξη υπαρκτών και λειτουργικών clusters. Αντί όμως να χρηματοδοτούνται δράσεις που είχαν σχεδιαστεί μαζί με τους παραγωγικούς κλάδους, βρεθήκαμε συχνά απέναντι σε μια αντίστροφη διαδικασία: οι διαχειριστικοί μηχανισμοί του ΕΣΠΑ καθόριζαν στην πράξη ποια βιομηχανική πολιτική μπορούσε να εφαρμοστεί.

Αυτή η αντιστροφή ήταν σοβαρό σφάλμα. Το ΕΣΠΑ όφειλε να αποτελεί εργαλείο μιας συμφωνημένης παραγωγικής στρατηγικής, όχι αυτόνομο σύστημα προκηρύξεων αποκομμένο από τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Οι καθυστερήσεις ενεργοποίησης και εκταμίευσης περιόρισαν την έγκαιρη επίδραση των διαθέσιμων πόρων. Η χαμηλή απορρόφηση σε συγκεκριμένη φάση άφησε σημαντικό έργο εφαρμογής στην επόμενη κυβέρνηση. Δεν αρκεί όμως ένα συνολικό ποσοστό απορρόφησης για να αποδοθεί όλη η καθυστέρηση αποκλειστικά στον τρόπο σχεδιασμού ή να τεκμηριωθεί συγκεκριμένο πολιτικό όφελος.

Το ουσιαστικό ζήτημα παραμένει: χάθηκε πολύτιμος χρόνος, όταν η βιομηχανία είχε ανάγκη από άμεσες παραγωγικές επενδύσεις.

4. Ενέργεια: Η μεγαλύτερη προειδοποίηση που δεν μετατράπηκε σε πολιτική

Η εξοικονόμηση ενέργειας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν διέθετε τότε ενεργό κατάλληλο χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Στραφήκαμε και στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Συζητήσαμε με τους εκπροσώπους τους και πιέσαμε το Υπουργείο Ενέργειας για συγκεκριμένες διευκολύνσεις. Δεν εξασφαλίστηκε όμως πρόσθετο ουσιαστικό μέτρο.

Τα σχετικά σταθερά και χαμηλά τιμολόγια της ΔΕΗ εκείνης της περιόδου προσέφεραν προσωρινή προβλεψιμότητα. Δεν αποτελούσαν μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική. Στη συνέχεια οι τιμές εκτινάχθηκαν και η μεταβλητότητα του κόστους έγινε κρίσιμος κίνδυνος για τη βιομηχανία. Ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση από τις κορυφές της κρίσης, οι ευρωπαϊκές βιομηχανικές τιμές παραμένουν υψηλές έναντι βασικών ανταγωνιστών.

Η βιομηχανία δεν μπορεί να σχεδιάζει επενδύσεις δεκαετίας με ενεργειακό κόστος που ανατρέπεται απότομα. Χρειαζόταν —και χρειάζεται— εξοικονόμηση, μακροχρόνια συμβόλαια, προβλεψιμότητα και ανταγωνιστική πρόσβαση στην ενέργεια.

5. Χρηματοδοτικά εργαλεία: Πόροι χωρίς έγκαιρη πρόσβαση δεν είναι αναπτυξιακή πολιτική

Μέσα στους ασφυκτικούς περιορισμούς του τρίτου Μνημονίου εργαστήκαμε για χρηματοδοτικά εργαλεία και για τη δημιουργία πιο αποτελεσματικών θεσμών χρηματοδότησης. Όμως οι επιχειρήσεις δεν κρίνονται από τις εξαγγελίες ενός προγράμματος, αλλά από το αν μπορούν να λάβουν εγκαίρως κεφάλαια για παραγωγικές επενδύσεις.

Η πολυπλοκότητα των διαδικασιών και η αποσύνδεση χρηματοδότησης και βιομηχανικού σχεδίου ακύρωναν μέρος της αναπτυξιακής δυναμικής. Η καθυστέρηση δεν ήταν ουδέτερη: κόστιζε επενδύσεις, θέσεις εργασίας και χαμένες αγορές.

6. Επιχειρηματικό περιβάλλον: Μεταρρυθμίσεις που προχώρησαν και εκκρεμότητες που παρέμειναν

Στην αδειοδότηση πετύχαμε μια ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας. Με συντονισμό 15 Γενικών Γραμματειών περάσαμε από την εκ των προτέρων διοικητική έγκριση στην ευθύνη συμμόρφωσης της επιχείρησης, τη γνωστοποίηση και τους ελέγχους βάσει κινδύνου. Η απλούστευση της αδειοδότησης αποτελούσε μνημονιακή υποχρέωση· η συστηματική μετάβαση σε νέο μοντέλο εποπτείας ήταν δική μας πρωτοβουλία, που εντάχθηκε στο μεταρρυθμιστικό πλαίσιο.

Η νομοθεσία προχώρησε, η διοίκηση οργανώθηκε και οι ψηφιακές διαδικασίες επεκτάθηκαν. Δεν ολοκληρώθηκε όμως η αντίστοιχη μεταρρύθμιση όλων των ελεγκτικών μηχανισμών. Η ψήφιση ενός νόμου δεν αρκεί όταν η εφαρμογή του σταματά στη δευτερογενή νομοθεσία και στην υπηρεσιακή αδράνεια.

Στη βιομηχανική χωροθέτηση καταγράψαμε τις άτυπες συγκεντρώσεις και αναδείξαμε τρεις μεγάλες προτεραιότητες: Οινόφυτα, Ασπρόπυργο και Καλοχώρι. Εκτιμούσαμε τότε ότι η οργάνωσή τους, μαζί με τα ήδη υφιστάμενα πάρκα, θα μπορούσε να ανεβάσει έως το 85% το μερίδιο της ελληνικής βιομηχανίας σε οργανωμένους υποδοχείς.

Το μεγάλο σχέδιο των Οινοφύτων, περίπου 11.500 στρεμμάτων, που προτείναμε το 2017, αξιοποιήθηκε στη συνέχεια και εγκρίθηκε ως επιχειρηματικό πάρκο το 2025, σχεδόν μία δεκαετία αργότερα. Η συνέχεια αυτή δείχνει την αξία του αρχικού σχεδιασμού αλλά και το απαράδεκτο κόστος της καθυστέρησης. Στο Καλοχώρι δεν υπήρξε αντίστοιχη πρόοδος, ενώ στον Ασπρόπυργο η πορεία αντιμετώπισε σοβαρές εμπλοκές.

Το συμπέρασμα: Η βιομηχανία δεν θωρακίζεται με επιτροπές και ευχές

Το Φόρουμ απέδειξε ότι δημόσιος και ιδιωτικός τομέας μπορούν να διαμορφώσουν από κοινού συγκεκριμένη πολιτική. Απέδειξε όμως και κάτι πιο δυσάρεστο: όταν η συμφωνημένη στρατηγική δεν διαθέτει θεσμικό φορέα εφαρμογής, αρμοδιότητες, προσωπικό και έλεγχο της χρηματοδότησης, οι προτάσεις κινδυνεύουν να μείνουν στα συρτάρια.

Δεν δικαιώθηκαν εκ των υστέρων όλες οι επιμέρους επιλογές μας. Δικαιώθηκε όμως η κεντρική προειδοποίηση: η παραγωγική ισχύς δεν είναι δευτερεύον αποτέλεσμα της δημοσιονομικής σταθερότητας. Είναι προϋπόθεση οικονομικής ανθεκτικότητας, τεχνολογικής προόδου και εθνικής αυτονομίας. Η διεθνής στροφή στη βιομηχανική πολιτική και η άνοδος της Κίνας κάνουν σήμερα αυτή την αλήθεια δυσκολότερο να αγνοηθεί.

Η Ελλάδα έχασε χρόνο αντιμετωπίζοντας τη βιομηχανία κυρίως ως τομέα που έπρεπε να επιβιώσει. Έπρεπε να τη θωρακίσει ώστε να επενδύσει, να εξάγει, να καινοτομήσει και να ανταγωνιστεί. Και αυτό δεν θα επιτευχθεί με άλλη μια γενική στρατηγική. Απαιτείται μόνιμος, ισχυρός μηχανισμός βιομηχανικής πολιτικής, με συμμετοχή των παραγωγικών φορέων, δεσμευτικές ευθύνες, συντονισμό υπουργείων, πρόσβαση στους χρηματοδοτικούς πόρους και δημόσια αξιολόγηση αποτελεσμάτων.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν γνωρίζουμε τι χρειάζεται η ελληνική βιομηχανία. Είναι γιατί εξακολουθούμε να καθυστερούμε να το εφαρμόσουμε.