Χάνοντας τον πόλεμο του μέλλοντος: Οι νέες τεχνολογίες απειλούν το στρατιωτικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ

Η εξάπλωση των drones και της ΑΙ αλλάζει ριζικά τον σύγχρονο πόλεμο, περιορίζοντας το τεχνολογικό προβάδισμα των ΗΠΑ, σύμφωνα με ανάλυση του Πολ Σαρ στο Foreign Affairs

Η ραγδαία εξελισσόμενη τεχνολογία των drones θέτει ερωτηματικά για το αν οι ΗΠΑ μπορούν να την παρακολουθήσουν και να παραμείνουν σε θέση ισχύος © ChatGPT/AI Image

Για περισσότερα από 70 χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες βασίζονταν στην τεχνολογική τους υπεροχή για να κυριαρχούν στο πεδίο των επιχειρήσεων.

Από τα πυρηνικά όπλα της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου έως τα αεροσκάφη stealth, τα όπλα ακριβείας και τα δορυφορικά συστήματα GPS, η Ουάσιγκτον διατηρούσε σταθερά ένα σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι στους αντιπάλους της, επισημαίνει ο Πολ Σαρ στην πρόσφατη ανάλυσή του στο Foreign Affairs.

Σήμερα, όμως, αυτή η κυριαρχία αμφισβητείται όσο ποτέ άλλοτε. Η ταχεία διάδοση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, των αυτόνομων συστημάτων και της τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπει ακόμη και σε μικρότερες χώρες ή μη κρατικούς δρώντες να αποκτούν δυνατότητες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια διέθεταν μόνο οι μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη σύγκρουση με το Ιράν.

Παρά την αμερικανική αεροπορική υπεροχή και τα περισσότερα από 13.000 αεροπορικά πλήγματα, η Τεχεράνη κατάφερε να διατηρήσει σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες.

Στις 39 ημέρες της σύγκρουσης εκτόξευσε περισσότερους από 2.200 πυραύλους και 4.400 drones, προκαλώντας σοβαρές απώλειες.

Τουλάχιστον 8 αμερικανικά αεροσκάφη υπέστησαν ζημιές ή καταστράφηκαν, επλήγησαν σημαντικά ραντάρ, ενώ σκοτώθηκαν 7 Αμερικανοί στρατιωτικοί. Παράλληλα, το Ιράν διατήρησε τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, γεγονός που καταδεικνύει ότι η απόλυτη αεροπορική υπεροχή δεν αρκεί πλέον για να εξασφαλίσει στρατηγική νίκη.

Η επανάσταση των drones

Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά τα drones. Σε αντίθεση με τα πανάκριβα μαχητικά αεροσκάφη ή τα πολεμικά πλοία, τα μη επανδρωμένα συστήματα μπορούν να κατασκευαστούν με χαμηλό κόστος και σε τεράστιες ποσότητες.

Το οικονομικό ισοζύγιο του πολέμου έχει αλλάξει δραματικά. Ένα θαλάσσιο drone αξίας περίπου 300.000 δολαρίων μπορεί να καταστρέψει πολεμικό πλοίο που κοστίζει εκατοντάδες εκατομμύρια.

Το ίδιο απέδειξε και η Ουκρανία, η οποία με συνδυασμό ναυτικών drones και αντιπλοϊκών πυραύλων κατάφερε να βυθίσει 13 ρωσικά πλοία στη Μαύρη Θάλασσα μέσα στα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου, προκαλώντας ζημιές σε δεκάδες ακόμη.

Αντίστοιχα, οι επιθέσεις του Ιράν αποκάλυψαν πόσο ευάλωτες μπορούν να γίνουν ακόμη και οι καλύτερα προστατευμένες αμερικανικές βάσεις.

Μεταξύ των στόχων που επλήγησαν ήταν αεροσκάφος έγκαιρης προειδοποίησης E-3 Sentry, αξίας άνω των 300 εκατ. δολαρίων, καθώς και αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού KC-135 Stratotanker. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν ληφθεί υπόψη ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν πλέον μόλις 15 E-3, ενώ η αντικατάστασή τους απέχει ακόμη αρκετά χρόνια.

Οι ΗΠΑ δυσκολεύονται να προσαρμοστούν

Παρά τη βιομηχανική τους ισχύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα. Η Ουκρανία παράγει περίπου 4 εκατομμύρια drones τον χρόνο, ενώ ο αμερικανικός στρατός προμηθεύεται μόλις 50.000 ετησίως.

Το Πεντάγωνο έχει ανακοινώσει σχέδια για την παραγωγή 340.000 drones έως το 2027, επενδύοντας πάνω από 1 δισ. δολάρια, ενώ ο στρατός έχει θέσει ακόμη πιο φιλόδοξο στόχο, την παραγωγή τουλάχιστον 1 εκατομμυρίου drones έως το 2028. Ωστόσο, σήμερα δεν υπάρχει η απαραίτητη βιομηχανική βάση που θα μπορούσε να στηρίξει τόσο μεγάλη παραγωγή.

Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αγοράς μικρών drones βασίζεται στην κινεζική εταιρεία DJI. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις αποφεύγουν να εξαρτώνται από κινεζικά συστήματα και καταλήγουν να αγοράζουν ακριβότερα αμερικανικά drones, τα οποία πολλές φορές εξακολουθούν να χρησιμοποιούν κινεζικά εξαρτήματα.

Η επόμενη γενιά drones θα είναι αυτόνομη

Η τεχνολογία εξελίσσεται με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό. Τα σημερινά drones δεν θα παραμείνουν για πολύ απλά τηλεκατευθυνόμενα οχήματα.

Στην Ουκρανία ήδη δοκιμάζονται συστήματα αυτόνομης καθοδήγησης, τα οποία επιτρέπουν στα drones να συνεχίζουν την πορεία τους ακόμη και όταν διακοπεί η επικοινωνία με τον χειριστή ή παρεμβληθεί το σήμα GPS.

Παράλληλα αναπτύσσονται drones μεγάλης εμβέλειας, ικανά να διανύουν έως και 600 μίλια, χρησιμοποιώντας κάμερες και προφορτωμένους δορυφορικούς χάρτες για να εντοπίζουν τον στόχο τους χωρίς δορυφορική πλοήγηση.

Η επόμενη φάση θα είναι τα λεγόμενα «σμήνη» drones. Εκατοντάδες ή και χιλιάδες αυτόνομα μη επανδρωμένα συστήματα θα συνεργάζονται μεταξύ τους, θα ανταλλάσσουν πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο και θα μπορούν να πραγματοποιούν συντονισμένες επιθέσεις, να εντοπίζουν κινούμενους στόχους ή να δημιουργούν δίκτυα επικοινωνιών ακόμη και σε περιβάλλον έντονων ηλεκτρονικών παρεμβολών.

Αυτό σημαίνει ότι οι στρατιωτικοί διοικητές δεν θα ελέγχουν πλέον κάθε drone ξεχωριστά. Θα δίνουν γενικές εντολές σε ολόκληρα σμήνη, τα οποία θα αποφασίζουν αυτόνομα τον τρόπο εκτέλεσης της αποστολής.

Η εξέλιξη αυτή προϋποθέτει ριζική αλλαγή στη δομή διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων, αντικαθιστώντας σταδιακά τις παραδοσιακές ιεραρχίες με πιο αποκεντρωμένα μοντέλα λήψης αποφάσεων.

Η άμυνα γίνεται ολοένα ακριβότερη

Η νέα πραγματικότητα δημιουργεί ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα: το κόστος της άμυνας αυξάνεται δυσανάλογα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και οι χώρες του Κόλπου κατάφεραν να αναχαιτίσουν περίπου 1.700 ιρανικούς πυραύλους και drones, όμως το οικονομικό ισοζύγιο ευνόησε ξεκάθαρα τον επιτιθέμενο.

Ένα drone Shahed, που μπορεί να κοστίζει από 7.000 έως 35.000 δολάρια, συχνά καταρρίπτεται με πύραυλο Patriot, του οποίου το κόστος φτάνει περίπου τα 4 εκατ. δολάρια. Πρόκειται για μια εξαιρετικά δυσμενή σχέση κόστους, η οποία δεν μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο καθώς ο πόλεμος εξαντλεί τα αμερικανικά αποθέματα. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη χρησιμοποιήσει περίπου το 50% των πυραύλων Patriot και από 50% έως 80% των αναχαιτιστικών THAAD, γεγονός που δημιουργεί ανησυχίες για την επάρκεια των αποθεμάτων σε περίπτωση μιας ευρύτερης κρίσης στην Ευρώπη ή την Ασία.

Αλλάζει η συνολική ισορροπία ισχύος μεταξύ των κρατών

Η επανάσταση που φέρνουν τα drones και η τεχνητή νοημοσύνη δεν αφορά μόνο τον τρόπο διεξαγωγής των συγκρούσεων. Αλλάζει και τη συνολική ισορροπία ισχύος μεταξύ των κρατών.

Τεχνολογίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια απαιτούσαν τεράστιες επενδύσεις και πρόσβαση σε εξειδικευμένα στρατιωτικά προγράμματα είναι πλέον διαθέσιμες σε πολύ περισσότερες χώρες, μειώνοντας το συγκριτικό πλεονέκτημα που απολάμβαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εικόνα αυτή ενισχύεται από την πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης. Τα συστήματα μηχανικής μάθησης βελτιώνονται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς, επιτρέποντας στα drones να αναγνωρίζουν στόχους, να προσαρμόζουν την πορεία τους και να επιχειρούν με περιορισμένη ή ακόμη και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

Παράλληλα, η εξάπλωση εμπορικών τεχνολογιών μειώνει το κόστος ανάπτυξης, καθώς πολλές από τις καινοτομίες προέρχονται πλέον από τον ιδιωτικό τομέα και όχι αποκλειστικά από κρατικά αμυντικά προγράμματα.

To κλειδί στη μαζική παραγωγή

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της ανάλυσης είναι ότι ο σύγχρονος πόλεμος δεν θα κρίνεται αποκλειστικά από την ποιότητα των οπλικών συστημάτων, αλλά και από την ικανότητα μιας χώρας να τα παράγει μαζικά.

Η βιομηχανική παραγωγή αποκτά ξανά στρατηγική σημασία, όπως συνέβη και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Όποιος μπορεί να κατασκευάζει γρήγορα μεγάλους αριθμούς drones, πυρομαχικών και ηλεκτρονικών συστημάτων θα διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι σε έναν αντίπαλο που βασίζεται μόνο σε ακριβά και περιορισμένου αριθμού οπλικά συστήματα.

Αυτό δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική αμυντική βιομηχανία έχει σχεδιαστεί για την παραγωγή εξελιγμένων αλλά σχετικά λίγων, ακριβών και χρονοβόρων στην εξέλιξή τους οπλικών συστημάτων.

Αντίθετα, οι σύγχρονες συγκρούσεις απαιτούν συνεχή αναπλήρωση τεράστιων ποσοτήτων drones, πυραύλων και πυρομαχικών, πολλές φορές μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο λόγω της μεγάλης εξάρτησης από σύνθετες αλυσίδες εφοδιασμού. Η παραγωγή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων, αισθητήρων, μπαταριών και μικροκυκλωμάτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από διεθνείς προμηθευτές, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα σε περίοδο πολέμου ή παρατεταμένης κρίσης.

Η ΑΙ απαιτεί νέο σχεδιασμό

Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπεται σταδιακά σε πολλαπλασιαστή ισχύος. Δεν χρησιμοποιείται μόνο για την καθοδήγηση drones, αλλά και για την ανάλυση πληροφοριών, την αναγνώριση στόχων, τον ηλεκτρονικό πόλεμο, τη λήψη αποφάσεων και τον συντονισμό πολύπλοκων επιχειρήσεων.

Όσο οι αλγόριθμοι εξελίσσονται, τόσο μειώνεται ο χρόνος αντίδρασης των στρατών, αυξάνοντας την ταχύτητα με την οποία διεξάγονται οι επιχειρήσεις.

Η  Ουάσιγκτον δεν μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένο ότι θα διατηρεί μόνιμα τεχνολογικό προβάδισμα. Αντίθετα, θα πρέπει να δημιουργήσει ένα πιο ευέλικτο σύστημα ανάπτυξης και προμήθειας νέων τεχνολογιών, αξιοποιώντας περισσότερο τις καινοτομίες του ιδιωτικού τομέα και επιταχύνοντας τις διαδικασίες που σήμερα συχνά απαιτούν πολλά χρόνια μέχρι να φτάσουν στον στρατό.

Η συνεργασία με συμμάχους

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η συνεργασία με συμμάχους. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έδειξε ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις μπορούν να προκύψουν πολύ γρήγορα μέσα από πραγματικές επιχειρήσεις και ότι χώρες με μικρότερες αμυντικές βιομηχανίες μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαστήρια καινοτομίας.

Η ανταλλαγή τεχνογνωσίας και η κοινή ανάπτυξη νέων συστημάτων θα αποτελέσουν κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της δυτικής στρατιωτικής ισχύος.

Ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι τα ακριβά οπλικά συστήματα δεν πρόκειται να εξαφανιστούν. Αεροπλανοφόρα, υποβρύχια, στρατηγικά βομβαρδιστικά και μαχητικά αεροσκάφη θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.

Ωστόσο, θα πρέπει να λειτουργούν σε συνδυασμό με μεγάλους αριθμούς φθηνότερων αυτόνομων συστημάτων, τα οποία θα αναλαμβάνουν τις πιο επικίνδυνες αποστολές και θα απορροφούν σημαντικό μέρος των απωλειών.

Ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, εκπαίδευσης και νοοτροπίας

Η μετάβαση αυτή απαιτεί αλλαγή στρατηγικής, εκπαίδευσης και νοοτροπίας.

Οι ένοπλες δυνάμεις θα χρειαστεί να μάθουν να επιχειρούν σε περιβάλλον όπου η ταχύτητα της τεχνολογικής εξέλιξης θα είναι πολύ μεγαλύτερη από τη διάρκεια ανάπτυξης ενός νέου οπλικού συστήματος.

Εάν στο παρελθόν ένα μαχητικό αεροσκάφος παρέμενε στην πρώτη γραμμή για δεκαετίες, πλέον τα drones και το σχετικό λογισμικό μπορεί να αναβαθμίζονται μέσα σε λίγους μήνες.

Τα παλιά πλεονεκτήματα δεν αρκούν

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια πλεονεκτήματα: κορυφαία πανεπιστήμια, ισχυρές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, σημαντική βιομηχανική βάση και ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμάχων.

Ωστόσο, αυτά τα πλεονεκτήματα δεν αρκούν από μόνα τους. Η χώρα καλείται να προσαρμοστεί σε μια εποχή όπου η καινοτομία διαχέεται πολύ ταχύτερα από ό,τι στο παρελθόν και όπου οι αντίπαλοι μπορούν να αποκτήσουν προηγμένες δυνατότητες με πολύ μικρότερο κόστος.

Το βασικό δίδαγμα είναι ότι η τεχνολογική υπεροχή δεν αποτελεί πλέον μόνιμο στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η επιτυχία θα εξαρτηθεί από το ποιος θα μπορεί να καινοτομεί ταχύτερα, να παράγει μαζικά νέα συστήματα, να αξιοποιεί αποτελεσματικά την τεχνητή νοημοσύνη και να προσαρμόζει γρήγορα το δόγμα και τη δομή των ενόπλων δυνάμεών του στις απαιτήσεις του πολέμου του μέλλοντος.