Νέα ψήφο εμπιστοσύνης από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα εξασφάλισε η ελληνική Omilia με συνιδρυτή τον Δημήτρη Βάσσο, η οποία ολοκλήρωσε γύρο χρηματοδότησης Series B ύψους 67 εκατ. δολ., με στόχο να επιταχύνει την ανάπτυξή της στη Βόρεια Αμερική και στις υπόλοιπες διεθνείς αγορές. Η εταιρεία, που ιδρύθηκε στην Αθήνα και δραστηριοποιείται στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης για την εξυπηρέτηση πελατών, σχεδιάζει πλέον το άνοιγμα του πρώτου της γραφείου στις Ηνωμένες Πολιτείες, σηματοδοτώντας μια νέα φάση στην αναπτυξιακή της πορεία.
Του επενδυτικού γύρου ηγήθηκε η Expedition Growth Capital, ενώ η χρηματοδότηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Omilia έχει υπερ-δεκαπλασιάσει τα ετήσια επαναλαμβανόμενα έσοδά της (Annual Recurring Revenue – ARR) σε σχέση με το 2020, ξεπερνώντας πλέον τα 60 εκατ. δολάρια.
Η νέα ψήφος εμπιστοσύνης των επενδυτών αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους γύρους χρηματοδότησης που έχει εξασφαλίσει ελληνικής προέλευσης εταιρεία λογισμικού τα τελευταία χρόνια. Ολοκληρώθηκε δε σε μια χρονική συγκυρία όπου οι επενδυτές εμφανίζονται ιδιαίτερα επιλεκτικοί στις τοποθετήσεις τους στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης.
Η επένδυση αποτελεί ένδειξη ότι η αγορά αρχίζει να επιβραβεύει όχι μόνο το hype γύρω από την AI, αλλά κυρίως εταιρείες που διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπορική ανάπτυξη, υψηλά επαναλαμβανόμενα έσοδα και τεχνολογία που λειτουργεί ήδη σε μεγάλη κλίμακα.
Κόντρα στο κυρίαρχο μοντέλο της AI
Αυτό που διαφοροποιεί την Omilia από πολλές νεότερες εταιρείες του κλάδου είναι η διαφορετική φιλοσοφία που ακολουθεί απέναντι στη γενετική τεχνητή νοημοσύνη. Την ώρα που μεγάλο μέρος της αγοράς επιχειρεί να χτίσει λύσεις εξυπηρέτησης πελατών βασισμένες σχεδόν αποκλειστικά στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (Large Language Models – LLMs), η ελληνική εταιρεία υποστηρίζει ότι δεν χρειάζεται κάθε εφαρμογή να χρησιμοποιεί την ίδια τεχνολογία.
Η διοίκησή της θεωρεί ότι για μεγάλο μέρος των καθημερινών αιτημάτων προς τα τηλεφωνικά κέντρα -όπως η ενημέρωση για υπόλοιπο λογαριασμού ή η αναζήτηση βασικών πληροφοριών- η αποκλειστική χρήση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων αυξάνει το κόστος και την πολυπλοκότητα χωρίς αντίστοιχο επιχειρηματικό όφελος.
Αντί γι’ αυτό, η Omilia επενδύει στη δική της ιδιόκτητη τεχνολογία Voice AI, συνδυάζοντας διαφορετικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης ανάλογα με τις απαιτήσεις κάθε εφαρμογής. Σύμφωνα με την εταιρεία, η προσέγγιση αυτή προσφέρει μεγαλύτερη ακρίβεια, προβλεψιμότητα κόστους και δυνατότητα λειτουργίας σε πολύ μεγάλη κλίμακα, χωρίς να εξαρτάται από υπηρεσίες τρίτων.
AI για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις
Η στρατηγική αυτή φαίνεται να αποδίδει. Η Omilia εξυπηρετεί σήμερα ορισμένους από τους μεγαλύτερους οργανισμούς διεθνώς, κυρίως σε ιδιαίτερα απαιτητικούς κλάδους, όπως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι ασφαλιστικές εταιρείες και η υγεία. Στο πελατολόγιό της περιλαμβάνονται οργανισμοί όπως οι Capital One, Discover, RBC, DWP, PSEG και Taco Bell.
Η εταιρεία αναφέρει ότι λειτουργεί ήδη ορισμένες από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις φωνητικής τεχνητής νοημοσύνης παγκοσμίως. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται σύστημα μεγάλης αμερικανικής τράπεζας που διαχειρίζεται περισσότερες από 1 εκατομμύριο κλήσεις ημερησίως, καθώς και πλατφόρμα υποστήριξης μεγάλης ασφαλιστικής εταιρείας στις ΗΠΑ που εξυπηρετεί περισσότερες από 600.000 κλήσεις την ημέρα.
Παράλληλα, η Omilia έχει ενισχύσει σημαντικά την παρουσία της στον κλάδο της οργανωμένης εστίασης. Τον περασμένο μήνα ανακοίνωσε την επέκταση της συνεργασίας της με την Taco Bell, όπου η τεχνολογία της λειτουργεί πλέον σε περισσότερα από 1.000 drive-thrus σε 38 Πολιτείες των ΗΠΑ, συμβάλλοντας στη μείωση του χρόνου εξυπηρέτησης, στη βελτίωση της ακρίβειας των παραγγελιών και στην καλύτερη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού.
Επέκταση στις ΗΠΑ
Με τα νέα κεφάλαια, η Omilia επιταχύνει την ανάπτυξή της στη μεγαλύτερη αγορά τεχνητής νοημοσύνης παγκοσμίως. Στα σχέδια της εταιρείας περιλαμβάνεται το άνοιγμα του πρώτου της γραφείου στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, καθώς και η περαιτέρω ενίσχυση της εμπορικής της παρουσίας στη Βόρεια Αμερική και σε άλλες διεθνείς αγορές. Παράλληλα, έχει ήδη προχωρήσει στην ενίσχυση της διοικητικής της ομάδας με στελέχη που διαθέτουν πολυετή εμπειρία στην ανάπτυξη διεθνών εταιρειών λογισμικού.
Η εταιρεία επενδύει επίσης στη διεύρυνση της τεχνολογικής της πλατφόρμας, παρουσιάζοντας πρόσφατα το Lexis, ένα νέο μοντέλο generative text-to-speech σχεδιασμένο ειδικά για μεγάλα contact centers.
Από την Αθήνα στη διεθνή αγορά
O Δημήτρης Βάσσος ασχολήθηκε από την αρχή της καριέρας του στο Λονδίνο με τις τεχνολογίες αναγνώρισης φωνής, και το 2002 αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα και να ιδρύσει την Omilia. Η ελληνική εταιρεία ξεκίνησε το 2002 ως system intergrator, χωρίς να έχει δική της τεχνολογία, χρησιμοποιώντας λύσεις τρίτων.
Το 2010 αποφάσισε να κάνει στροφή στη στρατηγική της, αναπτύσσοντας της δική της τεχνολογία και εισάγοντας στη λειτουργία της το μοντέλο Software as a service, με την εταιρεία, που απασχολούσε τότε 15 άτομα, να ξεκινά τότε τη διεθνή της διαδρομή.
Μια διαδρομή που έγινε με οργανική ανάπτυξη, ενώ το 2021 η εταιρεία κατάφερε να σηκώσει το εντυπωσιακό για τα ελληνικά δεδομένα ποσό των 20 εκατ. δολαρίων από την Grafton Capital. Πρακτικά, η Omilia ιδρύθηκε πολύ πριν η τεχνητή νοημοσύνη μετατραπεί στη μεγαλύτερη τεχνολογική τάση της εποχής. Περισσότερες από δύο δεκαετίες μετά, η εταιρεία συγκαταλέγεται στους αναγνωρισμένους παίκτες της παγκόσμιας αγοράς conversational AI, έχοντας χαρακτηριστεί φέτος ως Leader στην έκθεση The Forrester Wave™: Conversational AI Platforms for Customer Service και ως Visionary στο Gartner Magic Quadrant.
