O Γιώργος Βαραβαρέλης της Augmenta επιστρέφει ως επενδυτής με fund 38 εκατ. δολ.

H Θάλεια Μισαηλίδου και o Γιώργος Βαρβαρέλης μιλούν στο Powergame.gr για τη Skybound, το πρώτο founder-led VC fund

Η Θάλεια Μισαηλίδου και ο Γιώργος Βαρβαρέλης, συνιδρυτές της Skybound Venture Capital © Skybound

Ένα οικοσύστημα δείχνει ότι αρχίζει πραγματικά να ωριμάζει όχι όταν γεννιέται άλλη μια startup ή όταν ανακοινώνεται ένας ακόμη γύρος χρηματοδότησης ή ένα νέο fund. Αλλά όταν ένας founder, που πέρασε από τη φάση της ιδέας, της επιβίωσης, των ατελείωτων ταξιδιών, της διεθνούς ανάπτυξης και τελικά ενός μεγάλου exit, επιστρέφει για να επενδύσει στην επόμενη γενιά επιχειρηματιών. Αυτό επιχειρεί σήμερα ο Γιώργος Βαρβαρέλης, συνιδρυτής της Augmenta, ενός από τα μεγαλύτερα success stories που έχει να επιδείξει μέχρι σήμερα η ελληνική startup σκηνή.

Ο άνθρωπος που ξεκίνησε από τον Βόλο και τα χωράφια της Θεσσαλίας, χτίζοντας μια deeptech εταιρεία γεωργίας ακριβείας, η οποία το 2023 εξαγοράστηκε έναντι 110 εκατ. δολ. από την CNH Industrial, παγκόσμια ηγέτιδα στην κατασκευή τρακτέρ και δεύτερη μεγαλύτερη κατασκευάστρια γεωργικού εξοπλισμού στον κόσμο, επιστρέφει πλέον από διαφορετικό ρόλο στην αγορά: αυτόν του επενδυτή, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο ανακύκλωσης εμπειρίας, κεφαλαίων και τεχνογνωσίας. Από κοινού με τη Θάλεια Μισαηλίδου, principal της Marathon Venture Capital και από τους πρώτους ανθρώπους που πίστεψαν στην Augmenta όταν ελάχιστοι θα επένδυαν σε μια startup από την ελληνική περιφέρεια με hardware προσανατολισμό, αγροτεχνολογία ως αντικείμενο και μια ομάδα χωρίς καμία προηγούμενη επιχειρηματική εμπειρία, εγκαινιάζουν τη Skybound Venture Capital, το πρώτο founder-led venture capital fund στην Ελλάδα.

Το fund έχει ήδη συγκεντρώσει κεφάλαια 38 εκατ. δολαρίων, με τη στήριξη του European Investment Fund μέσω του EquiFund II, αλλά και τη συμμετοχή Ελλήνων θεσμικών και ιδιωτών επενδυτών, παραμένει ανοιχτό για περιορισμένο αριθμό νέων κεφαλαίων ενόψει του τελικού κλεισίματος και φιλοδοξεί να επενδύσει στη νέα γενιά deeptech startups από την Ελλάδα και την Ευρώπη.

«Η Ελλάδα μπορεί να παράγει πολύ περισσότερες εταιρείες τύπου Augmenta απ’ όσες έχουμε δει μέχρι σήμερα. Το ταλέντο υπάρχει ήδη, ειδικά σε engineers και επιστήμονες παγκόσμιου επιπέδου. Αυτό που ιστορικά έλειπε ήταν περισσότερο κεφάλαιο υψηλού ρίσκου και επενδυτές διατεθειμένοι να στηρίξουν εταιρείες deeptech από πολύ νωρίς», σημειώνει, μιλώντας στο Powergame.gr, ο Γιώργος Βαρβαρέλης. «Αυτό που ψάχνουμε είναι οι εξαιρέσεις: ομάδες με τόσο βαθιά σύνδεση με αυτό που χτίζουν, που έχουν την υπομονή και την επιμονή να συνεχίσουν όταν όλοι οι υπόλοιποι σταματούν. Και συνήθως αυτοί τελικά αλλάζουν τον κόσμο», τονίζει στο powergame.gr η Θάλεια Μισαηλίδου, περιγράφοντας τη φιλοσοφία του νέου fund.

Αναζητώντας τις εξαιρέσεις

Η λογική του founder-led fund αποτελεί σχετικά διαδεδομένο μοντέλο στις ΗΠΑ, όπου επιτυχημένοι επιχειρηματίες περνούν στην πλευρά των επενδύσεων αξιοποιώντας το επιχειρηματικό τους υπόβαθρο. Στην Ελλάδα η Skybound αποτελεί την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια αυτού του τύπου. «Επιλέγουμε πολύ προσεκτικά τις εταιρείες που στηρίζουμε, ώστε να μπορούμε να δουλεύουμε ενεργά δίπλα στους founders σε βάθος χρόνου. Γι’ αυτό και το χαρτοφυλάκιό μας θα παραμείνει σκόπιμα μικρό και συγκεντρωμένο, όπως και το συνολικό μέγεθος του fund. Το μοντέλο του Skybound είναι χτισμένο γύρω από τη βελτιστοποίηση της απόδοσης και την απόδοση πραγματικού DPI για τους επενδυτές μας», εξήγησαν στο powergame.gr οι δύο πρωταγωνιστές του εγχειρήματος.

Η στρατηγική του fund εστιάζει αποκλειστικά σε deeptech εταιρείες στα στάδια pre-seed και seed, με αρχικές επενδύσεις από 500.000 έως 2 εκατ. δολ. και σημαντικά κεφάλαια για follow-on συμμετοχές στις πιο υποσχόμενες εταιρείες του χαρτοφυλακίου. Η Skybound στοχεύει σε τομείς όπως AI infrastructure, robotics, advanced computing, bioengineering και frontier technologies, αναζητώντας εταιρείες που αναπτύσσουν δύσκολες τεχνολογίες με ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. «Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται μια νέα γενιά founders με πολύ βαθύτερο τεχνικό υπόβαθρο. Η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι μικρή αγορά, αλλά παράγει δυσανάλογα υψηλής ποιότητας engineering talent και όλο και περισσότερους founders με παγκόσμια φιλοδοξία», εξηγούν οι ιδρυτές του fund.

Από τα ρυζοχώραφα στην επενδυτική σκηνή

Η ιστορία του Γιώργου Βαρβαρέλη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια την εξέλιξη της ελληνικής deeptech σκηνής. Πριν από περίπου μια δεκαετία, ως φοιτητής και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ξεκίνησε μαζί με τον Δημήτρη Ευαγγελόπουλο να αναπτύσσει τεχνολογία γεωργίας ακριβείας για τον αγροτικό τομέα. Η ιδέα πίσω από την Augmenta ήταν φιλόδοξη: κάμερες, machine vision και τεχνητή νοημοσύνη που θα επέτρεπαν στα αγροτικά μηχανήματα να «βλέπουν» το χωράφι σε πραγματικό χρόνο και να ρίχνουν ακριβώς την ποσότητα λιπάσματος ή φυτοφαρμάκου που απαιτείται σε κάθε σημείο. Η διαδρομή, πάντως, κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Από εγκαταστάσεις σε χωράφια της Ουγγαρίας και λάσπες σε ρυζοκαλλιέργειες μέχρι ατελείωτα ταξίδια και τεχνικές αστοχίες μπροστά σε πελάτες, η ομάδα της Augmenta βίωσε όλες τις δυσκολίες που συνοδεύουν τη δημιουργία μιας hard-tech startup.

Το μεγάλο ορόσημο ήρθε πέντε χρόνια από την ίδρυση της εταιρείας, όταν η Augmenta πέρασε υπό τον έλεγχο της CNH Industrial, παγκόσμιας ηγέτιδας στην κατασκευή τρακτέρ και δεύτερης μεγαλύτερης κατασκευάστριας γεωργικού εξοπλισμού στον κόσμο, η οποία βρίσκεται υπό τον έλεγχο της γνωστής ιταλικής δυναστείας των Ανιέλι, έναντι 110 εκατ. δολαρίων σε μια από τις μεγαλύτερες εξαγορές ελληνικής startup μέχρι σήμερα. Η συμφωνία αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το ελληνικό οικοσύστημα, αποδεικνύοντας ότι εταιρείες με βαθιά τεχνολογία, hardware και βιομηχανικό προσανατολισμό μπορούν να γεννηθούν και να αναπτυχθούν διεθνώς ακόμη και εκτός των παραδοσιακών τεχνολογικών hubs.

Μετά την εξαγορά, ο Γιώργος Βαρβαρέλης παρέμεινε στην εταιρεία, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση ομάδων τεχνολογίας εκατοντάδων ατόμων σε Ελλάδα και ΗΠΑ. Η Θάλεια Μισαηλίδου, έχοντας προηγουμένως εργαστεί στο τμήμα εξαγορών και συγχωνεύσεων της Merrill Lynch σε Λονδίνο και Ευρώπη, μετέφερε τη διεθνή επενδυτική της εμπειρία στο ελληνικό οικοσύστημα startup, συμμετέχοντας ως principal σ’ ένα από τα πιο επιτυχημένα ελληνικά funds.

Η πρώτη επένδυση και το pipeline

Αυτή ακριβώς η εμπειρία φαίνεται πως διαμορφώνει σήμερα και τη φιλοσοφία της Skybound, για την οποία το ζητούμενο δεν είναι η μαζικότητα των επενδύσεων, αλλά η αναζήτηση των «εξαιρέσεων». Εκείνων των ομάδων που επιμένουν σε δύσκολα τεχνικά προβλήματα, ακόμη κι όταν η αγορά δεν καταλαβαίνει ακόμη τι χτίζουν. Η πρώτη επένδυση της Skybound αποτυπώνει ήδη αυτή τη στρατηγική.

Το fund ηγήθηκε επένδυσης 7,5 εκατ. δολ. στη Neurosoft Bioelectronics, spin-off του EPFL που αναπτύσσει ελάχιστα επεμβατικά εγκεφαλικά εμφυτεύματα για απευθείας επικοινωνία εγκεφάλου και υπολογιστών. Μάλιστα, η Skybound επένδυσε πρώτη 3,8 εκατ. δολ. στην εταιρεία, πριν ακολουθήσουν αμερικανικά funds. Η Neurosoft Bioelectronics συνεργάζεται ήδη με τη Science Corp. του Max Hodak, συνιδρυτή της Neuralink, ενώ στον γύρο συμμετείχαν επίσης τα αμερικανικά IAG Capital Partners και η Protocol Labs.

Το μοτίβο είναι το ίδιο με την Augmenta: δύσκολη τεχνολογία, πραγματικό πλεονέκτημα-επένδυση πριν γίνει προφανές στην αγορά, επιβεβαιώνοντας ότι το νέο fund επιδιώκει να κινηθεί σε τεχνολογικά πεδία υψηλής πολυπλοκότητας και διεθνούς δυναμικής. «Ήδη βλέπουμε πολύ ισχυρό pipeline. Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εμφανίζεται μια νέα γενιά founders με πολύ βαθύτερο τεχνικό υπόβαθρο από AI infrastructure και robotics μέχρι bioengineering και advanced computing», σημειώνουν τα δύο στελέχη. Και καταλήγουν: Έχουμε τη δυνατότητα να επενδύουμε και διεθνώς. Κοιτάμε ιδρυτές απ’ όλη την Ευρώπη και πέρα απ’ αυτήν. Γι’ αυτό χτίσαμε στην Αθήνα μια διεθνή επενδυτική ομάδα με ανθρώπους που έχουν εμπειρία από μεγάλα τεχνολογικά hubs του εξωτερικού – αντιστρέφοντας εντελώς τη λογική του brain-drain».