Το Ιράν και οι ανατροπές στην παγκόσμια τάξη ισχύος

Η αμερικανική στρατιωτική κυριαρχία αμφισβητείται στο Ιράν. Η κληρονομιά του Πολέμου του Κόλπου υποχωρεί. Drones και AI αλλάζουν ισορροπίες

Shahed 136. Ιρανικής σχεδίασης επιθετικό drone © Wikimedia

Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991 καθιέρωσε την εικόνα μιας αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής χωρίς αντίπαλο. Ωστόσο, παρά την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική υπεροπλία τους, συνολικά οι ΗΠΑ βγήκαν ηττημένες σε Ιράκ και Αφγανιστάν, με τη γεωπολτική ισχύ τους να υποχωρεί από τότε. Σήμερα, η αντιπαράθεση με το Ιράν αποκαλύπτει μια νέα πραγματικότητα, η τεχνολογική διάχυση περιορίζει το πλεονέκτημα των μεγάλων δυνάμεων σε επίπεδο αποτελεσματικής στρατιωτικής ισχύος.

Στις 17 Ιανουαρίου 1991, οι τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο παρακολούθησαν ένα γεγονός που άλλαξε τη διεθνή αντίληψη για τη στρατιωτική ισχύ. Οι ζωντανές εικόνες του CNN από την επιχείρηση «Καταιγίδα της Ερήμου» έδειχναν αμερικανικά όπλα ακριβείας να πλήττουν στόχους στη Βαγδάτη με τις λεγόμενες «έξυπνες βόμβες» πρωτοφανούς ακρίβειας.

Οι εικόνες αυτές δεν παρουσίαζαν απλώς τη στρατιωτική ήττα του Ιράκ. Προανήγγειλαν μια νέα εποχή, στην οποία οι ΗΠΑ εμφανίζονταν ικανές να επιβάλλουν στρατιωτικά αποτελέσματα γρήγορα, αποτελεσματικά και με περιορισμένο κόστος.

Από τον Πόλεμο του Κόλπου στο Ιράν: Το τέλος της εποχής της αμερικανικής στρατιωτικής παντοδυναμίας

Η εικόνα αυτή ήταν εντυπωσιακή, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η ισχύς του αντιπάλου, εξηγεί ανάλυση στο Foreign Affairs. Πριν από τον πόλεμο, το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν θεωρούνταν μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.

Ο ιρακινός στρατός αριθμούσε σχεδόν ένα εκατομμύριο στρατιώτες, διέθετε μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις αρμάτων μάχης παγκοσμίως και είχε επιβιώσει από έναν οκταετή πόλεμο με το Ιράν.

Η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ δημιούργησε τον φόβο ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν θα μπορούσε να επεκτείνει την επιρροή του στον Περσικό Κόλπο και να αποκτήσει έλεγχο σε τεράστιο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής παραγωγής.

Ωστόσο, η στρατιωτική επικράτηση νίκη των ΗΠΑ και των συμμάχων τους ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Μετά από πέντε εβδομάδες αεροπορικών επιχειρήσεων, οι χερσαίες δυνάμεις χρειάστηκαν περίπου 100 ώρες για να απελευθερώσουν το Κουβέιτ.

Ο ιρακινός στρατός κατέρρευσε. Περισσότεροι από 300.000 Ιρακινοί στρατιώτες σκοτώθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή υποχώρησαν, ενώ οι αμερικανικές απώλειες ήταν εξαιρετικά χαμηλές σε σχέση με τους αρχικούς φόβους.

Το αποτέλεσμα είχε συνέπειες πολύ πέρα από το πεδίο της μάχης. Με τη Σοβιετική Ένωση να βρίσκεται σε διαδικασία κατάρρευσης, οι ΗΠΑ βρέθηκαν χωρίς ισότιμο αντίπαλο και απέκτησαν κεντρικό ρόλο στα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά, τεχνολογικά και στρατιωτικά δίκτυα.

Η επιχείρηση «Καταιγίδα της Ερήμου» μετέτρεψε την αμερικανική στρατιωτική ισχύ από θεωρητική έννοια σε παγκόσμια πραγματικότητα, μολονίτι σε επίπεδο παγκόσμιας γεωπολιτικής τάξης η ηγεμονία των ΗΠΑ από τότε αμφισβητείται.

Η μεταψυχροπολεμική τάξη και οι τέσσερις παραδοχές της αμερικανικής ισχύος

Ορισμένοι πόλεμοι αλλάζουν την ιστορία. Ο Πόλεμος του Κόλπου ήταν ένα τέτοιο σημείο καμπής στρατιωτικά για τον κόσμο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.

Η σύγκρουση δεν άλλαξε μόνο τα σύνορα ή τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Δημιούργησε μια νέα αντίληψη για το τι μπορούσε να πετύχει η αμερικανική στρατιωτική ισχύς, αναφέρει η ανάλυηση στο Foreign Affairs.

Η μεταψυχροπολεμική περίοδος βασίστηκε σε τέσσερις βασικές πεποιθήσεις:

  1. Οι ΗΠΑ μπορούσαν να επιβάλουν στρατιωτικά αποτελέσματα με ταχύτητα και χαμηλό κόστος.
  2. Η Ουάσιγκτον διέθετε απόλυτη υπεροχή στην κλιμάκωση μιας κρίσης.
  3. Η αμερικανική ισχύς προστάτευε τις παγκόσμιες εμπορικές ροές.
  4. Η αντίσταση απέναντι στις ΗΠΑ ήταν τελικά αναποτελεσματική.

Αυτές οι πεποιθήσεις διαμόρφωσαν τη διεθνή οικονομία και πολιτική για τρεις δεκαετίες.

Οι σύμμαχοι περιόρισαν τις αμυντικές τους δαπάνες, θεωρώντας δεδομένη την αμερικανική προστασία. Οι επιχειρήσεις δημιούργησαν παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής, καθώς πίστευαν ότι οι μεγάλες γεωπολιτικές αναταράξεις θα ήταν περιορισμένες.

Οι αγορές υποβάθμισαν τον γεωπολιτικό κίνδυνο, επειδή η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή θεωρούνταν εγγύηση σταθερότητας.

Η δύναμη των ΗΠΑ δεν στηριζόταν μόνο στην πραγματική στρατιωτική τους ικανότητα, αλλά κυρίως στην αξιοπιστία της. Οι περισσότερες χώρες δεν χρειάζονταν να δοκιμάσουν άμεσα την αμερικανική ισχύ. Αρκούσε η πεποίθηση ότι η Ουάσιγκτον μπορούσε να επιβάλει τις επιλογές της.

Η εικόνα αυτή επηρέασε βαθιά και την Ευρώπη. Μετά το 1991, οι ευρωπαϊκές χώρες περιόρισαν τις αμυντικές τους δαπάνες και προχώρησαν σε μεγαλύτερη οικονομική ενοποίηση.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 δημιούργησε τις βάσεις για το ευρώ και τη βαθύτερη ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Παράλληλα, το ΝΑΤΟ επεκτάθηκε προς την Ανατολή, καθώς πρώην κομμουνιστικές χώρες επιδίωξαν να ενταχθούν στο αμερικανικής ηγεσίας σύστημα ασφαλείας.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990, η αμερικανική πρωτοκαθεδρία είχε μετατραπεί από στρατηγική εκτίμηση σε διεθνές δεδομένο.

Στενά του Ορμούζ, ©EPA/IRANIAN ARMY OFFICE HANDOUT

Στενά του Ορμούζ, ©EPA/IRANIAN ARMY OFFICE HANDOUT

Η Κίνα και η τεχνολογική κληρονομιά του Πολέμου του Κόλπου

Η στρατιωτική νίκη των ΗΠΑ στο Ιράκ αποτέλεσε μάθημα και για τους μελλοντικούς ανταγωνιστές τους, σύμφωνα με την ανάλυση στο Foreign Affairs. Η Κίνα μελέτησε εκτενώς την επιχείρηση «Καταιγίδα της Ερήμου», καθώς διαπίστωσε ότι οι παραδοσιακοί μαζικοί στρατοί ήταν ιδιαίτερα ευάλωτοι στα όπλα ακριβείας.

Το Πεκίνο κατέληξε ότι η στρατιωτική ισχύς του μέλλοντος δεν θα βασιζόταν μόνο στον αριθμό των στρατιωτών, αλλά στην τεχνολογία, την πληροφόρηση και την ακρίβεια.

Τις επόμενες δεκαετίες, η Κίνα μείωσε σημαντικά το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεών της, εκσυγχρόνισε τα συστήματα διοίκησης, ενίσχυσε τις πυραυλικές δυνατότητες και επένδυσε σε τεχνολογίες πληροφορικής.

Η ειρωνεία είναι ότι πολλές από τις δυνατότητες που σήμερα περιορίζουν την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή στην Ασία προέκυψαν από την κινεζική προσπάθεια να κατανοήσει την ήττα του Ιράκ το 1991.

Παράλληλα, η αμερικανική κυριαρχία συνέβαλε στην έκρηξη της παγκοσμιοποίησης,. Το εμπόριο, τα κεφάλαια, η ενέργεια και η πληροφορία κινήθηκαν πέρα από τα σύνορα με πρωτοφανή ταχύτητα. Το παγκόσμιο εμπόριο αυξήθηκε από περίπου 38% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 1990 σε περίπου 60% δύο δεκαετίες αργότερα.

Οι επιχειρήσεις υιοθέτησαν μοντέλα παραγωγής χαμηλών αποθεμάτων και δημιούργησαν αλυσίδες εφοδιασμού που εκτείνονταν σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Η βασική υπόθεση ήταν ότι οι μεγάλες στρατιωτικές συγκρούσεις θα παρέμεναν περιορισμένες και ότι οι διαταραχές στο παγκόσμιο εμπόριο θα ήταν προσωρινές.

Όμως η ίδια η επιτυχία αυτού του συστήματος δημιούργησε σταδιακά τις συνθήκες για την ανατροπή του.

Η παγκοσμιοποίηση που ενίσχυσε την οικονομική ισχύ των μεγάλων κρατών βοήθησε επίσης στη διάδοση τεχνολογιών που σήμερα επιτρέπουν σε μικρότερους παίκτες να αμφισβητούν την ισχύ τους.

Η τεχνολογία ακριβείας αλλάζει τους κανόνες ισχύος – Το παράδειγμα του Ιράν

Η μεταψυχροπολεμική τάξη δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια νέα στρατιωτική επανάσταση, η οποία τελικά άρχισε να περιορίζει το ίδιο το πλεονέκτημα που είχε προσφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι μεγάλες στρατιωτικές επαναστάσεις στην ιστορία δεν προκύπτουν μόνο από την ανάπτυξη νέων όπλων. Συνδέονται με ευρύτερες οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές που επιτρέπουν τη δημιουργία, τη μαζική παραγωγή και τη διάδοση νέων δυνατοτήτων.

Η πρώτη επανάσταση των όπλων ακριβείας, η οποία έγινε εμφανής πάνω από τη Βαγδάτη το 1991, βασιζόταν σε τεχνολογίες που τότε ήταν διαθέσιμες μόνο σε λίγες προηγμένες χώρες. Δορυφορική πλοήγηση, ασφαλείς επικοινωνίες, προηγμένοι αισθητήρες και υπολογιστικά συστήματα απαιτούσαν τεράστιες βιομηχανικές υποδομές.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, η παγκοσμιοποίηση μετέτρεψε πολλές από αυτές τις τεχνολογίες σε εμπορικά προϊόντα ευρείας χρήσης.

Η βιομηχανία ημιαγωγών εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους και πιο διεθνοποιημένους κλάδους παγκοσμίως. Τα έσοδα από τα τσιπ ξεπέρασαν τα 790 δισ. δολάρια το 2025 και πλησιάζουν το 1 τρισ. δολάρια ετησίως, κυρίως λόγω της ζήτησης για smartphones, υπολογιστικό νέφος και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Οι ίδιες εφοδιαστικές αλυσίδες που παράγουν επεξεργαστές για εμπορικές συσκευές τροφοδοτούν πλέον και συστήματα που χρησιμοποιούνται σε στρατιωτικές εφαρμογές.

Ένα σύγχρονο smartphone διαθέτει μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ από πολλά στρατιωτικά συστήματα της εποχής του Πολέμου του Κόλπου. Παράλληλα, κάμερες, αισθητήρες θερμότητας, συστήματα εντοπισμού θέσης και μπαταρίες υψηλής απόδοσης, που κάποτε απαιτούσαν κρατική χρηματοδότηση, παράγονται πλέον για την παγκόσμια αγορά.

Η διάκριση ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική τεχνολογία άρχισε να καταρρέει.

Εκτόξευση πυραύλου Tomahawk κατά του Ιράν από πολεμικό πλοίο των ΗΠΑ © EPA/US NAVY HANDOUT

Ιράν: Πώς τα φθηνά όπλα ακριβείας αμφισβητούν τις μεγάλες δυνάμεις

Η τεχνητή νοημοσύνη επιτάχυνε ακόμη περισσότερο αυτή την εξέλιξη. Συστήματα ανάλυσης εικόνας, μεγάλα γλωσσικά μοντέλα και ανοικτό λογισμικό προσφέρουν δυνατότητες που στο παρελθόν απαιτούσαν τεράστιους κρατικούς πόρους.

Η στρατιωτική ισχύς δεν εξαφανίστηκε, αλλά η πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες έγινε πολύ ευρύτερη, σημειώνει η ανάλυση στο Foreign Affairs. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το ιρανικό drone Shahed-136. Το συγκεκριμένο μη επανδρωμένο αεροσκάφος δεν βασίζεται σε εξαιρετικά προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία. Αντίθετα, συνδυάζει εμπορικά διαθέσιμα εξαρτήματα: συστήματα πλοήγησης, αισθητήρες, επεξεργαστές, μονάδες επικοινωνίας και λογισμικό που προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από την παγκόσμια αγορά ηλεκτρονικών.

Η σημασία του Shahed δεν βρίσκεται στην τεχνολογική του πολυπλοκότητα. Βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο: στο γεγονός ότι ένα σχετικά απλό και χαμηλού κόστους σύστημα μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογη ζημιά σε έναν πολύ ισχυρότερο αντίπαλο.

Η ίδια παγκόσμια οικονομία που δημιούργησε αποδοτικότερες αλυσίδες παραγωγής και φθηνότερα προϊόντα έκανε παράλληλα αυτές τις τεχνολογίες διαθέσιμες σε μικρότερες χώρες και μη κρατικούς παράγοντες.

Η εξέλιξη αυτή άλλαξε τη σχέση ανάμεσα στους ισχυρούς και τους ασθενέστερους. Οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστιους στρατιωτικούς πόρους, αλλά οι αντίπαλοί τους μπορούν πλέον να δημιουργούν σημαντικό κόστος με σχετικά περιορισμένες επενδύσεις. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα που αποκαλύπτει η σύγκρουση γύρω από το Ιράν.

Τα Στενά του Ορμούζ και το τέλος της απόλυτης αμερικανικής αποτροπής

Οι συγκρούσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ δείχνουν τα όρια της αμερικανικής ισχύος στη νέα εποχή.

Στον Πόλεμο του Κόλπου, η εικόνα ήταν εκείνη των αμερικανικών όπλων ακριβείας που εξουδετέρωναν έναν μεγάλο συμβατικό στρατό. Σήμερα, η εικόνα είναι διαφορετική: μικρά drones, κινητές μονάδες εκτόξευσης και εμπορικά διαθέσιμα ηλεκτρονικά συστήματα μπορούν να απειλήσουν κρίσιμες υποδομές και παγκόσμιες εμπορικές ροές.

Ο στόχος του Ιράν δεν ήταν απαραίτητα να νικήσει τον αμερικανικό στόλο σε μια κλασική ναυμαχία. Ήταν να αμφισβητήσει την πεποίθηση ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μπορεί να εγγυηθεί απόλυτη ασφάλεια στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές.

Αυτό αποδείχθηκε αρκετό. Ακόμη και όταν οι θαλάσσιες οδοί παρέμειναν ανοικτές, η αβεβαιότητα αύξησε δραματικά το κόστος. Τα ασφάλιστρα κινδύνου αυξήθηκαν, οι ναυτιλιακές εταιρείες επανεξέτασαν τα δρομολόγιά τους και η μεταφορά εμπορευμάτων έγινε ακριβότερη.

Η σύγχρονη οικονομία δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη ενεργειακών πόρων. Εξαρτάται από την έγκαιρη, προβλέψιμη και ασφαλή μεταφορά τους.

Μια θαλάσσια οδός μπορεί να παραμένει ανοιχτή γεωγραφικά, αλλά να χάνει τη στρατηγική της αξιοπιστία, σημειώνει η ανάλυση στο Foreign Affairs.

Η αμερικανική απάντηση ακολούθησε την παραδοσιακή λογική των μεγάλων δυνάμεων: αεροπορικές επιθέσεις κατά εγκαταστάσεων ραντάρ, πυραυλικών συστημάτων, βάσεων drones και υποδομών εκτόξευσης.

Όμως το πρόβλημα ήταν ότι το Ιράν μπορούσε να διασπείρει, να κρύψει και να ανακατασκευάσει τα συστήματά του ταχύτερα από όσο οι ΗΠΑ μπορούσαν να τα εξουδετερώσουν.

Η καταστροφή συγκεκριμένων στόχων δεν ισοδυναμεί πλέον με έλεγχο μιας ολόκληρης περιοχής. Η κατάρριψη αμερικανικού ελικοπτέρου Apache από ιρανικό drone τον Ιούνιο ανέδειξε το οικονομικό παράδοξο της νέας εποχής: ένα σύστημα κόστους περίπου 20.000 δολαρίων μπορεί να απειλήσει ένα προηγμένο στρατιωτικό μέσο αξίας δεκάδων εκατομμυρίων.

Ακόμη και η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως την απειλή φθηνών και ευέλικτων όπλων.

Ιρανικά drones © EPA/POOL

Ιρανικά drones © EPA/POOL

Από την ανατροπή της Μέσης Ανατολής στη νέα παγκόσμια γεωπολιτική πραγματικότητα

Η στρατηγική του Ιράν δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη σύγκρουση. Η Τεχεράνη αντιμετωπίζει διαφορετικά μέτωπα ως τμήματα ενός ενιαίου συστήματος επιρροής.

Υποστηρίζει τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, ένοπλες οργανώσεις στο Ιράκ και τους Χούθι στην Υεμένη. Παράλληλα, έχει στοχεύσει αμερικανικές βάσεις και κρίσιμες υποδομές σε χώρες του Κόλπου.

Το αποτέλεσμα δεν είναι η δημιουργία μιας κλασικής αυτοκρατορίας μέσω κατάκτησης εδαφών, αλλά μιας ζώνης επιρροής που βασίζεται στη διαρκή δυνατότητα διατάραξης.

Το Ιράν δεν είναι πιθανό να εξελιχθεί σε κυρίαρχη δύναμη της Μέσης Ανατολής. Η οικονομία του παραμένει αδύναμη, οι συμβατικές του ένοπλες δυνάμεις υπολείπονται σημαντικά των ΗΠΑ και του Ισραήλ, ενώ πολλές αραβικές κυβερνήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την Τεχεράνη με καχυποψία.

Ωστόσο, η επιχειρησιακή του επιτυχία μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική επιρροή.

Οι αγορές ενέργειας, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις δεν αντιδρούν μόνο στην πραγματική ισχύ, αλλά και στις προσδοκίες για τη μελλοντική ισορροπία δυνάμεων.

Οι προσδοκίες αλλάζουν πρώτες. Οι θεσμοί ακολουθούν. Η ίδια λογική μπορεί να εφαρμοστεί και στην Ανατολική Ασία, ιδιαίτερα σε μια πιθανή κρίση γύρω από την Ταϊβάν.

Η παραδοσιακή αντίληψη ενός πολέμου Κίνας-Ταϊβάν βασίζεται στην υπόθεση ότι το Πεκίνο θα επιδιώξει έναν αποκλεισμό του νησιού. Όμως η διάδοση των όπλων ακριβείας δημιουργεί ένα διαφορετικό σενάριο: η Ταϊβάν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει drones, κινητά πυραυλικά συστήματα, εμπορικούς αισθητήρες και τεχνητή νοημοσύνη για να απειλήσει τις θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές της Κίνας.

Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου διέρχεται από τα Στενά της Ταϊβάν, καθιστώντας την περιοχή μία από τις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες του πλανήτη.

Όπως το Ιράν αξιοποίησε τη γεωγραφία των Στενών του Ορμούζ, έτσι και η Ταϊβάν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη θέση της ως στρατηγικό πλεονέκτημα.

Δεν θα χρειαζόταν να βυθίσει μεγάλο αριθμό πλοίων. Ακόμη και η πιθανότητα επιθέσεων θα μπορούσε να αυξήσει τα ασφάλιστρα, να περιορίσει τη ναυσιπλοΐα και να δημιουργήσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.

Οι νέοι κανόνες ισχύος: Ένας κόσμος με μεγαλύτερο κόστος και περισσότερη αβεβαιότητα

Η νέα εποχή δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις έχασαν τη στρατιωτική τους υπεροχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν μοναδική καταστροφική ικανότητα. Όμως η καταστροφή στόχων δεν σημαίνει απαραίτητα επιβολή πολιτικών αποτελεσμάτων.

Η στρατιωτική κλιμάκωση δεν ευνοεί πλέον αυτόματα την Ουάσιγκτον, σύμφωνα με το Foreign Affairs. . Η γεωγραφία, τα φθηνά όπλα ακριβείας και τα αποκεντρωμένα δίκτυα επιτρέπουν σε μικρότερους αντιπάλους να αυξάνουν το κόστος μιας σύγκρουσης.

Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε τεράστιο πλούτο, αλλά παράλληλα δημιούργησε ευπάθειες που η στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί εύκολα να εξαλείψει.

Οι ασθενέστερες χώρες έχουν πλέον διαπιστώσει ότι μπορούν να αμφισβητήσουν τις ΗΠΑ. Δεν χρειάζεται να τις νικήσουν στο πεδίο της μάχης. Αρκεί να προκαλέσουν αβεβαιότητα, να αυξήσουν το κόστος και να αντέξουν περισσότερο από όσο αναμένουν οι αντίπαλοί τους.

Μια σειρά αναλυτές περιγράφουν ότι οι ΗΠΑ έχουν χάσει τη δύναμη του ηγεμονικού ρόλου, όπως παλιά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κυριάρχησαν στον κόσμο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, όμως, σύμφωνα με τον Μάρτιν Γουλφ στους Financial Times, μέσα σε μόλις τρεις δεκαετίες άρχισαν να αποδομούν οι ίδιες τα θεμέλια της ισχύος τους. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα εποχή αβεβαιότητας για τη διεθνή τάξη και το ΝΑΤΟ.

Οι ΗΠΑ υπήρξαν οι μεγάλοι νικητές του 20ού αιώνα. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 βρέθηκαν χωρίς αντίπαλο, διαθέτοντας όχι μόνο την ισχυρότερη οικονομία και στρατιωτική δύναμη, αλλά και το κύρος μιας χώρας που εξέφραζε τη συνταγματική διακυβέρνηση, το κράτος δικαίου και τις δημοκρατικές αξίες.

Ο Μάρτιν Γουλφ επισημαίνει, ωστόσο, ότι η περίφημη «μονοπολική στιγμή» αποδείχθηκε σύντομη. Όπως άλλοτε η Βρετανική Αυτοκρατορία έχασε σταδιακά την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, έτσι και οι ΗΠΑ βλέπουν σήμερα την ηγεμονία τους να φθίνει.

Κίνα, τεχνολογία και ΝΑΤΟ αλλάζουν τις ισορροπίες

Καθοριστικό σημείο καμπής αποτέλεσε η θεαματική άνοδος της Κίνας, η οποία, μετά τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, εξελίχθηκε σε πραγματικό ανταγωνιστή της Ουάσιγκτον. Για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, οι ΗΠΑ απέκτησαν αντίπαλο αντίστοιχου μεγέθους.

Την ίδια στιγμή, η ψηφιακή επανάσταση, η νέα παγκοσμιοποίηση, οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις και οι μεταναστευτικές πιέσεις αναδιαμόρφωσαν το διεθνές περιβάλλον, προκαλώντας βαθιές κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις.

Οι εξελίξεις αυτές τροφοδότησαν την άνοδο του εθνικισμού και του δεξιού λαϊκισμού, ενώ έθεσαν υπό πίεση τις παραδοσιακές δυτικές συμμαχίες, συμπεριλαμβανομένου του ΝΑΤΟ.

Η επόμενη εποχή της διεθνούς πολιτικής πιθανότατα θα καθοριστεί από τον ανταγωνισμό γύρω από τους στρατηγικούς διαύλους του παγκόσμιου εμπορίου: τα Στενά της Ταϊβάν, τη Νότια Σινική Θάλασσα, τα Στενά της Μαλάκκας, την Ερυθρά Θάλασσα και τα Στενά του Ορμούζ.

Η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν τελειώνει, αλλά γίνεται ακριβότερη. Το Ιράν και η κρίση στον Κόλπο μπορεί να αποτελούν μόνο την αρχή μιας ευρύτερης αλλαγής. Αν οι ίδιοι μηχανισμοί εμφανιστούν στην Ασία, η επόμενη φάση της παγκόσμιας πολιτικής δεν θα καθοριστεί από την επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά από το κόστος προστασίας του.