Για αρκετά χρόνια η αλλαγή μπαταρίας σε ένα κινητό ήταν μια απλή διαδικασία. Ο χρήστης αφαιρούσε το πίσω κάλυμμα, αντικαθιστούσε την εξαντλημένη μπαταρία με μια φορτισμένη και μπορούσε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τη συσκευή του χωρίς να αναζητήσει φορτιστή ή power bank.
Σήμερα, η συγκεκριμένη δυνατότητα έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την αγορά των smartphones. Οι περισσότερες συσκευές διαθέτουν ενσωματωμένες μπαταρίες, η αντικατάσταση των οποίων απαιτεί τεχνικές γνώσεις, ειδικά εργαλεία και, στις περισσότερες περιπτώσεις, επίσκεψη σε εξουσιοδοτημένο κέντρο επισκευών.
Η αλλαγή αυτή δεν προέκυψε από έναν μόνο παράγοντα. Οι κατασκευαστές έπρεπε να ανταποκριθούν στην απαίτηση των καταναλωτών για λεπτότερα και ισχυρότερα κινητά, κατασκευασμένα από υλικά υψηλότερης ποιότητας και εξοπλισμένα με ολοένα περισσότερες λειτουργίες. Μια μπαταρία που θα μπορούσε να βγει και να ξαναμπεί έκανε δυσκολότερη και ακριβότερη την εκπλήρωση όλων αυτών των απαιτήσεων.
Πώς φτάσαμε στα σύγχρονα κινητά
Οι αφαιρούμενες μπαταρίες απαιτούσαν ένα πίσω κάλυμμα που μπορούσε να ανοίγει, πρόσθετους μηχανισμούς συγκράτησης και συγκεκριμένη διάταξη των εξαρτημάτων στο εσωτερικό του τηλεφώνου. Όλα αυτά καταλάμβαναν πολύτιμο χώρο και περιόριζαν τις σχεδιαστικές επιλογές των εταιρειών.
Με την ενσωμάτωση της μπαταρίας, οι κατασκευαστές μπόρεσαν να δημιουργήσουν ενιαίες υποδοχές από γυαλί και μέταλλο, να μειώσουν το πάχος των συσκευών και να αξιοποιήσουν αποτελεσματικότερα τον διαθέσιμο εσωτερικό χώρο. Παράλληλα, άνοιξε ο δρόμος για την τοποθέτηση μεγαλύτερων συστημάτων καμερών, ισχυρότερων επεξεργαστών και εξαρτημάτων που υποστηρίζουν λειτουργίες όπως η ασύρματη φόρτιση.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η προστασία από το νερό και τη σκόνη. Τα κινητά με μετακινούμενο πίσω κάλυμμα διέθεταν περισσότερα ανοίγματα και σημεία από τα οποία μπορούσε να εισχωρήσει υγρασία. Ο σφραγισμένος σχεδιασμός επέτρεψε στις εταιρείες να προσφέρουν υψηλότερα επίπεδα στεγανοποίησης και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην καθημερινή χρήση.
Η μη αφαιρούμενη μπαταρία ενίσχυσε επίσης τις δυνατότητες εντοπισμού μιας κλεμμένης συσκευής. Στα παλαιότερα κινητά, ένας δράστης μπορούσε να αφαιρέσει αμέσως την μπαταρία και να διακόψει την τροφοδοσία, καθιστώντας δυσκολότερο τον εντοπισμό του τηλεφώνου. Στις σύγχρονες συσκευές η άμεση πρόσβαση στην μπαταρία είναι σημαντικά δυσκολότερη.
Καλή η εργονομία αλλά το κόστος ανεβαίνει
Τα πλεονεκτήματα του νέου σχεδιασμού συνοδεύονται, ωστόσο και από κάποια σημαντικά μειονεκτήματα. Όταν η μπαταρία αρχίζει να χάνει την απόδοσή της, ο χρήστης δεν μπορεί να την αντικαταστήσει εύκολα και οικονομικά. Ακόμη και όταν η υπόλοιπη συσκευή λειτουργεί κανονικά, μια φθαρμένη μπαταρία μπορεί να οδηγήσει είτε σε δαπανηρή επισκευή είτε στην αγορά καινούργιου κινητού.
Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται η διάρκεια ζωής των συσκευών και να αυξάνονται τα ηλεκτρονικά απόβλητα. Ακριβώς αυτήν την πλευρά επιχειρεί να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύοντας το δικαίωμα στην επισκευή και θεσπίζοντας αυστηρότερες απαιτήσεις για την αντικατάσταση των μπαταριών.
Από τον Φεβρουάριο του 2027 τίθενται σε εφαρμογή ευρωπαϊκές διατάξεις που προβλέπουν ευκολότερη αφαίρεση και αντικατάσταση των μπαταριών σε φορητές ηλεκτρονικές συσκευές. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα επιστροφή στα κινητά με πλαστικό καπάκι. Η αντικατάσταση θα μπορεί να απαιτεί εργαλεία που διατίθενται στο εμπόριο, ενώ για smartphones και tablets προβλέπονται ειδικές προϋποθέσεις και εξαιρέσεις.
Μεταξύ άλλων, η αντικατάσταση μιας μπαταρίας μπορεί να περιορίζεται σε επαγγελματίες επισκευαστές, όταν η συσκευή διαθέτει πιστοποίηση IP67 και η μπαταρία διατηρεί τουλάχιστον το 83% της χωρητικότητάς της έπειτα από 500 πλήρεις κύκλους φόρτισης και το 80% έπειτα από 1.000 κύκλους.
