Ένα fitness band; Ένα έξυπνο δαχτυλίδι; Ένα smartwatch; Ένα… έξυπνο σορτς; Τελικά ποιο είναι το καλύτερο wearable για την παρακολούθηση του ύπνου και την ακρίβεια στη μέτρηση των καρδιακών παλμών;
Αρθρογράφος της WSJ έκανε ένα ενδιαφέρον πείραμα μήπως και δώσει την απάντηση: τα φόρεσε όλα ταυτόχρονα.
Οι trackers έχουν εξελιχθεί σημαντικά και έχουν ενισχυθεί με τεχνητή νοημοσύνη. Μπορούν να εντοπίσουν την υπνική άπνοια, να προβλέψουν ασθένειες, ακόμη και να λειτουργήσουν ως μέθοδος αντισύλληψης, γράφει η εφημερίδα. Την ίδια ώρα μελέτες καταδεικνύουν πως η παρακολούθηση της φυσικής δραστηριότητας πράγματι παρακινεί τους ανθρώπους να κινούνται περισσότερο. Ωστόσο, η συνεχής ροή δεδομένων μπορεί να δημιουργήσει υπερβολική ανησυχία ή και μια ανθυγιεινή εμμονή με την επίτευξη των τέλειων επιδόσεων.
Το πείραμα περιλαμβάνει το Oura Ring 5 αξίας από 399 δολάρια και άνω, ένα Google Fitbit Air αξίας 100 δολαρίων και ένα Whoop MG ενσωματωμένο σε διάφορα ρούχα. Ο αισθητήρας Whoop περιλαμβάνεται στη συνδρομή, η οποία κοστίζει από 199 δολάρια τον χρόνο.
Υπάρχουν πολλά πλεονεκτήματα στην επιλογή μιας από αυτές τις συσκευές χωρίς οθόνη, κυρίως η μεγαλύτερη διάρκεια μπαταρίας και οι λιγότεροι περισπασμοί, λόγω ειδοποιήσεων κ.ο.κ. Ωστόσο, από αυτά τα wearables λείπει η παρακολούθηση GPS και η πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης που προσφέρουν τα smartwatches. Ο αρθρογράφος φόρεσε επίσης ένα Apple Watch Series 11 αξίας από 399 δολάρια και άνω.
Να σημειωθεί ένα ενδιαφέρον στοιχείο: περίπου το 90% των κατόχων έξυπνων δαχτυλιδιών διαθέτουν ταυτόχρονα και smartwatch, σύμφωνα με την ερευνητική εταιρεία Circana.
Wearables για τη μελέτη του ύπνου
Ο ύπνος αποτελεί βασικό μέρος της εμπειρίας χρήσης των συσκευών. Έτσι η αρθρογράφος της WSJ φόρεσε τις συσκευές της και πέρασε μια ολόκληρη νύχτα σε ένα εργαστήριο ύπνου του Stanford Health Care Sleep Medicine Center, με ηλεκτρόδια στο κεφάλι.

Google Fitbit Air © Google
Τα αποτελέσματα: Το Apple Watch κατέγραψε ακριβώς την ίδια διάρκεια ύπνου με τον τεχνικό ύπνου στο εργαστήριο, μέχρι και το τελευταίο λεπτό, ενώ η ανάλυση των σταδίων ύπνου που παρείχε ήταν η πιο κοντινή στα αποτελέσματα του εργαστηρίου. Το Fitbit Air ακολούθησε σε ακρίβεια, με το Oura να έρχεται τρίτο.
Το Whoop MG δυσκολεύτηκε στην αρχή της νύχτας, εκλαμβάνοντας το βραδινό διάβασμα της αρθρογράφου ως ελαφρύ ύπνο.
Τα wearables αναγνώρισαν σωστά τους κύκλους REM, αλλά υπερεκτίμησαν τη διάρκεια του βαθύ ύπνου, δηλαδή το πιο δύσκολο στάδιο να προσδιοριστεί χωρίς μετρήσεις εγκεφαλικών κυμάτων. Ενώ το πολυυπνογράφημα στο εργαστήριο μου έδειξε μόλις 28 λεπτά βαθύ ύπνου, κάθε συσκευή υπολόγισε βαθύ ύπνο για περισσότερο από μία ώρα.
Η μέτρηση του μέσου καρδιακού ρυθμού ηρεμίας ήταν πιο ακριβής: όλες οι συσκευές απείχαν το πολύ έναν παλμό ανά λεπτό από τα αποτελέσματα της μελέτης ύπνου. Το Oura πέτυχε ακριβώς τη σωστή τιμή.
«Ένας ανιχνευτής ύπνου είναι το αντίστοιχο μιας ζυγαριάς μπάνιου», εξηγεί ο τεχνικός ύπνου. «Το θέμα είναι πώς χρησιμοποιείς το εργαλείο». Όπως λέει, επειδή κάθε ζυγαριά είναι βαθμονομημένη διαφορετικά, αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο οι απόλυτες τιμές όσο το αν οι μετρήσεις παρουσιάζουν ανοδική ή καθοδική τάση με την πάροδο του χρόνου.
Wearables: Παρακολουθώντας τον καρδιακό παλμό
Τα wearables εκπέμπουν φως LED στο δέρμα και παρακολουθούν τη ροή του αίματος στις φλέβες για να υπολογίσουν τον καρδιακό ρυθμό. Πυκνή τριχοφυΐα, τατουάζ, πιο σκούρα χρωστική του δέρματος ή έντονες κινήσεις μπορούν να δυσκολέψουν τους αισθητήρες, σύμφωνα με τον John Schuna, αναπληρωτή καθηγητή κινησιολογίας στο Oregon State University.
Κατά τη διάρκεια μιας προπόνησης ποδηλασίας σε εσωτερικό χώρο, η αρθρογράφος συνέκρινε τις μετρήσεις των φορετών συσκευών με εκείνες ενός ιμάντα στήθους, ο οποίος ανιχνεύει απευθείας τα ηλεκτρικά σήματα της καρδιάς. Όλοι οι ανιχνευτές αποδείχθηκαν αξιόπιστοι.

Apple Watch Series 11 © Apple Watch
Υπάρχει όμως μια παγίδα, λέει ο καθηγητής: όσο περισσότερο κινούνται τα χέρια μας, τόσο πιο πιθανό είναι να παρουσιάζονται σφάλματα στις μετρήσεις των αισθητήρων. Σε μια ανώμαλη ποδηλατική διαδρομή σε εξωτερικό χώρο και σε έναν χαλαρό περίπατο σπρώχνοντας παιδικό καρότσι, μόνο το Apple Watch διατήρησε σχετικά υψηλή ακρίβεια.
Το Apple Watch ξεχώρισε σε κάθε δραστηριότητα. Το Whoop μπορούσε να το συναγωνιστεί, αρκεί ο αισθητήρας να έχει τοποθετηθεί στον δικέφαλο του χεριού. Σε έντονη δραστηριότητα, το Fitbit Air και το Oura Ring παρουσίασαν μεγαλύτερες αποκλίσεις.
Αναλύοντας τα δεδομένα
Το app κάθε συσκευής έχει τη δική της «προσωπικότητα». Η εφαρμογή Health του Apple Watch είναι η πιο απλή, αν και προσφέρει κρυπτογράφηση από άκρο σε άκρο για την προστασία της ιδιωτικότητας, ακόμη και απέναντι στην ίδια την Apple. Οι καταγεγραμμένες προπονήσεις αποθηκεύονται στην εφαρμογή Fitness της Apple, η οποία εμφανίζει το προπονητικό φορτίο και άλλα δεδομένα.
Η εφαρμογή Google Health του Fitbit Air είναι φιλική προς τον χρήστη. Με συνδρομή, ένας «Προπονητής Υγείας» που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί εύκολα προγράμματα άσκησης.
Οι εφαρμογές των Whoop και Oura έχουν εντελώς αντίθετη φιλοσοφία, αλλά ισοβάθμησαν ως οι πιο χρήσιμες.
Το Whoop έχει σκοτεινή αισθητική και είναι γεμάτο δεδομένα. Υπήρχουν τόσες πολλές πληροφορίες, που ίσως ο χρήστης δυσκολευτεί να πλοηγηθεί στις σελίδες του. Είναι ξεκάθαρα προσανατολισμένο στη φυσική κατάσταση: κάθε μέρα προτείνει με τεχνητή νοημοσύνη δραστηριότητες με βάση τις μετρήσεις και σου λέει: ΔΕΣΜΕΥΣΟΥ.

Whoop MG © Whoop
Η Oura, από την άλλη, αποπνέει περισσότερη ηρεμία. Δίνει έμφαση στην αποκατάσταση του οργανισμού και κάνει αρκετά αξιόπιστες προβλέψεις. Μια ημέρα κατά την οποία οι άλλοι trackers έβλεπαν «κορυφαία κατάσταση» ή ότι ο χρήστης ήταν «έτοιμος για προπόνηση», η Oura εντόπισε «σημαντικές ενδείξεις καταπόνησης».
Δυστυχώς, το Oura και το Whoop πετυχαίνουν την υψηλότερη ποιότητά τους μέσω… υψηλότερου κόστους.
Το Oura Ring απαιτεί συνδρομή 6 δολαρίων τον μήνα. Αν σταματήσεις να πληρώνεις, η πρόσβαση στα βιομετρικά σου δεδομένα περιορίζεται και μένεις μόνο με τρεις βασικές βαθμολογίες αξιολόγησης (ύπνος, ετοιμότητα και δραστηριότητα).
Το Whoop δεν χρεώνει αρχικά το κόστος της συσκευής, αλλά απαιτεί υποχρεωτική συνδρομή που ξεκινά από 199 δολάρια τον χρόνο. Επιπλέον, τα αξεσουάρ του, όπως αθλητικά σουτιέν, σορτς και άλλα ενδύματα, δεν είναι οικονομικά.
Από τη μία, για κάποιους καταναλωτές το κόστος αυτό δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό αν τους βοηθά να σηκωθούν από τον καναπέ και να στοχεύσουν σε μόνιμη αλλαγή του τρόπου ζωής τους. Από την άλλη, για όσους θέλουν πρόσβαση σε δεδομένα χωρίς μηνιαία χρέωση, το ακριβότερο Apple Watch μπορεί να τους τα προσφέρει. Επίσης, έχουν τη δυνατότητα να παραλείψουν το πρόγραμμα Google Health Premium των 10 δολαρίων τον μήνα και να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το Fitbit.
