Bελγική δικαιοσύνη: Έρευνα εις βάρος της Wise Europe για ξέπλυμα χρήματος

Το όνομα της Wise Europe εμφανίστηκε σε εκατοντάδες διεθνείς δικαστικές συνδρομές και ποινικές υποθέσεις σε περισσότερες από 30 ευρωπαϊκές χώρες

Χρεωστική κάρτα της Wise © Wise Europe

Η βελγική δικαιοσύνη επιβεβαίωσε την διεξαγωγή έρευνας εις βάρος της Wise Europe, του κολοσσού των διεθνών μεταφορών χρημάτων, βάσει υποψιών για ξέπλυμα χρήματος.

«Η έρευνα βρίσκεται σήμερα σε προχωρημένο στάδιο και πλησιάζει προς την ολοκλήρωσή της».

Αφορά «κυρίως τη χρήση λογαριασμών της Wise για εγκληματικούς σκοπούς» και «υπάρχουν ενδείξεις μη συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος», δήλωσε η εισαγγελία των Βρυξελλών, επιβεβαιώνοντας πληροφορίες που δημοσίευσαν στα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης του δικτύου European Investigative Collaborations (EIC).

Η Wise είναι κυρίως πλατφόρμα ψηφιακών διεθνών πληρωμών και μεταφοράς χρημάτων, δηλαδή fintech εταιρεία ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ξεκίνησε ως TransferWise και ειδικεύεται στις διασυνοριακές μεταφορές χρημάτων με χαμηλές χρεώσεις και πραγματικές ισοτιμίες συναλλάγματος.

Δεν είναι παραδοσιακή τράπεζα, αν και προσφέρει υπηρεσίες που θυμίζουν τραπεζικό λογαριασμό: ψηφιακό πορτοφόλι πολλαπλών νομισμάτων, IBAN σε διάφορες χώρες, χρεωστική κάρτα και δυνατότητα πληρωμών ή μεταφορών σε δεκάδες νομίσματα.

Η εταιρεία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους παίκτες των ψηφιακών διεθνών συναλλαγών στην Ευρώπη, εξυπηρετώντας ιδιώτες, freelancers και επιχειρήσεις.

Η υπόθεση έχει πολύ βάθος

Η έρευνα των βελγικών αρχών φαίνεται να είναι πολύ ευρύτερη απ’ όσο αρχικά έγινε γνωστό. Σύμφωνα με πληροφορίες ευρωπαϊκών μέσων του δικτύου EIC, οι εισαγγελικές αρχές εξετάζουν ύποπτες συναλλαγές συνολικού ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ που ενδέχεται να συνδέονται με κυκλώματα απάτης, διακίνησης ναρκωτικών, διαφθοράς και παράνομου τζόγου.

Η βελγική εισαγγελία φέρεται να ξεκίνησε την έρευνα όταν το όνομα της Wise Europe εμφανίστηκε σε εκατοντάδες διεθνείς δικαστικές συνδρομές και ποινικές υποθέσεις σε περισσότερες από 30 ευρωπαϊκές χώρες. Οι αρχές εξετάζουν κατά πόσο οι λογαριασμοί της πλατφόρμας χρησιμοποιήθηκαν από διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις για μεταφορά ή “καθαρισμό” χρημάτων.

Κομβικό σημείο της υπόθεσης είναι το κατά πόσο η Wise Europe τήρησε επαρκώς τους κανόνες AML/KYC, δηλαδή τις διαδικασίες ταυτοποίησης πελατών και ελέγχου ύποπτων συναλλαγών. Οι βελγικές αρχές κάνουν λόγο για πιθανές ελλείψεις στην αναγνώριση πελατών και στην παρακολούθηση δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου.

Τι υποστηρίζει η Wise

Η Wise υποστηρίζει ότι συνεργάζεται πλήρως με τις αρχές και ότι μέχρι στιγμής δεν της έχουν κοινοποιηθεί συγκεκριμένα πορίσματα ή κατηγορίες. Η εταιρεία επισημαίνει επίσης ότι, λόγω Brexit, το ευρωπαϊκό της κέντρο βρίσκεται στις Βρυξέλλες και έτσι σχεδόν όλα τα αιτήματα των ευρωπαϊκών διωκτικών αρχών συγκεντρώνονται εκεί.

Οι έρευνες στο Βέλγιο «δεν αποτελούν καθαυτές ένδειξη παραβίασης των υποχρεώσεων για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, ούτε οποιασδήποτε άλλης επιλήψιμης πράξης», ανακοίνωσε από την πλευρά της η Wise, η μετοχή της οποίας έκανε βουτιά κατά το μέσον της συνεδρίασης στο χρηματιστήριο του Λονδίνου.

Η υπόθεση έπληξε έντονα τη χρηματιστηριακή εικόνα της εταιρείας, με τη μετοχή της Wise να υποχωρεί έως και 20% στο Λονδίνο μετά τις αποκαλύψεις.

Προηγούμενες υποθέσεις για συμμόρφωση

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι η Wise είχε δεχθεί ήδη τα τελευταία χρόνια πιέσεις από εποπτικές αρχές για ζητήματα συμμόρφωσης.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, το 2024 η κεντρική τράπεζα του Βελγίου είχε ζητήσει διορθωτικές κινήσεις σχετικά με τους μηχανισμούς κατά του ξεπλύματος χρήματος, ενώ το 2025 θυγατρική της εταιρείας στις ΗΠΑ κατέβαλε πρόστιμο 4,2 εκατ. δολαρίων για παραβιάσεις κανόνων AML.

Η υπόθεση αποκτά ευρύτερη σημασία για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό κλάδο ψηφιακής οικονομίας, καθώς οι ψηφιακές πλατφόρμες μεταφοράς χρημάτων βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με αυξανόμενη πίεση από τις ρυθμιστικές αρχές για αυστηρότερους ελέγχους ταυτοποίησης και παρακολούθησης συναλλαγών.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φοβούνται ότι η ταχύτητα και η διασυνοριακή φύση των fintech υπηρεσιών μπορεί να δημιουργούν νέα “παράθυρα” για διεθνές οικονομικό έγκλημα