H FIFA πλουσιότερη κατά 9 δισ. σε ένα Μουντιάλ με ανατροπές και κόντρες εντός και εκτός γηπέδων

Η μηχανή FIFA στο Μουντιάλ παράγει χρήμα. Οι επικρίσεις για επιρροή της πολιτικής στο ποδόσφαιρο δεν φαίνεται να απειλούν τον Τζάνι Ινφαντίνο

Ο Τζιάνι Ινφαντίνο στην τελική κλήρωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου FIFA 2026 στο Kennedy Center στην Ουάσιγκτον © EPA/WILL OLIVER

Το Μουντιάλ του 2026 εξελίσσεται σε οικονομικό θρίαμβο για τη FIFA, παρά τις έντονες αντιδράσεις για αποφάσεις που έφεραν στο προσκήνιο τη σχέση ποδοσφαίρου και πολιτικής. Ο Τζάνι Ινφαντίνο εμφανίζεται ισχυρότερος από ποτέ, με τα έσοδα της διοργάνωσης να καταρρίπτουν νέα ρεκόρ.

Αναλυτές αναφέρουν ότι με τη σκόνη να κατακάθεται από ακόμη μία μεγάλη διαμάχη γύρω από το Παγκόσμιο Κύπελλο, ο πρόεδρος της FIFA Τζάνι Ινφαντίνο βγαίνει πολιτικά και οικονομικά ενισχυμένος.

Το Μουντιάλ του 2026 έχει δεχθεί κριτική από πολλές πλευρές: από το υψηλό κόστος των εισιτηρίων και τον αποκλεισμό της εθνικής ομάδας του Ιράν, έως την απόφαση απονομής του πρώτου «Βραβείου Ειρήνης» της FIFA στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη αντιπαράθεση των τελευταίων ημερών αφορούσε την απόφαση της FIFA να επιτρέψει τη συμμετοχή του Αμερικανού επιθετικού Φολάριν Μπαλογκούν, παρά την αρχική τιμωρία του, μετά από πιέσεις που αποδόθηκαν στον Ντόναλντ Τραμπ.

Η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις εκτός Ηνωμένων Πολιτειών. «Το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο αν η αρχική κόκκινη κάρτα ήταν σωστή. Είναι αν η FIFA υπονόμευσε την ακεραιότητα του Παγκοσμίου Κυπέλλου και τη δική της εξουσία ως παγκόσμιας ρυθμιστικής αρχής του ποδοσφαίρου», δήλωσε ο Βρετανός αθλητικός δικηγόρος Νικ Ντε Μάρκο.

Παρά τις επικρίσεις, η ένταση άρχισε να μειώνεται μετά τη βαριά ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών από το Βέλγιο με 4-1. Ο Ινφαντίνο, ωστόσο, παρέμεινε προσηλωμένος στον βασικό στόχο της διοργάνωσης: την αύξηση των εσόδων.

Ο Φολαρίν Μπαλογκάν στο Μουντιάλ 2026

Ο Φολαρίν Μπαλογκάν στο Μουντιάλ 2026 © EPA/BENJAMIN FANJOY

Μουντιάλ και FIFA: Η οικονομική μηχανή που ξεπερνά τις κρίσεις

Η FIFA βρίσκεται εδώ και χρόνια αντιμέτωπη με μια δύσκολη ισορροπία: από τη μία πλευρά η ανάγκη να διατηρεί την ανεξαρτησία και τους κανόνες του αθλήματος, και από την άλλη η στενή σχέση με την πολιτική εξουσία και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα.

Στην εποχή του Τζάνι Ινφαντίνο, η οικονομική διάσταση έχει ενισχυθεί σημαντικά. Η FIFA αναμένεται να εισπράξει περίπου 9 δισ. δολάρια από το Μουντιάλ του 2026, περίπου 2 δισ. περισσότερα από τη διοργάνωση του 2022 στο Κατάρ, .

Η παγκόσμια ομοσπονδία είχε συνδεθεί με σκάνδαλα πριν από περισσότερο από μία δεκαετία, όταν οι αμερικανικές αρχές ξεκίνησαν έρευνες για υποθέσεις διαφθοράς.

Ο Ινφαντίνο ανέλαβε την ηγεσία το 2016, προωθώντας μεταρρυθμίσεις, αυξάνοντας σε κάποιο βαθμό τη διαφάνεια και επεκτείνοντας σημαντικά το μέγεθος των διοργανώσεων της FIFA, όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων.

ΜΟΥΝΤΙΑΛ

Αύξηση εσόδων της FIFA από το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, Μουντιάλ ©FIFA

Παράλληλα, όμως, η FIFA ακολούθησε ξανά τη γνώριμη διαδρομή όπου το χρήμα, η πολιτική επιρροή και η αθλητική εξουσία αλληλοσυνδέονται, εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg.

Η οικονομική επιτυχία της διοργάνωσης δεν περιορίζεται στη FIFA. Οι εταιρείες που διαχειρίζονται τις υπηρεσίες εστίασης στα γήπεδα καταγράφουν σημαντικά κέρδη, καθώς σε ορισμένες εγκαταστάσεις οι φίλαθλοι ξοδεύουν έως και 100 δολάρια ανά αγώνα, σχεδόν διπλάσια από τη μέση δαπάνη σε έναν αγώνα του αμερικανικού NFL.

Οι διαφημιζόμενες εταιρείες επωφελούνται επίσης από τις νέες εμπορικές πρακτικές, όπως τα υποχρεωτικά διαλείμματα για ενυδάτωση, τα οποία μετατρέπουν το παραδοσιακό παιχνίδι των δύο ημιχρόνων σε μια μορφή πιο κοντά στην αμερικανική λογική των τεσσάρων περιόδων.

Παράλληλα, οι πόλεις που φιλοξενούν αγώνες βλέπουν ήδη θετικές οικονομικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Bank of America για το διάστημα 10-21 Ιουνίου, οι δαπάνες μέσω καρτών στις πόλεις του Μουντιάλ αυξήθηκαν κατά 6,3% σε ετήσια βάση, ενώ οι δαπάνες επισκεπτών εκτός περιοχής ενισχύθηκαν κατά 16,7%.

Η διοργάνωση του 2026 είναι επίσης η μεγαλύτερη στην ιστορία, καθώς οι συμμετέχουσες ομάδες αυξήθηκαν από 32 σε 48. Το συνολικό χρηματικό έπαθλο διπλασιάστηκε, φτάνοντας το ρεκόρ των 871 εκατ. δολαρίων, ενώ κάθε χώρα που συμμετέχει εξασφαλίζει τουλάχιστον 12,5 εκατ. δολάρια.

Τραμπ Ινφαντίνο

Ο πρόεδρος της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο παραδίδει στον Ντόναλντ Τραμπ το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA , στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου © EPA/ANNABELLE GORDON

Ο Τζάνι Ινφαντίνο αναμένεται να επανεκλεγεί στην προεδρία της FIFA το 2027, στο συνέδριο της ομοσπονδίας στο Ραμπάτ του Μαρόκου. Με δεδομένο ότι δεν έχει αντίπαλο, η εκλογή του θεωρείται σχεδόν βέβαιη.

Ο πρόεδρος της FIFA έχει ήδη εξασφαλίσει τη στήριξη ομοσπονδιών από την Ασία, τη Νότια Αμερική και την Αφρική, γεγονός που του επιτρέπει να διεκδικήσει τρίτη θητεία μετά την αποχώρηση του Σεπ Μπλάτερ το 2015 λόγω του σκανδάλου διαφθοράς.

Παρά τις αντιδράσεις πολιτικών και προσωπικοτήτων του ποδοσφαίρου για την υπόθεση Μπαλογκούν, η πλειονότητα των μελών της FIFA εξακολουθεί να στηρίζει τον Ινφαντίνο. Ο πρόεδρος της Ασιατικής Συνομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, Σεΐχ Σαλμάν, υποστήριξε ότι «η FIFA βρίσκεται στην καλύτερη θέση της ιστορίας της».

Το Μουντιάλ του 2026 μπορεί να αφήσει πίσω του αρκετές αντιπαραθέσεις, όμως ένα στοιχείο παραμένει αδιαμφισβήτητο: η οικονομική και πολιτική επιρροή της FIFA δεν έχει μειωθεί. Αντίθετα, υπό την ηγεσία του Τζάνι Ινφαντίνο φαίνεται να έχει εισέλθει σε μια νέα εποχή ισχύος.

Μουντιάλ και γεωπολιτική, μια στενή διασύνδεση

Άναψαν γεωπολιτικές φωτιές στο Μουντιάλ, όπως αναμενόταν. Η διαμάχη μεταξύ FIFA και UEFA για την άρση της κόκκινης κάρτας του Φολαρίν Μπαλογκούν ξεπέρασε τα όρια του αθλητισμού. Σύμφωνα με αναλυτές, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, μετατρέπεται σε αντανάκλαση της ευρύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, αυτή τη φορά ανάμεσα στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Βρετανός ακαδημαϊκός Στέφαν Σιμάνσκι, καθηγητής Διοίκησης Αθλητισμού στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και συν-συγγραφέας του βιβλίου Soccernomics, επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η σύγκρουση μεταξύ FIFA και UEFA για την αμφιλεγόμενη άρση της κόκκινης κάρτας του Αμερικανού επιθετικού Φολαρίν Μπαλογκούν στο Μουντιάλ έχει αποκτήσει έντονη πολιτική διάσταση. «Το ποδόσφαιρο αποτελεί σχεδόν την τέλεια αντανάκλαση της γεωπολιτικής ισορροπίας δυνάμεων στον κόσμο», είναι η βασική του διαπίστωση, μιλώντας στη Les Echos.

Κατά τον ίδιο, η αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει στο Μουντιάλ αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τον ευρύτερο ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, αυτή τη φορά, όπως επισημαίνει, οι ισορροπίες ισχύος στο ποδόσφαιρο διαφέρουν αισθητά από εκείνες της διεθνούς πολιτικής.

Ο Σιμάνσκι θεωρεί ότι αρκετές από τις ευρωπαϊκές αντιδράσεις απέναντι στη FIFA στερούνται αντικειμενικότητας. Παράλληλα, εκτιμά ότι τόσο η παγκόσμια ποδοσφαιρική ομοσπονδία όσο και ο Αμερικανός πρόεδρος ενδέχεται να υπερεκτίμησαν την επιρροή τους σε αυτή τη σύγκρουση στο Μουντιάλ.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν η FIFA ζημίωσε τη δική της αξιοπιστία επιλέγοντας να ανακαλέσει την κόκκινη κάρτα του Μπαλογκούν στο Μουντιάλ, έπειτα από παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ.

Μέχρι και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε συνέδεσε το ΝΑΤΟ με το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου. Άρχισε την ομιλία του κάνοντας αναφορά στο Παγκόσμιο Κύπελλο. «Καμία ομάδα δεν κερδίζει χάρη σε έναν μόνο εξαιρετικό παίκτη».

«Χρειαζόμαστε έναν τερματοφύλακα, χρειαζόμαστε τους αμυντικούς, τους μέσους, τους επιθετικούς, και ναι, όλοι προσέχουν τον παίκτη που σκοράρει το νικητήριο γκολ, αλλά πίσω από κάθε επιτυχημένο παίκτη και ομάδα στο γήπεδο υπάρχουν πολλοί άλλοι στον πάγκο και πίσω από τα παρασκήνια: οι προπονητές, οι γυμναστές, οι αναλυτές, οι άνθρωποι που φροντίζουν ώστε όλα να λειτουργούν.

Όλοι έχουν σημασία, κανείς δεν κερδίζει μόνος του. Το ΝΑΤΟ λειτουργεί ακριβώς έτσι». Λέει ότι χρειάζονται πολιτικοί ηγέτες για να χαράξουν την κατεύθυνση, καθώς και οι ένοπλες δυνάμεις και η αμυντική βιομηχανία να συνεργάζονται στενά, ώστε να «εμπλέκονται πλήρως στο παιχνίδι, συνεργαζόμενοι για την κοινή μας ασφάλεια».

Όπως ήταν αναμενόμενο, καταλήγει τελικά στο συμπέρασμα ότι η ομαδική εργασία στο ΝΑΤΟ είναι απολύτως εξαιρετική.

Ο Φολαρίν Μπαλογκάν στο Μουντιάλ 2026

Ο Φολαρίν Μπαλογκάν στο Μουντιάλ 2026 © EPA/BENJAMIN FANJOY

Η σκιά του Τραμπ από το Μουντιάλ έως το ΝΑΤΟ

Η πολιτική παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ δεν περιορίζεται στο ποδόσφαιρο, αλλά τη συνδέει. Η ίδια σκιά καλύπτει και τη φετινή Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, όπου οι ηγέτες των κρατών-μελών αναζήτησαν τρόπους διαχείρισης του Αμερικανού προέδρου.

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, ο Τραμπ έχει προκαλέσει νέες αναταράξεις στη Συμμαχία, είτε με τις απειλές του για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, είτε με την απόφαση να εξαπολύσει πόλεμο κατά του Ιράν, είτε με τη σταδιακή απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη.

Οι κινήσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις συνεχείς επικρίσεις προς τα κράτη-μέλη που δεν αυξάνουν επαρκώς τις αμυντικές τους δαπάνες, έχουν αναζωπυρώσει τις συζητήσεις ακόμη και για το μέλλον του ίδιου του ΝΑΤΟ.

Λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο, ο Αμερικανός πρόεδρος επανήλθε μέσω της πλατφόρμας Truth Social, επιτιθέμενος στους συμμάχους για τις στρατιωτικές τους δαπάνες, ενώ άσκησε προσωπική κριτική και στην πρωθυπουργό της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι.

Οι ευρωπαϊκές ανησυχίες και το δίλημμα των αμυντικών δαπανών

Όπως σημειώνει ο Γιαν Τσιένσκι, ειδικός συντάκτης ευρωπαϊκής πολιτικής στο Politico, το βασικό θέμα της Συνόδου ήταν αναπόφευκτα ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ και ο τρόπος με τον οποίο οι υπόλοιποι σύμμαχοι θα επιδιώξουν να διαχειριστούν τις απαιτήσεις του.

Από την πλευρά της, η δημοσιογράφος του Λευκού Οίκου Μέγκαν Μέσερλι επισημαίνει ότι οι στενοί συνεργάτες του προέδρου αναγνωρίζουν πως οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες καταβάλλουν προσπάθειες για να προσεγγίσουν τον στόχο του 5% του ΑΕΠ στις αμυντικές δαπάνες, αν και αυτό δεν είναι εξίσου εύκολο για όλες.

Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι επιχειρούν να ενισχύσουν τη δική τους αμυντική βιομηχανία, γεγονός που ενδέχεται να περιορίσει τις αγορές εξοπλισμού από αμερικανικές εταιρείες. Για έναν πρόεδρο που αντιμετωπίζει τις διεθνείς σχέσεις με έντονα συναλλακτική λογική, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει νέες τριβές.

Από τα γήπεδα στις διεθνείς συμμαχίες

Η πολιτική αντιπαράθεση που εκδηλώνεται γύρω από το ποδόσφαιρο και εκείνη που εξελίσσεται στους κόλπους του ΝΑΤΟ αποκαλύπτουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: την αυξανόμενη σύνδεση αθλητισμού, οικονομίας και γεωπολιτικής.

Παρά τις εντάσεις, οι περισσότεροι αναλυτές δεν προβλέπουν κατάρρευση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Εκτιμούν ότι οι σύμμαχοι θα καταφέρουν να διατηρήσουν έναν κοινό βηματισμό, έστω και μέσα από δύσκολους συμβιβασμούς.

Όπως επισημαίνει η Μέσερλι, η πιθανότητα για έντονες συγκρούσεις στη διάρκεια της Συνόδου επιβεβαιώθηκε. Ωστόσο, θεωρεί ότι το ΝΑΤΟ θα συνεχίσει να υφίσταται, επιβεβαιώνοντας ότι, όπως και στο Μουντιάλ, οι μεγάλες αναμετρήσεις δεν κρίνονται μόνο στο γήπεδο, αλλά και στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής.

Τραμπ Ινφαντίνο

Ο πρόεδρος της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ © EPA/YOAN VALAT

Τα 250 χρόνια από την ίδρυση των ΗΠΑ, ο «κομμουνισμός» στο στόχαστρο Τραμπ και η επίδειξη ισχύος

Σε μια παράλληλη εξέλιξη με το Μουτιάλ, με ιδιαίτερα επιθετική ρητορική άνοιξε ο Ντόναλντ Τραμπ το εορταστικό τριήμερο για τα 250 χρόνια από την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών, παρουσιάζοντας τον κομμουνισμό ως τη μεγαλύτερη απειλή για την αμερικανική ελευθερία και τα εθνικά ιδεώδη, ενώ εξήρε την αμερικανική στρατιωτική ισχύ στον πλανήτη.

Μιλώντας στους λόφους Μπλακ Χιλς στη Νότια Ντακότα, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» μεγαλύτερη απειλή για την αμερικανική ελευθερία ακόμη και από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους ή τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

«Είναι ο εχθρός του Συντάγματος. Πάνω απ’ όλα, είναι ο εχθρός της 4ης Ιουλίου 1776. Ο κομμουνισμός είναι το ακριβώς αντίθετο της ζωής, της ελευθερίας και της επιδίωξης της ευτυχίας. Είναι θάνατος, τυραννία και επιδίωξη του κακού», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος.

Υποστήριξε ακόμη ότι οι κομμουνιστές δεν αγαπούν τον Θεό ή τη θρησκεία και δεν σέβονται τον νόμο, τη δικαιοσύνη, τις παραδόσεις και τα θεόσταλτα δικαιώματα. «Μπορείς να είσαι πιστός είτε στον Καρλ Μαρξ είτε στην Αμερική. Μπορείς να είσαι κομμουνιστής ή πατριώτης. Δεν μπορείς να είσαι και τα δύο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στα Μπλακ Χιλς, περιοχή που η αμερικανική κυβέρνηση κατέλαβε από το Έθνος των Σιού το 1877, αφού το Κογκρέσο υποχρέωσε τη φυλή να παραχωρήσει εδάφη που είχαν κατοχυρωθεί με συνθήκη.

Ο Ντόναλντ Τραμπ συνέδεσε επίσης την «κομμουνιστική απειλή» με την παράτυπη μετανάστευση, υποστηρίζοντας ότι «το κομμουνιστικό κόμμα αποτελείται από παράνομους μετανάστες, εγκληματίες και ανθρώπους που δεν θέλουν να εργαστούν», την ώρα που τα γήπεδα στο Μουντιάλ ήταν πλημμυρισμένα με κόσμο από όλες τις φυλές.

Κλείνοντας την ομιλία του, δεσμεύθηκε ότι θα «εξαλείψει γρήγορα τον κομμουνισμό» και θα στείλει τους υποστηρικτές του «στην εξορία», τονίζοντας πως «η Αμερική δεν θα γίνει ποτέ κομμουνιστική χώρα».

Η ρητορική Τραμπ για την παγκοσμία ηγεμονική ισχύ των ΗΠΑ και οι αμφισβητήσεις

Εκτός από αυτά ο Τραμπ εξήρε την ισχύ των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο» και υπενθυμίζοντας τον ρόλο τους στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και στην έκβαση του Ψυχρού Πολέμου. Παράλληλα, υπερασπίστηκε τις επιλογές της κυβέρνησής του στην εξωτερική πολιτική, αναφέροντας ότι οι ΗΠΑ πέτυχαν «γερό χτύπημα» κατά του Ιράν, ενώ υποστήριξε ότι η Βενεζουέλα θα μπορούσε να ηττηθεί «σε μία ημέρα».

«Σήμερα η χώρα μας κερδίζει ξανά και κερδίζουμε όπως ποτέ άλλοτε», υπογράμμισε.

Ωστόσο μια σειρά αναλυτές περιγράφουν ότι οι ΗΠΑ έχουν χάσει τη δύναμη του ηγεμονικού ρόλου, όπως παλιά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κυριάρχησαν στον κόσμο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, όμως, σύμφωνα με τον Μάρτιν Γουλφ στους Financial Times, μέσα σε μόλις τρεις δεκαετίες άρχισαν να αποδομούν οι ίδιες τα θεμέλια της ισχύος τους. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα εποχή αβεβαιότητας για τη διεθνή τάξη και το ΝΑΤΟ.

Οι ΗΠΑ από τον θρίαμβο στην πολυκρίση

Οι ΗΠΑ υπήρξαν οι μεγάλοι νικητές του 20ού αιώνα. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 βρέθηκαν χωρίς αντίπαλο, διαθέτοντας όχι μόνο την ισχυρότερη οικονομία και στρατιωτική δύναμη, αλλά και το κύρος μιας χώρας που εξέφραζε τη συνταγματική διακυβέρνηση, το κράτος δικαίου και τις δημοκρατικές αξίες.

Ο Μάρτιν Γουλφ επισημαίνει, ωστόσο, ότι η περίφημη «μονοπολική στιγμή» αποδείχθηκε σύντομη. Όπως άλλοτε η Βρετανική Αυτοκρατορία έχασε σταδιακά την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, έτσι και οι ΗΠΑ βλέπουν σήμερα την ηγεμονία τους να φθίνει.

Κίνα, τεχνολογία και ΝΑΤΟ αλλάζουν τις ισορροπίες

Καθοριστικό σημείο καμπής αποτέλεσε η θεαματική άνοδος της Κίνας, η οποία, μετά τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, εξελίχθηκε σε πραγματικό ανταγωνιστή της Ουάσιγκτον. Για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, οι ΗΠΑ απέκτησαν αντίπαλο αντίστοιχου μεγέθους.

Την ίδια στιγμή, η ψηφιακή επανάσταση, η νέα παγκοσμιοποίηση, οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις και οι μεταναστευτικές πιέσεις αναδιαμόρφωσαν το διεθνές περιβάλλον, προκαλώντας βαθιές κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις.

Οι εξελίξεις αυτές τροφοδότησαν την άνοδο του εθνικισμού και του δεξιού λαϊκισμού, ενώ έθεσαν υπό πίεση τις παραδοσιακές δυτικές συμμαχίες, συμπεριλαμβανομένου του ΝΑΤΟ.

Η μεγαλύτερη απειλή προέρχεται από το εσωτερικό

Κατά τον Γουλφ, η σοβαρότερη πρόκληση για την αμερικανική ισχύ δεν είναι η Κίνα αλλά οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Υποστηρίζει ότι η σημερινή πολιτική ηγεσία εμφανίζεται ολοένα και πιο εχθρική απέναντι στους θεσμούς και στις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η αμερικανική δημοκρατία. Ειδικά για τον Ντόναλντ Τραμπ, σημειώνει ότι επιδιώκει μια μορφή εξουσίας που έρχεται σε σύγκρουση με το πνεύμα της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας.

Παράλληλα, προειδοποιεί ότι η αποδυνάμωση του κράτους δικαίου, η αμφισβήτηση των διεθνών συμμαχιών, η υποχώρηση της επιστημονικής πρωτοπορίας και η διάβρωση της εμπιστοσύνης προς τους αμερικανικούς θεσμούς περιορίζουν σταδιακά τα βασικά πλεονεκτήματα της χώρας.

Ένας κόσμος που θυμίζει το 1914

Ο Γουλφ εκτιμά ότι ο σημερινός κόσμος παρουσιάζει ανησυχητικές ομοιότητες με την περίοδο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς η διεθνής ισορροπία μεταβάλλεται και νέες μεγάλες δυνάμεις διεκδικούν μεγαλύτερο ρόλο. Το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου ξεκίνησε για πρώτη φορά τον Ιουλίου του 1930 και η εικόνα σύγκρουσης του 1914 δεν είχε την ευκαιρία να βρει την αντανάκλασή της στα ποδοσφαιρικά γήπεδα.

Πάνω από έναν αιώνα μετά, παρότι τα πυρηνικά όπλα λειτουργούν αποτρεπτικά απέναντι σε έναν γενικευμένο πόλεμο, προσθέτει ο Γουλφ, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα — από την κλιματική αλλαγή και την τεχνητή νοημοσύνη έως την υποχώρηση της δημοκρατίας — απαιτούν πρωτοφανή διεθνή συνεργασία.

Παρά τη νίκη τους στον Ψυχρό Πόλεμο, οι ΗΠΑ άρχισαν από τη δεκαετία του 1990 να χάνουν σταδιακά την οικονομική τους υπεροχή, καθώς η Κίνα και άλλες αναδυόμενες οικονομίες ενίσχυσαν θεαματικά τη θέση τους στο παγκόσμιο εμπόριο και τη βιομηχανική παραγωγή.

ΤΡΑΜΠ ΣΙ

Συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ ©ΑΠΕ

Η άνοδος της Κίνας και η επιβράδυνση των ΗΠΑ

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι ΗΠΑ παρέμειναν η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη, όμως άρχισαν να χάνουν σχετικό έδαφος στο διεθνές εμπόριο και την παραγωγή. Η Ευρώπη προχώρησε στην εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσω της Ευρωζώνης και της διεύρυνσης προς την Ανατολική Ευρώπη, αξιοποιώντας το χαμηλότερο κόστος εργασίας, ενώ οι ασιατικές οικονομίες επιτάχυναν την ανάπτυξή τους χάρη στις νέες τεχνολογίες.

Μεγάλος κερδισμένος αναδείχθηκε η Κίνα, η οποία εξελίχθηκε στην κορυφαία βιομηχανική και εμπορική δύναμη παγκοσμίως, εξέλιξη που ενισχύθηκε και από τη μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων αμερικανικών πολυεθνικών στη χώρα ήδη από τη δεκαετία του 1980.

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές και η τεχνολογική επανάσταση βελτίωσαν προσωρινά την κερδοφορία και την παραγωγικότητα των ανεπτυγμένων οικονομιών, σημειωνουν αναλυτές. Ωστόσο, από τις αρχές του 21ου αιώνα η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε αισθητά, ενώ η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 και η ύφεση του 2020 σηματοδότησαν τις δύο μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις στην ιστορία των ΗΠΑ, οδηγώντας τις μεγάλες οικονομίες σε μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλής ανάπτυξης, επενδύσεων και παραγωγικότητας.

Το βασικό συμπέρασμα των αναλύσεων είναι ότι η παγκόσμια τάξη που δημιούργησαν οι ΗΠΑ μετά το 1945 αποδυναμώνεται και μαζί της υποχωρεί και ο ηγετικός ρόλος της Ουάσιγκτον. Η Ιστορία, σημειώνει ο Μάρτιν Γουλφ στους FT, διδάσκει ότι οι μεγάλες δυνάμεις συχνά επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη, ακόμη κι όταν γνωρίζουν τις συνέπειές τους, είτε αυτό συμβαίνει στα γήπεδα του ποδοσφαίρου, είτε στη γεωπολιτικη σκακιέρα.

Τίποτα δεν λειτουργεί σε γυάλα. Η πολιτική αντιπαράθεση που εκδηλώνεται γύρω από το ποδόσφαιρο στο Μουντιάλ και εκείνη που εξελίσσεται μετά τη συνοδο του ΝΑΤΟ, αποκαλύπτουν την αυξανόμενη σύνδεση αθλητισμού, οικονομίας και γεωπολιτικής.